ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Τά 12 Ευαγγέλια Θεοφάνους Κεραμέως

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Τά 12 Ευαγγέλια Θεοφάνους Κεραμέως



Θεοφάνους τού Κεραμέως 
ΟΜΙΛΙΑ ΚΖ'
«ΣΤΟ ΤΙΜΙΟΝ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ»
Ή «ΣΤΑ ΔΩΔΕΚΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΙΟΥ 
ΠΑΘΟΥΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ»
1. Τσως θά φανώ στην άγάτιη σας δυσβάσταχτος καί φορτικός, γιατί σ' έσάς πού κοπιάσατε όλη τή νύχτα στην όρθοστασία καί την ψαλμωδία, σάς προσθέτω ώς φορτίο καί τό νά άκροασθειτε τή διδασκαλία. Όμως συγχωρειστε με πού θέλω ύπερβολικά την προκοπή σας. Διότι, έάν οι θεομίσητοι Ιουδαίοι άγρύπνησαν όλη τή νύχτα γιά νά συλλάβουν καί νά σταυρώσουν τόν Κύριο, πώς εμείς δέν θά άγρυπνήσουμε, γιά νά μάθουμε καλά, τό περιεχόμενο τών ύμνων πού ψάλλαμε καί των ιερών Ευαγγελίων πού άναγνώσθηκαν; Λοιπόν, άπομακρύνοντας κάθε άμέλεια άπό την ψυχή σας, προσέχετε στά όσα θά λεχθούν.


2. Αφού ό Σωτήρας οδήγησε στόν Μυστικό Δείπνο τούς Ιερούς ομοτράπεζους  μαθητές Του  ό Ίδιος ιερουργώντας τόν Εαυτό Του Τόν πρόσφερε ώς τροφή, καί βγαίνει μαζί τους στό όρος τών Ελαιώνα χωρίς νά άποφεύγει τό Πάθος (διότι, πώς Αύτός πού τό προειδε καί τό προφήτεψε, θά μπορούσε νά άποφύγει τό Πάθος;) ούτε πάλι τρέχοντας νά φτάσει πρός τούς φονευτές. Διότι τό πρώτο θά ήταν κατάστροφή τού σχεδίου τής σωτηρίας  τών άνθρώπων , καί άναζιοπρεπής δειλία, καί τό δεύτερο, θά έδινε πρόφαση στους βδελυρούς  νά πουν  πώς δέν άμάρτησαν, σκοτώνοντας Αύτόν πού μέ τή θέλησή Του παρέδωσε τόν 'Εαυτό Του, καί σχεδόν άρπαξε τό Πάθος. Καί συγχρόνως γίνεται καί γιά εμάς παράδειγμα τής άληθινής άνδρείας, καθώς φανερώνεται άνώτερος άπό τή δειλία καί τό θάρρος καί διδάσκοντας μέ τόν 'Εαυτό Του, ούτε νά προχωρούμε πρός τούς πειρασμούς, ούτε πάλι όταν αύτοί έλθουν νά τους φοβόμαστε μέ έλλειψη άνδρείας. Καί δέν συλλαμβάνεται ό Κύριος μέσα σέ σπίτι, επειδή αυτοί πού έτοιμαζαν την επιβουλή φοβούνταν τόν όχλο. Διότι, κι' αν ακόμη δεν Τόν δέχονταν ώς Θεό, όμως άπό τή διδασκαλία καί τά θαύματα, Τόν θεωρούσαν δίκαιο άνθρωπο καί προφήτη. Τούς έπιτρέπεται, λοιπόν, καί άπό τήν ώρα καί άπό τόν τόπο νά φέρουν σέ πέρας τή σκευωρία. Πάλι, λοιπόν, προλέγει  ό Κύριος  στούς μαθητές τό τί θά συμβεΐ:


3. «Αυτή τή νύχτα όλοι σας θά χάσετε τήν εμπιστοσύνη σας σ' Έμενα, όπως άλλωστε τό λέει ή Γραφή: Θά σκοτώσω τόν βοσκό, καί θά σκορπιστούν τά πρόβατα». Δείχνει μ' αυτά ότι αύτό πού γίνεται είναι σχέδιο σωτηρίας τού Πατέρα Θεού. Διότι γι' αύτό προφήτεψαν οΐ προφήτες. Τί, λοιπόν, θά πει κάποιος, ό Πατέρας θανάτωσε τόν Υίό, καί σκόρπισε τά πρόβατα; Όχι βέβαια, δέν θανάτωσε, άλλά κατ' οικονομίαν έπέτρεψε νά θανατωθεί καί άφησε νά πάθει, άν καί μπορούσε νά τό εμποδίσει. Ό ιερός Πέτρος πού άγαπούσε μέ θερμότητα  τόν Κύριο πού όμως δέν πρόσεξε καλά τήν άδυναμία τής ανθρώπινης  φύσεως, γιά νά μήν Τόν άρνηθεΐ, ύπόσχεται νά πεθάνει μαζί Του: «Δέν θά Σέ άπαρνηθώ, έστω κι΄ άν χρειαστεί νά πεθάνω μαζί Σου... εγώ καί τή ζωή μου θά θυσιάσω γιά Εσένα». Αλλά ό Κύριος φανερά τού αναφέρει τήν άρνηση: «Σήμερα, αύτή τή νύχτα, πριν λαλήσει δύο φορές ό πετεινός, τρεις φορές θά άρνηθείς πώς μέ ξέρεις», γιατί έτσι έγραφε ό Μάρκος μέ μεγαλύτερη ακρίβεια από τούς άλλους. Διότι, επειδή ήξερε ό Κύριος ότι τώρα βέβαια θά Τόν άρνηθει ό Πέτρος, όμως μετά θά πεθάνει ύπέρ Αύτοΰ, προσθέτει τό «σήμερα» καί «αύτή τή νύχτα», σχεδόν λέγοντας πώς θά θυσιάσεις βέβαια τή ζωή σου γιά χάρη μου, άλλά αύτή τή νύχτα θά μέ άρνηθείς. Εννοώντας νύχτα τόν ίδιο τόν καιρό τής προδοσίας καί τόν σκοτισμό πού φέρνει ή άρνηση. Διότι αύτός πού άρνειται τό φώς οπωσδήποτε βρίσκεται στό σκοτάδι.

4. Αφού προεΐπε τό μέλλον, άπομακρύνεται, όπως συνήθιζε, γιά νά προσευχηθεί μόνος Του. ’Επειδή ή προσευχή φανέρωνε πολλή δειλία (γιατί εύχόταν νά μή πιει τό ποτήριο τού θανάτου), γι' αυτό καί άφήνοντας τούς άλλους, πήρε μαζί Του μόνον αύτούς  τούς μαθητές  πού έγιναν θεατές τής δόξας Του στό Θαβώρ. Καί δέν άγωνιοΰσε δειλιάζοντας γιά τό Πάθος, καί άπομάκρυνε τόν θάνατο πού ερχόταν χωρίς τή θέλησή Του, άλλά επειδή στ' άλήθεια έγινε άνθρωπος, φανερώνει πώς ή φύση  ή άνθρώπινη  μέ δυσαρέσκεια δέχεται τόν θάνατο, καί ότι  ό θάνατος  παρουσιάστηκε στούς άνθρώπους άφύσικα. Θεληματικά, λοιπόν, δέχεται τό πάθος τής δειλίας προβάλλοντας σάν κάποιο δόλωμα τής λύπης στόν διάβολο, ώστε νά Τόν νομίσει άπλό άνθρωπo, νά προσπεράσει αυτό πού βλέπει καί νά σκοντάψει στην αόρατη θεότητα. Καί Τόν λυπούσε  τόν Χριστό καί ό πρωτότοκος Ισραήλ, πού έφτασε σέ τέτοιο θράσος, ώστε νά γίνει φονιάς τού Κυρίου καί νά σύρει πρός τό μέρος του την κατάρα. Τόν λυπούσε ή έκδίκηση πού άκολούθησε άναγκαστικά τό θράσσος, καί τό γκρέμισμα τού ναού καί τής λατρείας καί ή καταστροφή τής πόλεως  τών Ιεροσολύμων  καί ό άφανισμός τού έθνους. Ποτήριο πάλι όνομάζει τόν θάνατο, όταν είπε: «Άν είναι δυνατόν, άς μή πιω αυτό τό ποτήριο», γιά τό είδος τού ύπνου πού φέρνει ή κάκωση. Όσο γιά τό «όμως άς μή γίνει τό δικό μου θέλημα, αλλά τό δικό Σου», έδειξε τήν άρετή καί τήν άπόλυτη ευσέβεια. Διότι πρέπει πιό μπροστά άπό όλα νά τίθεται τό θέλημα τού Θεού κι άν  άκόμη  ύπάρχει ή άδυναμία τού σώματος.

5. Αφού λοιπόν προσευχήθηκε, επιστρέφει πρός τούς μαθητές καί τούς βρίσκει νά κοιμούνται καί μαλώνει τόν Πέτρο πού μέ αύθάδεια βέβαια είπε θαρραλέα πώς θά πεθάνει μαζί Του, όμως δέν μπόρεσε ούτε μιά ώρα νά μείνει άγρυπνος. Δέν άντεξες νά μείνεις άγρυπνος μαζί μου γιά λίγο, καί πώς ύπερηφανευόσουν ότι θά θυσιάσεις τή ζωή σου γιά χάρη μου; Μετά έλέγχει καί τών ύπολοίπων τήν άδυναμία, έκπαιδεύοντάς μας νά μήν παίρνουμε θάρρος μέ αύθάδεια, στηριζόμενοι στή δύναμή μας. αλλά από τή μιά νά τά αναθέτουμε στόν Θεό καί από την άλλη νά ευχόμαστε νά μη νικηθούμε άπό τόν πειρασμό. Διότι λέει: «Μένετε άγρυπνοι καί προσεύχεσθε, γιά νά μή σάς νικήσει ό πειρασμός». Αλλά εδώ άς έπιμείνουμε λίγο. Νά έρευνήσουμε άν μέσω των πειρασμών καί τών θλίψεων θά γίνουμε κληρονόμοι τής Βασιλείας τού Θεού. Αύτό πού γνωρίζοντας καί ό μέγας ’Ιάκωβος διδάσκει νά χαιρόμαστε όταν δοκιμαζόμαστε άπό πειρασμούς. Πώς όμως μάς συμβουλεύει ό Σωτήρας νά προσευχόμαστε νά μην πέσουμε μέσα σέ πειρασμούς  καί νικηθούμε; Λέμε, λοιπόν, επειδή είναι άγνωστο τό μέλλον, καλύτερα νά ευχόμαστε νά μήν πέσουμε, παρά άφού πέσουμε, νά νικηθούμε καί νά δώσουμε χαρά στήν κακία τού έχθρού  διαβόλου. Καλύτερα νά μή διωχθούμε άπό τούς άσεβεΐς, παρά, άφού διωχθεΐ κανείς, νά γίνει άρνητής τής πίστεως. Άλλωστε δέν διδάσκει νά προσευχόμαστε νά μή πέσουμε μέσα σέ πειρασμό, άλλά νά μή εισέλθουμε σέ πειρασμό, δηλαδή νά μή κυριευθούμε άπό τόν πειρασμό καί νά καταντήσουμε νά νικηθούμε άπό αύτόν. Καί άν ζητάς καί τήν άκριβέστερη έρμηνεία, άκουσε:

6. Υπάρχουν δύο είδη πειρασμών. Ό ένας είναι άθέλητος καί είναι ό σωματικός, καί ό άλλος ό θεληματικός τής ψυχής. Καί ό θεληματικός είναι ή άμαρτία, πού γλυκαίνει βέβαια τίς αισθήσεις, προξενεϊ όμως όλεθρο στην ψυχή, από τόν όποιον είναι καλό εμείς νά γλυτώσουμε. Ό αθέλητος πάλι πειρασμός φέρνει άλγος βέβαια στήν αίσθηση, όμως προξενεί σωτηρία, γιά τόν όποιον ό άδελφόθεος  Ιάκωβος μάς διδάσκει νά χαιρόμαστε. Και λέγοντας ό Σωτηρας «τό πνεύμα είναι πρόθυμο, ή σάρκα όμως άδύναμη» καταπραΰνει τη σφοδρή έπίπληξη προσκολλώντας τήν παράβαση τής ραθυμίας στήν άνθρώπινη  φύση. Καί πάλι, άφοΰ ήρθε γιά δεύτερη καί τρίτη φορά, προσευχήθηκε  ό Κύριος  μέ τά ίδια λόγια, δείχνοντας πώς καθόλου δέν θέλει νά άπομακρυνθεϊ άπό τό θέλημα τού Πατέρα. «Φανερώθηκε τότε σ' Αυτόν ένας Άγγελος καί Τόν ένίσχυσε». Όχι γιατί είχε άνάγκη τής άγγελικής δυνάμεως, Αύτός πού προσκυνειται άπό κάθε άγγελική Δύναμη, άλλά έκπληρώνει προφητεία τού Μωϋσή, πού τήν έψαλλε στήν ώδή: 
«Άς τόν ένισχύσουν όλοι οί Άγγελοι τού Θεοΰ». Διότι, δέν έδωσε δύναμη ό Άγγελος στόν παντοδύναμο, άλλά ώς Θεό ύπηρετοΰσε τήν ύπερβολική συγκατάβασή Του γεμάτος έκπληξη. Καί δείχνοντας ότι ή άγωνία δέν ήταν τής θεότητας, άλλά τής σάρκας, έσταζε ό ιδρώτας Του στή γη σάν σταγόνες αίματος άποξηραίνοντας τήν πηγή τής άνθρώπινης δειλίας. Μετά πάλι έπιστρέφοντας, βλέπει τούς μαθητές νά κοιμούνται, έτσι πού τά μάτια τους τά έκανε βαριά και ή στενοχώρια καί τό προχωρημένο τής νύχτας. Τί λοιπόν τούς είπε ό Σωτήρας; «Κοιμάστε ακόμα καί ξεκουράζεστε;». Αύτό δέν τό λέει έπιτρέποντάς τους νά κοιμούνται, άλλά έπιτιμώντας τους κατά κάποιον τρόπο, γιατί ενώ οΐ συμφορές πλησιάζουν, αύτοί νυστάζουν παράκαιρα. Καί ίσως καί γιά νά ύποδηλώσει κάτι πού είναι κρυμμένο, γιατί σχεδόν αύτό λέει: Επειδή εισαστε ακόμη ατελείς, καί ό καιρός τών άγώνων σας δέν έφτασε, άναπαύεσθε, λοιπόν, όμως μετά θά άγωνιάτε. «Ήρθε ή ώρα», καί τής προδοσίας λέει τήν ώρα, καί περισσότερο τής σωτηρίας. Όσο γιά τό «Σηκωθείτε, πρέπει νά πηγαίνουμε άπό έδώ» Και είναι συμβουλευτικό νά μεταφέρουν τό φρόνημά τους άπό τά γήινα στά υπερκόσμια. Μπαίνει στόν κήπο καί συλλαμβάνεται. Διότι  ό Χριστός  πού θεραπεύει τά Αντίθετα μέ τά Αντίθετα (έπειδή άπό τόν κήπο τής Έδέμ μέ τήν παρακοή πήρε ό διάβολος τόν άνθρωπο), στή συνέχεια, άπό τόν κήπο παραδίδει τόν Εαυτό Του στούς φονιάδες, έπαναφέροντας τήν  ανθρώπινη  φύση στόν κήπο άπ' όπου ξέπεσε.

7. «Αυτός πού θά Τόν πρόδιδε τούς είχε δώσει αύτό τό συνθηματικό σημάδι: Όποιον φιλήσω, Αύτός είναι. Πιάστε Τον καί μεταφέρετε Τον μέ μέτρα άσφαλείας». Τι χρειάζεται τό σημάδι τού Ιούδα μέ τό φίλημα; ’Επειδή πολλές φορές θέλοντας νά Τόν συλλάβουν, δέν μπόρεσαν, γιατί δέν είχε φτάσει ό όρισμένος καιρός, άλλά τούς ξέφευγε άπό άνάμεσά τους, γιά νά μή συμβει πάλι τό ίδιο, βάζει τό φίλημα γιά γνώρισμα. Ό Ιούδας, λοιπόν, παίρνοντας θάρρος άπό την πραότητα τού Διδασκάλου «προσηλθε καί Τόν καταφιλοΰσε», αν καί αύτό καί μόνο μπορούσε νά μαλακώσει τη σκληρή του ψυχή, διότι ό Κύριος άκόμη καί κατά τήν ώρα αύτή τής προδοσίας δέν τόν άπώθησε τόν βδελυκτό καί προδότη, άλλά έτσι ήταν σκληρός ό άθλιος καί άνόητος, ώστε καθόλου νά μή αισθάνεται τό συμφέρον του. Μέ ήρεμια λοιπόν ό Κύριος ελέγχει τήν εσωτερική του κακία λέγοντας: «φίλε, κάνε αύτό γιά τό όποίο ήρθες». Λέει, τι άνάγκη ύπάρχει γιά τό πρόσχημα τής φιλίας καί τού ψέμματος; Αύτό γιά τό όποιο ήρθες, έκπλήρωσέ το. Διότι δέν ήρθες γιά νά φιλήσεις, άλλά γιά νά προδώσεις. Ζαλίστηκα στό μεταξύ μιλώντας, καθώς θυμήθηκα τό τόλμημα τού προδότη. Μέ ποιά μάτια ό μιαρός έβλεπε πρός τόν Διδάσκαλο; Μέ ποιά χείλη καταφιλοΰσε μέ άναίδεια, άγκαλιάζοντας Αυτόν πού ήταν έτσι επιεικής, και πράος καί ήμερος; Μέ τόν τρόπο αύτό έγινε χειρότερος άτιό κάθε θηρίο. ΑΛλά ό Χριστός μέ μακροθυμία παρέδιδε τόν Εαυτό Του στους συλλαμβάνοντες.

8. Ό θυμός τού Πέτρου ακονιζόταν στό άκόνι τοΰ νόμου, πού διατάζει νά διώχνεις μέ βία τή βία καί νά άμύνεσαι στους έπιδρομεΐς. Καί είχε μάχαιρα γιά τή θυσία τοΰ τυπικού άμνοϋ, άλλά δέν ήθελε κανέναν άλλον νά σκοτώσει παρά τόν δούλο τού άρχιερέα πού κατασκεύασε τή σκευωρία. ’Επειδή λοιπόν  ό Πέτρος  έβγαλε άπό τή θήκη τή μάχαιρα γιά νά κόψει τόν φάρυγγα, κι ό δούλος έγειρε τό κεφάλι, δέχεται, όπως ήταν φυσικό, τό κόψιμο στό αύτί του, γιατί οι ’Ιουδαίοι είχαν φραγμένα τά αύτιά στίς διδασκαλίες τού Χριστού. Καί μού φαίνεται ότι αύτό εννόησε ό Μέγας Κωνσταντίνος πολύ χρόνο μετά, ώστε νά διατάζει νά κοπούν τά αύτιά τών Ιουδαίων, πού ήθελαν νά ξαναχτίσουν τόν ναό. Αλλά ίσως καί τό νά κοπεί τό αύτί τού δούλου άπό τόν Πέτρο, νά ήταν σημάδι τής κατοπινής δράσεως τών μαθητών. Διότι έπρόκειτο μέ τή μάχαιρα τού Πνεύματος, νά κόψουν τίς σωματικές έννοιες τού γράμματος, πού άπό πριν είχαν έναποτεθεϊ στά αύτιά τών Ιουδαίων.
«Τότε τού λέει ό Ιησούς: Βάλε τό μαχαίρι σου ξανά στη θήκη του, γιατί όλοι όσοι τραβούν μαχαίρι άπό μαχαίρι θά πεθάνουν»’. Ό Κύριος έπιπλήττει τόν Πέτρο γιατί ακόμη ακολουθεί τις νομικές διατάξεις. Καί έάν, λέει  ό Κύριος  χρησιμοποιείς τόν νόμο γιά βοήθεια, πρόσεξε ότι ό νόμος αυτούς πού τραβούν μαχαίρι, διατάζει νά πεθάνουν άπό μαχαίρι. Μήπως έχω άνάγκη άπό άνθρώπινη βοήθεια; Μήπως δέν μπορώ νά νικήσω τούς επιτιθεμένους μέ λεγεώνες Αγγέλων; Όμως πρέπει νά έκπληρωθοΰν οι προφητείες τών Γραφών.

9. Επειδή, λοιπόν, είχε άπό πρίν όρισθει νά πάθει ό Χριστός, καί αύτό ήταν όλως διόλου άμετακίνητο, γι αύτό καί οί Προφήτες τά προφήτεφαν όλα. Τό ότι όμως ούτε ό Ιούδας Τόν γνώρισε, έάν  ό Χριστός  δέν τό ήθελε, τό δήλωσε ό Ιωάννης λέγοντας: «Τότε τούς ρώτησε: Ποιόν γυρεύετε; Καί αυτοί είπαν: Τόν Ιησού άπό τη Ναζαρέτ»! καί δέν μπόρεσαν νά απλώσουν έπάνω Του τά χέρια ή νά Τόν γνωρίσουν, μέχρι πού Αύτός τούς τό έπέτρεψε. Ό Όποίος βέβαια καί έλέγχοντάς τους τούς είπε: «Ληστής είμαι καί βγήκατε μέ ξίφη καί μέ ρόπαλα νά μέ συλλάβετε;». Λέει, τί χρειάζονται τά πολεμικά όπλα; Μήπως είμαι τύραννος ή ληστής; Τί θά σάς ώφελήσουν τά ξύλα καί τά μαχαίρια, έάν δέν ήθελα νά συλληφθώ; Κι αύτό είναι φανερό άπό αυτά πού κάθε ήμέρα δίδασκα στόν ναό καί ένώ πολλές φορές θελήσατε νά μέ πιάσετε, δέν μπορέσατε. Διότι φυλαγόμουν γιά τόν κατάλληλο καιρό, όμως αύτή είναι ή ώρα σας, ηού την πήρατε μέχρι την Ανάσταση μου. Θά έχετε όμως σύντομο τόν καιρό κάτω άπό τό σκοτάδι, δηλαδή θά άπομακρυνθειτε με τόν διάβολο.

10. Αύτά είπε  ό Κύριος  και άμέσως θεραπεύει τό αύτί τού πληγωμένου  δούλου . ’Επειδή αύτός έπρόκειτο μετά νά δώσει ράπισμα στόν Χριστό, γιά νά μή νομισθεΐ ότι  ό δούλος  αύτό θά τό κάνει ώς άμυνα, καί μέ τή θεραπεία  ό Κύριος  τόν κάνει άναπολόγητο. Δέν είναι τυχαίο καί τό ότι ό Ιωάννης φανέρωσε πώς τό όνομα τού δούλου είναι Μάλχος, καί έπειδή αύτό τό όνομα σημαίνει «βασιλεία», φανερώνεται πώς οΐ άρχιερεις τών Ιουδαίων, τή βασιλεία τους τήν κατέβασαν σέ δουλεία, καί έγιναν δούλοι τού φθόνου καί τής φιλαυτίας. Ό  Κύριος  λοιπόν βρισκόταν στά χέρια τών δημίων καί οΐ μαθητές τράπηκαν σέ φυγή ξεχνώντας τήν υπόσχεση, εκπληρώνονταν όμως τά λόγια τών Προφητών: «Θά θανατώσω τόν Ποιμένα καί θά διασκορπισθοΰν τά πρόβατα». Έδεναν μέ δεσμά τόν Ιησού, καί εκπληρωνόταν άλλη προφητεία πού έλεγε: «Νά δέσουμε τόν δίκαιο, γιατί μάς είναι δύσχρηστος». Ίσως κάπου καί ό Ιησούς μέ ηρεμία σιγοψιθύριζε πρός τόν Πατέρα τά λόγια τού Δαβίδ: «Άς σπάσουμε τά δεσμά τους» καί «Άνάστησέ με καί θά τούς τό ανταποδώσω».

11. Ό Πέτρος άκολουθούσε τόν Ιησού άπό μακρυά μέχρι την αυλή τού άρχιερέα. Μόνο τόν Πέτρο τόν πίεζαν οι φλόγες τού, πόθου, διότι συνήθιζε τόν εαυτό του νά άκολουθει τόν Χριστό, ώστε μετά νά Τόν άκολουθήσει διά τού σταυρού. Ό νεαρός μάλιστα πού άκολουθούσε μαζί του, τυλιγμένος σέ ένα σεντόνι, όπως συμπέραναν οί Πατέρες μας, ήταν ό Ιάκωβος, ό άδελφός τού Χριστού, γιατί αυτός ζούσε φορώντας πάντοτε ένα χιτώνα. Φαίνεται όμως πώς  αυτός ό νεαρός  ήταν μάλλον ό Μάρκος, γιατί άπό τήν άρχή έγινε άκόλουθος τού Πέτρου καί είναι ό μόνος άπό τούς Εύαγγελιστές πού έγραψε γι' αύτό τό γεγονός  Καί επειδή τό όνομα Μάρκος σημαίνει «εντολή Υψηλού», διδάσκει αύτό πού έγινε στήν ιστορία, ότι άκολουθώντας τήν έντολή τού ύψηλού Θεού, άν έπιβουλευόταν άπό έχθρούς νά δώσει ώς σεντόνι τό σώμα, πού ήταν τό ίμάτιο τής ψυχής, ώστε νά φύγει ελαφρός πρός τίς ούράνιες διαμονές. Έτσι βέβαια έκανε καί ό Πατριάρχης Ιωσήφ, πού άφήνοντας στή συκοφάντρια τό Ιμάτιο, πήδηξε από τη δουλεία στή βασιλεία με σωφροσύνη»

12. «Έσυραν τόν Ίησοΰ στην αυλή τοϋ αρχιερέα Καϊάφα, όπου συγκεντρώθηκαν οί Γραμματείς καί οί πρεσβύτεροι» καί συγκροτούν ένα ασεβές δικαστήριο, τό όποίο, όπως φαίνεται τό συγκρότησε ό νοητός Καϊάφας  ό διάβολος  πού συνεδρίαζε μαζί μέ τόν αισθητό. ’Επειδή ακριβώς  τό όνομα  Καϊάφας μεταφράζεται «ιχνευτής», είκόνιζε έκείνο τό φίδι πού άνίχνευε  τό αδύνατο σημείο τής φτέρνας μας, τό όποιο ερευνούσε καί τότε τίς πράξεις τού Ιησού, καί δέν εύρισκε τίποτε τό άτοπο σ' αυτές  καί αυτό έλεγε στους μαθητές Του ό Σωτήρας: «Έρχεται ό κυρίαρχος αυτού τού κόσμου νά μέ θανατώσει  άν καί δέν βρίσκει σ' εμένα τίποτε». Καί τίποτε είναι ή αμαρτία  καί ό Χριστός  «δέν έκανε άμαρτία»
13. Καί επειδή αύτοί πού Τόν δίκαζαν  έπρεπε νά έχουν καί μάρτυρες, γιά νά φαίνεται ότι πράττουν νόμιμα, παρουσιάζονται δύο μάρτυρες πού άνάμιξαν τά αληθινά μέ τό ψέμμα. Διότι ό Σωτήρας είπε; «Γκρεμίστε αυτόν τόν ναό, καί σέ τρεις ήμέρες εγώ θά τόν ξαναχτίσω», λέγοντας αυτά γιά τό δικό Του σώμα, αύτοί όμως οί θεομίσητοι καί θρασεις, άλλα παραφθείροντας τα, καί άλλα προσθέτοντας, καί έτσι κάνοντας ένα ψέμμα έλεγαν; «Αυτός είπε; Μπορώ νά γκρεμίσω τόν χειροποίητο ναό τοΰ Θεοΰ καί σε τρεις ήμερες νά οικοδομήσω άλλον αχειροποίητο» με την προσθήκη αυξάνοντας την κατηγορία. Πρόσεξε τη διαστρέβλωση τών λόγων. Ό Ιησούς είπε, «γκρεμίστε τόν ναό», ενώ αυτοί λένε «μπορώ νά γκρεμίσω τόν ναό». Καί ό Χριστός, σάν νά έδειχνε μέ τό δάχτυλο τό σώμα, έλεγε «αυτόν τόν ναό», αύτοί  πάλι έλεγαν  «τόν ναό τοΰ Θεοΰ τόν χειροποίητο».

14. Καί ό Κύριος «στεκόταν σιωπηλός» καί ίσως πρός τόν 'Εαυτό Του νά έψαλλε τά όσα άναφέρονται σ' Αυτόν: «Σηκώθηκαν εναντίον μου ψευδομάρτυρες καί μέ ρωτούσαν γιά πράγματα πού δέν ήξερα». «Καί εγώ σάν νά ήμουν κουφός δέν άκουγα καί σάν άλλος πού δέν έχει λόγια στό στόμα του». Καί πολύ φυσικά σιωπά  ό Κύριος γνωρίζοντας ότι δέν θά Τόν δεχτούν άπολογούμενο. Διότι αυτούς πού δέν τούς έπεισαν τά ολοφάνερα θαύματα, πώς θά τούς κάνουν τά λόγια νά ντραπούν;

15. «Ο αρχιερέας έκανε ερωτήσεις  στόν Ιησού  γιά τούς μαθητές Του καί γιά τή διδασκαλία Του». Ίσως ό ανόητος ζητώντας νά Τόν συλλάβει, ή σαν νά διδάσκει άντιθετα με τόν νόμο, ή έπειδή γνώριζε ότι πέθαναν όσοι μαζί με τόν Θευδά και τόν Ίουδα όργάνωσαν έπανάστασηζ σ' αύτό ώθεϊ τόν Κύριο, θέλοντας νά Τόν κατηγορήσει ώς έπαναστατη, πού ξεσηκώνει τούς μαθητές, καί έτσι νά Τόν παραδώσει στόν θάνατο ή ώς παράνομο ή ώς έπίβουλο. Ό Κύριος όμως έλέγχει τόν ύπουλο καί κακοήθη τρόπο του, καί παρουσιάζει μάρτυρες τούς ίδιους τούς ύπηρέτες τού άρχιερέα καί λέει: «Έγώ μίλησα φανερά στόν κόσμο. Μιλούσα πάντοτε στις συναγωγές καί στόν ναό, όπου μαζεύονταν πάντοτε οί Ιουδαίοι, κρυφά δέν δίδαξα τίποτε. Τί ρωτάς έμενα; Ρώτησε αυτούς πού ακόυσαν τί τούς είπα. Αύτοί ξέρουν έγώ τί είπα».

16. Καί γιατί καλει γιά μάρτυρες τούς ύπηρέτες; ’Επειδή όταν αύτοί στάλθηκαν άπό τούς άρχιερεϊς γιά νά Τόν συλλάβουν, καί θαυμάζοντας γιά τή διδασκαλία Του, έπέστρεψαν λέγοντας: «Ποτέ άνθρωπος δέν μίλησε όπως Αυτός ό άνθρωπος». Αύτά πού τότε λέχθηκαν τούς τά ύπενθυμίζει. ’Επειδή όμως ό δούλος τών άρχιερέων φοβήθηκε νά μή θεωρηθεί συνήγορος  τού Χριστού  άντί γιά κατήγορος, καί νά μή κατηγορηθεί ότι Τόν θαύμασε, άπομακρύνοντας τόν εαυτό του άπό τήν υποψία, προφταίνει καί μέ αναίδεια δίνει  στόν Κύριο  ράπισμα. Γι' αυτό καί ό Κύριος αυτόν πού πρίν Τόν θαύμαζε καί τώρα Τόν ράπισε, χωρίς κακία τόν ρωτά: «Άν είπα κακό» τότε διδάσκοντας «πες ποιό είναι αύτό» τώρα, «εάν όμως» άκούγοντας τότε θαύμαζες «γιατί τώρα μέ χτυπάς;». Καί πώς  ό Χριστός πού δίνει εντολή σ' όποιον τόν χτυπήσουν στό δεξιό σαγόνι, νά προσφέρει γιά χτύπημα καί τό άλλο Αύτός δέν τήρησε τήν εντολή, άλλά καταγγέλλει εκείνον πού Τόν ράπισε; Υπάρχει τριπλή λύση γιά τό ζήτημα. Δείχνει πώς δέν Τόν ράπισε γιά κάποιο έγκλημα, άλλά αύτά έπασχε ύπέρ τής σωτηρίας όλων, καί ότι δέν ήταν άνάλγητος, άλλά αισθανόταν τίς πληγές, άν καί ώς Θεός είχε τήν άπάθεια. Καί, άκόμη, ό σκοπός τής έντολής είναι αύτός: Επειδή άν άθέλητα κάποιος ραπισθει στό μάγουλο, καί τό αθέλητο δέν παίρνει μισθό, δίνει έντολή  ό Κύριος νά προσφέρεται θεληματικά τό άλλο μάγουλο  γιά ράπισμα  ώστε τό έθελούσιο νά μετρηθεί μαζί μέ τό άθέλητο. Ό Σωτήρας, όμως, πού ραπίσθηκε μέ τή θέλησή Του, δέν είχε άνάγκη νά έφαρμόσει αύτή τήν έντολή.

17. Πάλι λοιπόν Τού λέει ό άρχιερέας: «Σέ έξορκίζω στό όνομα τού αληθινού Θεού νά μάς πεις άν έσύ είσαι ό Χριστός, ό Υιός τού Θεού».
Έπειδή εκείνες τις παγίδες πού έστησε ό κακοήθης αρχιερέας, έμειναν ανίσχυρες, τέλος Τόν έξορκίζει, γνωρίζοντας ότι δέν θά πει ψέμματα. Όχι γιά νά μάθει αν Αυτός είναι ό Χριστός, άλλά σπεύδοντας νά Τόν συλλάβει. Καί ό Κύριος, γιά νά μη θεωρηθεί ότι παραβλέπει τόν όρκισμό, ομολογεί καί λέει: «Είμαι όπως τό είπες», δηλαδή: Τό δικό σου στόμα τό ομολόγησε, ότι έγώ είμαι ό Χριστός. Μετά τούς ύπενθυμίζει καί τήν προφητεία, τήν οποία ό Δανιήλ είπε άπό πρίν γιά τή Δευτέρα Παρουσία: «Καί σάς λέω πώς σύντομα θά δείτε τόν Υιό τού Ανθρώπου νά κάθεται στά δεξιά τού Θεού καί νά έρχεται επάνω στά σύννεφα». Αύτόν εδώ, λέει, τόν Ύιό τού Ανθρώπου, ό Όποιος τώρα δικάζεται άπό εσάς μέ πολλή ταπεινότητα, θά Τόν δείτε νά έρχεται μέ δόξα άπό τόν ούρανό. Καί μέ κακοήθεια λοιπόν, ό άνόητος ιερέας σάν  νά ακούσε  μεγάλη βλασφημία, διέρρηξε τό ίμάτιο“, παραπλανώντας τά πλήθη μέ τήν πράξη αύτή. Μετά, καί προσελκύοντας μέ δόλο τόν λαό, άποθέτει σ' αυτούς τήν απόφαση: «Αύτό είναι βλασφημία στόν Θεό. Τί Απόφαση παίρνετε;». Καί αύτοί πού τούς συνεπήρε ό λόγος του, κάνοντας χάρη στόν Αρχιερέα τους είπαν: «Είναι ένοχος, πρέπει νά θανατωθεί». Τότε, λοιπόν, σάν να είχε κιόλας καταδικασθεϊ, τόν χλεύαζαν με κάθε τρόπο, φτύνοντας, ραπίζοντας καί χαστουκίζοντας Τον, περιγελώντας Τον σάν ψευδοπροφήτη; «Προφήτεψέ μας, ποιος σέ χτύπησε;». Οι κεραυνοί από τόν ουρανό όπλίζονταν γιά νά αμυνθούν, συγκρατούνταν όμως από Αυτόν πού βριζόταν. Καί ό ήλιος τότε έβλεπε τό πιό καινούργιο από ολα τά θαύματα.

18. ’Επειδή καί ό Ιωάννης ό αγαπημένος  μαθητής  άκολουθούσε, όντας γνωστός στόν άρχιερέα, μπήκε μαζί  μέ τούς άλλους  στήν αύλή. Καί τό άπό πού ήταν γνωστός, θά πώ μέ λίγα λόγια τήν ιστορία, συνυφαίνοντας τίς παλιές παραδόσεις. Ό περίφημος οΐκος τής Σιών έγινε κτήμα τού Ζεβεδαίου, καί ήταν στό μέγεθος καί στήν ομορφιά πολύ εμφανίσιμος. Οικοδομήθηκε στό ύψηλό μέρος τής Ιερουσαλήμ καί δεχόταν κατάλληλους άνέμους άπό όλες τίς μεριές του, όπως κι' έμεΐς μέ τά ίδια μας τά μάτια παρατηρήσαμε. Αύτόν τόν οίκο, άφού τόν χώρισε στά δύο ό Ζεβεδαΐος, χάρισε τό ένα μέρος στόν άρχιερέα καί τό ύπόλοιπο τό χρησιμοποιούσε ό ίδιος γιά κατοικία του. Στό μέρος έκεΐνο ήταν καί τό «υπερώο» στό όποιο διέμεινε προσωρινά ό Σωτήρας μαζί μέ τούς μαθητές Του, καί σ' αύτό τέλεσε τά περισσότερα άπό τά μυστήρια: Τό τυπικό Πάσχα, τόν Μυστικό Δείπνο, τό νίψιμο των ποδιών τών μαθητών, τούς άποχαιρετιστήριους καί θεολογικούς λόγους. Σ' αύτό τό ύπερώο καί μετά τήν Ανάσταση κρυβόταν οί μαθητές έξ αιτίας των Ιουδαίων. Σ' αυτό καί την ημέρα τής Πεντηκοστής έλαβαν τη χάρη τού Αγίου Πνεύματος. Καί μάλιστα σ' αυτόν τόν οίκο πέρασε όλη τη ζωή της ή πάναγνη Δέσποινα.Από αυτήν την αιτία ό Ιωάννης ήταν γνωστός στόν άρχιερέα, καί ήταν άνοιχτή γι'αυτόν ή είσοδος. Ό Πέτρος όμως, επειδή ήταν άγνωστος, δέν τού έπιτράπηκε ή είσοδος καί έμεινε τη νύχτα έξω άπό τήν πύλη μέχρι πού τόν έβαλε μέσα ό Ιωάννης μεταπείθοντας τή θυρωρό.

19. Καί ήταν άσφαλώς καλύτερα γιά τόν Πέτρο νά άκολουθει  συνεχώς  τόν Ιωάννη καί νά προσμένει ύπομονητικά  νά δει  τόν ’Ιησού καί νά παρακολουθεί όσα συμβαίνουν. Διότι ίσως έτσι θά άπέφευγε τόν πειρασμό  νά άρνηθεΐ τόν Κύριο . ’Επειδή όμως άπομακρύνθηκε άπό αυτά, πλησίασε στήν πυρά πού άναψαν οί υπηρέτες καί θερμαινόταν στη φωτιά των εχθρών, γι' αύτό καί κάποια φαύλη υπηρέτρια τόν κατατρόμαξε. Καί τό ότι ό Πέτρος καί ό Ιωάννης υπαινίσσονται τήν πράξη καί τή θεωρία, πολύ ισχυρά φωνάζει γι' αυτά ή ιστορία, πώς όταν δηλαδή  ή πρακτική άρετή παύει νά άκολουθει τή θεωρία καί μέ εύσέβεια περιεργάζεται τά τής σωτηρίας καί συσχετίζει τή νύχτα μέ τό ψύχος τής άγνοιας  τότε  ζητά έπίμονα νά ζεσταθεί σέ ξένη πυρά, πού τήν άνάβουν οί ύπηρέτες τού Σατανά. Τότε βέβαια, τότε παρασύρεται εύκολα άπό τή δούλη ήδονή καί άρνεΐται τρεις φορές τόν Κύριο. Διότι τότε σκοτίζεται τό λογιστικό  μέρος τής ψυχής  καί ό θυμός μετατρέπεται σε άθλια δειλία, καί ή επιθυμία, αφήνοντας τόν μεγάλο πόθο τοΰ νά πεθάνει μαζί με τόν ’Ιησού, διαλέγει την επίγεια ζωή καί έτσι γίνεται ή τρίτη άρνηση. Όμως δεν υπάρχει μεγάλη κατηγορία γιά τήν άρνηση τού Πέτρου πού έκανε τή νύχτα, δηλαδή πρίν νά δεχτεί τίς ακτίνες τού Αγίου Πνεύματος, διότι «κανένας δέν μπορεί νά πει: ό Ιησούς είναι ό Κύριος, παρά μόνο με τή φώτιση τού Αγίου Πνεύματος» καί «γιατί τότε άκόμη δέν είχαν τό Άγιο Πνεύμα, άφού ό Ιησούς δέν είχε δοξαστεί με τή σταύρωση»

20. Αλλά ίσως νά συμβαίνει καί τό έξης: Αύτός πού γνώρισε καλά μέ τήν πίστη τόν Ιησού καί πού παραμένει καί πάλι στήν αύλή τού σκιασμένου νόμου, καί αναμιγνύεται μέ τούς ύπηρέτες τού γράμματος, τό όποιο σκοτώνει, έλκύεται πρός τήν άρνηση τής άληθείας άπό τήν υπηρέτρια, θέλω δηλαδή νά πω, τή λατρεία τού νόμου, μέχρι τότε πού ό λόγος τών Αποστόλων, πού κηρύττει τήν ή μέρα τής πίστεως, φωνάξει όπως ό πετεινός καί κράξει ολοφάνερα  καί πει «Ή νύχτα όπου νά είναι φεύγει, καί ή ήμερα κοντεύει νά έρθει» καί τότε βγαίνοντας έξω από τή σκιά τού νόμου θά κλάψει πικρά, δηλαδή θά αδειάσει μέ τά δάκρυα τήν πικρία τών παρατηρήσεων τού νόμου. Διότι, έτσι καί ό Πέτρος δεν έκλαψε μένοντας στην αύλή, άλλά βγήκε έξω άπό τά γεγονότα, τά λόγια  καί τούς τύπους, τά όποία τόν κάνουν νά άρνείται τόν Κύριο. Όταν λοιπόν μιά φορά άρνηθηκε ό Πέτρος τόν Κύριο λάλησε ό πετεινός.

Καί, όταν πρόσθεσε τις ύπόλοιπες δύο άρνήσεις, τότε πάλι λάλησε ό πετεινός, καί έτσι πρέπει νά εννοηθεί αύτό πού είπε ό Μάρκος: «Πριν λαλήσει δυό φορές ό πετεινός, θά άρνηθείς τρεις φορές πώς με ξέρεις». Όμως ό Πέτρος όντας πολύ φοβισμένος, δέν κατάλαβε άμέσως τήν πτώση του. Καί ό Κύριος, έπειδή δέν γινόταν νά τόν κατηγορήσει μέ τόν λόγο Του, στράφηκε πρός αύτόν, καί μέ τό βλέμμα τόν κάνει νά θυμηθεί  τό τί είχε ύποσχεθει. Κι' άμέσως ό Πέτρος, γιά νά μη ξεσπάσει σέ δάκρύα καί τόν ύποπτευθοΰν ότι είναι μαθητής  τού Χριστού , βγαίνοντας έξω άπό τήν αύλή τών παρανόμων έκλαιγε μέ όλοφυρμούς πικρά καί μέ δάκρυα γλύκαινε τήν πίκρα τής άρνήσεως. Αύτά όλα γινόταν κατά τη νύχτα.

21. «Όταν ξημέρωσε, συνεδρίασαν όλοι οί αρχιερείς καί οί πρεσβύτεροι τού στυνεδρίου νά κατάδικάσουν σέ θάνατο τόν Ιησού. Αφού λοιπόν Τόν έδεσαν, Τόν πήγαν καί Τόν παρέδωσαν στόν Πόντιο Πιλάτο, τόν Ρωμαίο διοικητή». Άς μήν προσπεράσουμε χωρίς νά προσέξουμε αύτό πού σημαίνει ή ιστορία, τό πώς  δηλαδή  οι μαθητές πού σκανδαλίσθηκαν τη νύχτα δεν κατακρίνονται. Διότι είπε ό Σωτήρας: «Αυτή τή νύχτα όλοι σας θά χάσετε την εμπιστοσύνη σας σ' Έμένα». Αλλά κι' ό Πέτρος άρνειται κατά τή νύχτα καί συγχωρεΐται, αύτοί όμως  οι Ιουδαίοι  όταν ξημέρωσε καί παρέδωσαν τόν Κύριο, μειναν ασυγχώρητοι. Από αύτό διδασκόμαστε πώς τά σφάλματα πού γίνονται από άγνοια καί κατά τή νεότητα, επειδή γίνονται κατά τή νύχτα καί μέσα στό σκοτάδι, συγχωροΰνται πιό εύκολα. Εκείνα όμως πού γίνονται σέ μεγάλη πνευματική  ήλικία, όταν έλαμψε ό λόγος, κρίνονται άνάλογα μέ τή γνώση.

Οι Ιουδαίοι, λοιπόν, παραδίδοντας τόν Κύριο στούς Ρωμαίους παραδόθηκαν στήν πολιορκία τών Ρωμαίων καί άπέσπασαν γιά τούς εαυτούς τους τίς κατάρες τών Προφητών. Αέει πρός τή Συναγωγή ό Όβδιού: «Όπως έπραξες, έτσι θά σοΰ συμβεΐ. Τό κακό πού έκανες θά πέσει στό κεφάλι σου». Άλλος πάλι Προφήτης λέει: «Άλοίμονο στόν παράνομο. Θά τού συμβοΰν ολέθρια πράγματα, σύμφωνα μέ τά έργα τών χεριών του».

22. «Ό Ιησούς στάθηκε μπροστά στον δικαστή» καί Τόν κατηγορούσαν μέ άναίδεια οι άρχιερεις, συρράπτοντας διάφορα άτοπήματα, καί  έτσι εκπληρωνόταν ή προφητεία τοΰ Ώσηέ πού έλεγε: «Διέστρεφαν οί ιερείς την όδό τοΰ Κυρίου, φόνευσαν τά Σίκυμα, έπειδή διέπραξαν ανομία στόν Ίσραηλιτικό λαό». 'Οπωσδήποτε ό προφητικός λόγος όνόμασε Σίκυμα Αυτόν τόν Ίδιο τόν Κύριο. Ακούγοντας ό Πιλάτος  άπό τούς Ιουδαίους γιά τόν Κύριο  ότι ξεσηκώνει τόν λαό καί τούς έμποδίζει νά πληρώνουν φόρους στόν Καίσαρα καί Ισχυρίζεται γιά τόν Εαυτό Του, ότι είναι ό βασιλιάς ό Χριστός, Τόν ρωτάει αν Αύτός θά είναι ό βασιλιάς των Ιουδαίων, δίνοντας ευκαιρία νά άνασκευασθούν οί συκοφαντίες. Ό Κύριος, γιά νά μη φανεί πώς με τη σιωπή συμφωνεί με τούς κατηγόρους ή ότι με τό νά άρνειται δίνει βάση στή δειλία, λέει με μεγάλη ευφυΐα: «Ναί, όπως τό λές». Καί βέβαια μπορούσε μέ αναντίρρητα λόγια νά φανερώσει ότι έργάσθηκε αντίθετα πρός τις συκοφαντίες. Διότι, πού εμπόδισε τήν πληρωμή τών φόρων, όταν είπε: «Δώστε στόν Καίσαρα ό,τι ανήκει στόν Καίσαρα»”; 

Καί πότε έπιχείρησε νά γίνει βασιλιάς; Μήπως τότε πού οι άλλοι έφτασαν γιά νά Τόν κάνουν βασιλιά, Αύτός τούς άφησε καί αναχώρησε γιά τό όρος; Τί τυραννικό βλέποντας οι βδελυροί συνέρραψαν τέτοια στοιχεία; Τόσο πολύ φλογερός ήταν σ' αυτούς ό φθόνος μαζί καί ό θυμός, ώστε νά φλυαρούν εναντίον Του απίθανα πράγματα. Καί πώς ξεσηκώνει  ό Χριστός  τόν λαό διδάσκοντας; Πρόσθεσε, συκοφάντη, καί τά λόγια της διδασκαλίας Του, αλλά κοκκινίζεις μη τυχόν καί ό ειδωλολάτρης Πιλάτος συλλάβει επ' αύτοφόριρ τήν κακότητά σου. Αλλά βέβαια καί τούς συνέλαβε καί ελέγχονται οί άτίθασοι ξεπερνώντας την άσέβεια ειδωλολάτρη Ανθρώπου. Διότι ενώ ό Πιλάτος τούς έπιτιμοΰσε καί σάν νά άπολογιόταν έλεγε: «Έγώ δέν βρίσκω κανένα λόγο γιά νά Τόν κατάδικάσω» αύτοί μέ άταξία κραύγαζαν «Σήκωσε Τον, σταύρωσε Τον».
Καί άφοΰ νικήθηκε άπό τούς θορύβους καί μή ύποφέροντας τίς άτακτες φωνές, άκούγοντας ότι είναι Γαλιλαίος Τόν στέλνει στόν Ήρώδη. Ισως έτσι άπομάκρυνε τόν εαυτό του άπό τήν παράνομη δίκη καί τό χύσιμο τού άθώου αίματος, πράγμα πού φαίνεται άπό τό νίψιμο τών χεριών του.

23. Αλλά ό 'Ηρώδης ήταν χοιρώδης καί, όπως λέει τό όνομά του, δερμάτινος. Διότι χάρηκε όταν είδε τόν Ιησού, όχι γιατί θά ώφελείτο άπό Αύτόν, άλλά επειδή ήθελε νά δει κανένα θαύμα. Γιατί Τόν φανταζόταν σάν κάποιο θαυματοποιό καί Του έκαμνε αρκετές ερωτήσεις συμπλέκοντας απατηλά ζητήματα γιά απάντηση. Καί ό Κύριος τό άνώφελο και μάταιο τών ερωτήσεων, πού δεν άξιζει κανείς νά άπαντήσει, τό ελέγχει μέ τή σιωπή. Αλλά βεβαίως καί ό 'Ηρώδης, όντας έτσι νωθρός, καθώς οι ιερείς καί οι Γραμματείς κατηγορούσαν σθεναρά  τόν Ιησού  Τόν έξουθένωσε, χλευάζοντας τή φιλόσοφο σιγή. Γι' αύτό, λοιπόν, ντύνοντάς Τον μέ λαμπρή χλαμύδα, φάνηκε νά συμφωνεί μέ τόν Πιλάτο, ότι ούτε αύτός Τόν βρήκε υπαίτιο γιά κάτι  καί τόν έστειλε πίσω στόν Πιλάτο .

24. Γι' αύτό καί ό διοικητής  Πιλάτος  βλέποντας τόν 'Ηρώδη νά συμφωνεί μαζί του, ομολογεί πιό έντονα λέγοντας: «Δέν βρίσκω καμμιά πράξη Του άξια γιά νά θανατωθεϊ». Καί έπειδή συνήθιζε τή γιορτή  τού Πάσχα  νά δίνει γιά τόν λαό χάρη σέ έναν φυλακισμένο, μέ σύνεργό στήν έπιθυμία του, παίρνει αύτό τό έθιμο καί σχεδόν αύτό λέει: ’Εγώ βλέπω έναν άθώο άνθρωπο, άν καί είναι άξιος θανάτου όπως λέτε, καί έτσι γιά τό έθιμο πρέπει νά τόν έλευθερώσω. Οι  ’Ιουδαίοι  όμως μέ κυνικότητα όλοι φώναζαν δυνατά καί γέμισαν μέ θόρυβο τό πραιτώριο καί έλεγαν μέ κραυγές: «Όχι Αυτόν, άλλά τόν Βαραββά». Καί γιά νά χρησιμοποιήσω τόν λόγο τού μεγάλου Πέτρου: «Άρνήθηκαν τόν άγιο καί δίκαιο, καί ζήτησαν νά ελευθερωθεί γιά χάρη τους ένας φονιάς», καί έτσι συνταυτίσθηκαν μέ τόν Βαραββά. Καί ρωτώντας ό Πιλάτος, «Καί τί νά Τόν κάνω τόν Ίησοΰ, πού λένε ότι είναι ό Χριστός;», αμέσως οΐ θεομίσητοι κραύγασαν: «Νά σταυρωθεί, νά σταυρωθεί». Διότι επιθυμούσαν νά Τόν σταυρώσουν, ώστε από αύτόν τόν τρόπο τού θανάτου νά θεωρηθεί ότι είχε διαπράξει δημόσια εγκλήματα. Κατηγορούν επίσης οΐ εκμεταλλευτές τού νόμου καί αύτόν τόν νόμο λέγοντας: «Εμείς έχουμε νόμο, καί σύμφωνα μέ τόν νόμο μας πρέπει νά πεθάνει»’. Ό Πιλάτος, λοιπόν, άπομακρύνοντας τόν έαυτό του άπό την άδικη σφαγή λέει: «Πάρτε Τον έσείς καί δικάστε Τον σύμφωνα μέ τόν νόμο σας» είναι σχεδόν σάν νά είπε: «Έάν ό νόμος σας είναι τόσο άδικος, ώστε νά τιμωρεί καί τόν άθώο, έχετε άνάγκη άπό τόν δικό μας σκληρό νόμο;». Τί, λοιπόν, άπάντησαν οι παράφρονες καί θεομίσητοι; «Σ' εμάς δέν επιτρέπεται νά έπιβάλουμε ποινή θανάτου σέ κανέναν». Καί είναι γνωστό ότι καί τόν Στέφανο τόν θανάτωσαν μέ λιθοβολισμό, καί σκότωσαν τόν δίκαιο Ιάκωβο. Αύτό όμως τό είπαν, έπειδή δέν τούς επιτρεπόταν νά σταυρώσουν, άλλά ή σταύρωση βρισκόταν στήν εξουσία των Ρωμαίων. Καί έπρεπε καί έδώ νά εκπληρωθεί ό λόγος τού Ιησοϋ πού είπε στους μαθητές Του ότι θά παραδοθεϊ στά έθνη καί θά θανατωθεί. Γι' αύτό καί ό Ιωάννης λέει: «Έτσι εκπληρώθηκε ό λόγος πού είχε πεί ό 'Ιησούς δηλώνοντας μέ τί είδους θάνατο θά πεθάνει»’.

25. «Πάλι λοιπόν ρώτησε ό Πιλάτος τόν ’Ιησού: Άπό πού είσαι;». Εκείνος όμως μη θεωρώντας κατάλληλη την ερώτηση γιά νά δώσει άπάντηση, σιωπά καί πάλι. Τί λοιπόν τού λέει ό Πιλάτος; «Σ' εμένα δεν αποκρίνεσαι; Δέν ξέρεις πώς έχω εξουσία νά Σε σταυρώσω όπως έχω καί εξουσία νά Σέ άφήσω ελεύθερο;». Ό Πιλάτος καυχιέται γιά τη Ρωμαϊκή εξουσία, καί ό Σωτήρας προβάλλει την εύνοια τού Πατέρα λέγοντας: «Δέν θά είχες καμμιά εξουσία επάνω μου, εάν δέν σού είχε δοθεί άπό τόν Θεό». Μέ τό «σού είχε δοθεί» εννοεί «σού είχε έπιτραπεί». Καί εκείνο είναι πού μάς γεμίζει μέ μεγάλη κατάπληξη, τό ότι στόν δικαστή δέν άποκρίθηκε μέ πολλά λόγια, όμως τή γυναίκα  τού δικαστή  τή γέμισε μέ φόβο καί μεγάλη ταραχή, ώστε μέ τή σιωπή νά καταπλαγεϊ ό Πιλάτος γιά τήν άνδρεία τού κρινομένου, καί άπό τή σύζυγό του νά βεβαιωθεί ότι δέν δικάζει άπλό άνθρωπο άλλά καί Θεό. Δέν βλέπει ό Πιλάτος τό όραμα, γιά νά μή κατατρομάξει  καί ελευθερώσει τόν Ίησοϋ, καί δεν πραγματοποιηθούν τά σχετικά της σωτηρίας. Τό όραμα δεν παρουσιάστηκε γιά νά μήν πάθει ό Χριστός, άλλά γιά νά σωθεί ή γυναίκα πού ήταν άξια, όπως φάνηκε, μιας τέτοιας άποκαλύψεως, καί νά άποδειχθει τύπος τής ’Εκκλησίας. Διότι κι' αύτή κατοικούσε μαζί με τόν νοητό Πιλάτο, τόν φυσικό νόμο, άλλά μετά ένώθηκε με τόν Χριστό. ’Ελέγχεται βέβαια καί ό Πιλάτος ώς ένας άνόητος καί δειλός. Διότι πήρε νερό καί ένιψε τά χέρια του, καί φαινόταν σάν νά ξεπλένεται καλά άπό τόν φόνο κατά ένα τρόπο, άθωώνοντας τόν έαυτό του μέ τόν λόγο, μέ τό έργο όμως προτιμώντας νά δεχτεί ό δίκαιος τήν άνθρώπινη ταπεινότητα. Τό άθλιο πλήθος τών ’Ιουδαίων ύπέγραψε τό δίκαιο αίμα  τού Ιησού  νά πέσει όχι μόνο έπάνω στά δικά τους κεφάλια, άλλά καί τών τέκνων τους. Διότι είπαν; «Τό αίμα Του έπάνω μας καί έπάνω στά παιδιά μας». Καί βέβαια αυτήν τήν κατάρα δίκαια τή δέχτηκαν όταν κατακόπηκαν μέ τά Ρωμαϊκά ξίφη. Καί τό ότι καί ό Πιλάτος δέν ήταν τελείως άκατηγόρητος, τό έδειξε ό Σωτήρας όταν είπε: «Γι' αυτό, έκεΐνος πού μέ παρέδωσε σ' εσένα έχει μεγαλύτερη αμαρτία άπό τή δική σου».

26. Ό Πιλάτος, λοιπόν, παρέδωσε τόν Ιησού γιά νά σταυρωθεί, ό παράτολμος όμως Ιούδας, όσο έβλεπε τόν Σωτήρα νά δικάζεται, δεν άλλαξε. Διότι νόμιζε πώς, άφοΰ Τόν χλευάσουν γιά λίγο, μετά θά Τόν ελευθερώσουν. Όταν όμως είδε ότι καταδικάστηκε και βρισκόταν στά χέρια τών στρατιωτών, ελεγχόμενος ισχυρά άπό τή συνείδηση, την ντροπή καί τή λύπη, φτάνοντας στά άκρα καί σκεπτόμενος, όπως ήταν φυσικό, τίς κοροϊδίες άπό όλους, ρίχνει τά άργύρια στόν ναό ομολογώντας ότι αμάρτησε καί άπαγχονίζεται. Μερικοί λένε πώς γι' αυτό άπαγχονίστηκε νομίζοντας πώς θά προλάβει τόν Κύριο πού θά πεθάνει καί θά Τόν συναντήσει μέ μόνη τήν ψυχή καί θά Τού ζητήσει συγχώρηση. Έπρεπε όμως, ό άνόητος, μαζί μέ τά άργύρια νά πετάξει καί τήν άπόγνωση καί νά μιμηθει τή μετάνοια τού Πέτρου. Διότι δέν τόν άποστράφηκε ό Χριστός, ούτε έπέτρεψε νά πεθάνει στήν άγχόνη, άλλά οικονόμησε νά σπάσει τό σκοινί, ώστε αύτός νά έλθει σε συναίσθηση. Διότι δέν πέθανε στήν άγχόνη, άλλά μετά σκίστηκε ή κοιλιά του καί πέθανε, όπως διδάσκει τό βιβλίο τών Πράξεων .Οι ιερόσυλοι, όμως, καί θεοκάπηλοι άρχιερεις θεωρώντας ότι κάνουν καλή πράξη αγόρασαν  μέ τά αργύρια εκείνα  τό χωράφι τού κεραμοποιοϋ, ώστε εκεί νά θάβονται οί ξένοι, και  έτσι έστησαν σάν αθάνατη στήλη την άσέβειά τους καί συγχρόνως έκτπληρώνοντας την προφητεία τοϋ Ιερεμία πού λέει: «Καί πήραν τά τριάντα άργύρια, όσο τόν εκτίμησαν οί ’Ισραηλίτες πώς άξίζει και τά έδωσαν γιά τό χωράφι τού κεραμοποιπού.

27. Όμως ας δούμε καί τη σκληρή συμπεριφορά τών στρατιωτών, πού εξευτέλιζαν κάθε μέλος τού Θείου Σώματος, τά πόδια μέ τή γονοκλισία, τά χέρια μέ τό καλάμι, καί μέ τό  άγκάθινο  στεφάνι καί τά ραπίσματα (κολαφισμούς) τό κεφάλι. Καί κολαφισμός είναι μέ κοίλο τό χέρι νά χτυπά κανείς τόν αύχένα, ώστε νά δημιουργειται θόρυβος άπό τό χτύπηχα γιά γέλια. Καί αύτά έκαμναν οί στρατιώτες, όχι χέ διαταγή τού Πιλάτου, άλλά κάνοντας, οί μιαροί, χάρη στούς Ιουδαίους. Διότι όλους, σαν άγέλη, τούς ξεσήκωσε ό διάβολος νά θεωρούν εύχαρίστηση τή σκληρή μεταχείριση τού Χριστού. Καί γιά νά Τόν καιηγορήσουν γιά τυραννία, Τόν ντύνουν οί φονιάδες μέ κόκκινη χλαμύδα. Καί έάν ό ένας άπό τούς Εύγγγελιστές λέει κόκκινη χλαμύδα καί οί άλλοι λένε πορφύρα δέν είναι κάτι καινούργιο. Διότι συμβολικά καί ή πορφύρα καί τό κόκκινο μαρτυρούν γι' Αύτόν ότι είναι ό Βασιλιάς τών πάντων.
Ξεντύθηκε βέβαια τά ιμάτια  ό Κύριος ξεντύνοντας τόν Αδάμ άπό τούς δερμάτινους χιτώνες τής νεκρώσεως. Και επειδή άπό τά αίματα τών ειδωλολατρικών θυσιών ή γή είχε κοκκινίσει, ντύνεται τήν πορφύρα σάν χλαίνη. Καθαρίζοντας πάλι τά άγκάθια τής άμαρτίας, τά όποια βλάστησε ή παράβασηιο φορει άγκάθινο στεφάνύ”. Καί κρατά τό καλάμι καταστρέφοντας τό χειρόγραφο τής δουλείας”. Καί επειδή καταδίωκε τόν νοητό δράκοντα τόν διάβολο  παίρνει τό καλάμύ τό όργανο πού σκοτώνει τά φίδια. Διότι λένε πώς τό φίδι συντρίβεται περισσότερο μέ τά χτυπήματα τών καλαμιών. Τότε, λοιπόν, οι στρατιώτες μ' αύτά Τόν χλεύαζαν. Όμως εγώ φοβάμαι μήπως καί σήμερα ύπάρχουν μερικοί στην εκκλησία πού γονατίζουν μπροστά στόν Ιησού καί Τόν εμπαίζουν. Διότι αύτοί παρουσιάζοντας ύποκριτικά τήν άρετή, ή πού δέν έχουν καλή διάθεση γιά τό μυστήριο τής πίστεως δεν μοϋ φαίνεται νά διαφέρουν άπό τούς τότε, πού γονατίζοντας περιέπαιζαν τόν Κύριο.

28. Αύτοί λοιπόν οι μολυσμένοι δολοφόνοι με τόσα πολλά αφού έβρισαν καί ένέπαιζαν  τόν Κύριο  Τόν πήγαν γιά νά Τόν σταυρώσουνε  καί όπως σε κατάδικο Τόν φορτώνουν με τό ξύλο τού Σταυρού, όπως καί γι' αύτό λέει ό Ήσαΐας: «Ή έξουσία Του βρίσκεται στόν ώμο Του. Αυτός σηκώνει τις αμαρτίες μας καί θεράπευσε τίς αρρώστιες μας». Διότι έπρεπε, ναί έπρεπε, στόν Σταυρό νά θεραπευθεΐ ή κατάρα τού νόμου”. Αλλά βέβαια καί ό Ισαάκ, πού ήταν τύπος τού πάθους τού Ιησού, ό ίδιος κρατούσε τά ξύλα τού ολοκαυτώματος”". Καί άφοΰ λοιπόν  ό Κύριος  έκπλήρωσε αύτό πού πρωτοτυπώθηκε, τότε ό Σίμων ό Κυρηναΐος άγγαρεύθηκε καί ύπηρέτησε σηκώνοντας τόν Σταυρό. Επειδή Σίμων σημαίνει «ύπακοή» καί Κυρηναΐος σημαίνει «ετοιμότητα», καί ή Κυρήνη είναι μιά άπό τίς πόλεις τής Πενταπόλεως, τό ύπονοούμενο είναι: Αφού έτοιμάστηκε  ό Σίμων  μέ τήν ύπακοή πού ορίζει τό Εύαγγέλιο, μέ τίς αισθήσεις σηκώνει τόν σταυρό τής πρακτικής άρετής καί άκολουθεΐ τόν Χριστό, φωνάζοντας δυνατά μαζί μέ τόν Παύλο: «Έγώ γιά τόν κόσμο είμαι σταυρωμένος  νεκρός».
29. Καί ακολουθούσαν  τόν Ιησού  γυναίκες μαθήτριες Του καί φώναζαν καί θρηνούσαν με στεναγμούς γιά την άδικη καταδίκη Του. Αύτών τών γυναικών την άκαιρη συμπάθεια έλέγχοντας ό Σωτήρας τίς εμποδίζει νά θρηνούν καί λέει: «Γυναίκες τής Ιερουσαλήμ, μήν κλαίτε γιά Έμένα» Διότι τό Πάθος  τού Κυρίου  δεν ήταν χωρίς τή θέλησή Του ώστε νά χρειάζεται νά Τόν παρηγορήσουν. Καί προλέγει τά όσα κακά θά τίς συμβούν άπό τήν πολιορκία  τής Ιερουσαλήμ  οπότε θά χαθούν εξ όλοκλήρου οι Ιουδαίοι: «Γιατί έρχονται ήμέρες πού θά λένε: Καλότυχες οΐ άτεκνες, όσες δέν γέννησαν κι’  όσες δέν θήλασαν παιδιά»“ Διότι τότε ή άτεκνία θά θεωρείται καλύτερη άπό τό νά σκεπαστούν άπό τά βουνά καί τά όρη. «Γιατί άν αύτά γίνονται στα χλωρά ξύλα, τί θά γίνει μέ τά ξερά;» χλωρό ξύλο ονομάζει τόν Εαυτό Του, διότι ήταν άληθινά τό ξύλο  δέντρο τής ζωής πού κάνει καλούς καρπούς, ήταν καί χλωρό τό όποιο παράγει καρπό μέ τά θαύματά πού τελούσε καί μέ τή γλυκύτητα τής διδασκαλίας. ’Εάν, λοιπόν, λέει  ό Κύριος  οΐ Ρωμαίοι μού κάναν τέτοια κακομεταχείριση παραδομένον σ' αύτούς άπό τούς Ιουδαίους, τί θά κάνουν σ' αύτούς, πού είναι σάν τό ξερό ξύλο, γιά τήν άσέβεια πού τούς χαρακτηρίζει;

30, Καί Τόν σταυρώνουν στόν Γολγοθάΐ, στόν όποιον λέγεται ότι έχει ταφεί τό σώμα τοΰ Αδάμ, ώστε με τό Πάθος τοΰ νέου Αδάμ  Χριστού νά ξαναγεννηθεϊ μέ ανάσταση ό παλαιός  Αδάμ Και ό Μάρκος λέει πώς ό Κύριος σταυρώθηκε την τρίτη ώρα, ύποδηλώνοντας έτσι καί την ώρα τής καταδικαστικής  άποφάσεως. Οι ύπόλοιποι  Ευαγγελιστές  είπαν πώς  ή σταύρωση έγινε  την έκτη ώρα δηλώνοντας αύτήν την Ιδια την ώρα κατά την όποια ή νοητή άμπελος ο Χριστός  κρεμάστηκε στό στήριγμα τού Σταυρού. Διαφορετικά βέβαια γράφοντας οι Εύαγγελιστές τά γεγονότα, καί ό ένας λέγοντας πώς Τού προσφέρθηκε ξύδι καί χολή, ό άλλος πάλι ότι Τού έδωσαν νά πιει κρασί άνακατεμένο μέ  άναισθητική  σμύρνα, καί ό τρίτος άπλώς ξύδι,  δέν πρέπει νά λογαριάσουμε πώς ύπάρχει διαφωνία. Διότι στήν άταξία τόσου στρατού, πολλών πού συμπεριφέρονταν σαν μεθυσμένοι, καί περισσότερα  άκόμη  συνέβησαν άπό όσα περιγράφονται.

Υπάρχουν βέβαια πολλοί τρόποι θανάτου  ό Κύριος όμως  καταδέχτηκε τόν καταραμένο σταυρικό θάνατο. Διότι λέει ό νόμος: «Καταραμένος όποιος κρεμιέται επάνω σέ ξύλο. Ό Κύριος, Λοιπόν, πού θεράπευσε διά τού Εαυτού Του τά δικά μας πάθη , έάν δέν είχε γίνει κατάρα  ό Ιδιος , πώς θά μπορούσε νά θεραπεύσει τη δική μας κατάρα; Και άλλιώς, ό Σταυρός πού χωρίζεται σέ τέσσερα μέρη, δήλωνε τή δύναμη τού Σταυρωμένου, τή δύναμη πού άπλώνεται σέ όλα. Διότι μέ τόν Σταυρό πού έχει τέσσερα μέρη, συγκέντρωσε τούς άπομακρυσμένους άπό τά τέσσερα άκρα τής γής, σύμφωνα μ' αύτά πού λέει ό Ήσαΐας Λοιπόν, γιά νά συγκεντρωθούν γενικώς τά πάντα σέ μιά πίστη, προτιμήθηκε ό θάνατος μέσω τού Σταυρού, καί τότε πραγματοποιούνται όλες οΐ ιερές προφητείες τών Προφητών. Τού Δαβίδ πού έλεγε; «Μοΰ έδωσαν αντί γιά φαγητό χολή καί όταν δίφασα μέ πότισαν μέ ξύδι». Καί τού Ήσαΐα: «Αυτός γιά χάρη μας αισθάνεται φοβερούς πόνους, καί Τόν είδαμε καί δέν ήταν εμφανίσιμος, ούτε είχε ώραιότητα»'. Καί τού Ζαχαρία: «Γιατί είναι αύτές οί πληγές στά χέρια Σου. Σταυρώνουν μαζί Του καί δύο ληστές νά Τόν περιυβρίσουν όπως νόμιζαν, άλλά αύτό δέν ήταν άγνωστο στούς Προφήτες, πού είπαν πολύ καθαρά;
«Καί συγκαταλέχθηκε μέ τούς παράνομους»!, καί αύτό ήταν συγχρόνως μιά προφητεία γιά τούς δύο Λαούς, καί έμάς πού πιστέψαμε προερχόμενοι άπό τά έθνη, καί εκείνους τούς περιτμημένους Ιουδαίους Διότι καί οι δυό εϊμασταν άνομοι καί ληστές. Εμείς ώς παραβάτες τού φυσικού νόμου, καί έκεΐνοι  ώς παραβάτες  καί τού φυσικού καί τού γραπτού νόμου.

31. «Επάνω άπό τό κεφάλι Του έβαλαν μιά επιγραφή μέ την αιτία τής καταδίκης: Αύτός είναι ό Ιησούς ό Βασιλιάς των Ίουδαίων» Επειδή δέν μπορούσαν νά Τόν κατηγορήσουν γιά κάποιο έγκλημα, θέλοντας νά Τόν έπιτεθούν τυραννικά, σχεδίασαν νά γραφτεί ό τίτλος. Ό Πιλάτος όμως επικρίνοντας την κακοήθειά τους καί σάν νά έδινε απολογία, ώστε κανένας νά μη νομίσει τόν Ιησού τό ίδιο μέ τούς ληστές, όπως ύπήρχε τέτοιο σχέδιο στους Ιουδαίους, μέ τά γραμμένα στην επιγραφή κλείνει τά στόματά τους, σάν νά είναι κάποιο τρόπαιο γράφοντας τίς λέξεις. Καί αύτούς άπό τη μιά μεριά καταντροπιάζοντας, γιατί επαναστάτησαν κατά τού Βασιλιά τους, καί άπό την άλλη δείχνοντας πώς έπαθε χωρίς καμμιά αιτία έναντίον Του. Καί όχι μόνο σέ μιά γλώσσα, αλλά φανερώνοντας τη μανία τών Ιουδαίων σέ τρεις τότε γνωστές γλώσσες. Καί οίκονομήθηκε έτσι ή έπιγραφή τού τίτλου, ώστε με τά νά φανερωθεί ότι είναι ό Σταυρός τού Κυρίου. Διότι οι σταυροί τών ληστών ήταν χωρίς τίτλο. Ή τριπλή λοιπόν επιγραφή του τίτλου έδειξε πώς ό Σταυρωμένος είναι Βασιλιάς τής πρακτικής, καί τής φυσικής καί τής θεολογικής φιλοσοφίας (=εύσεβείας). Διότι οι Ρωμαίοι ώς πιό καρτερικοί είναι σύμβολο τής πρακτικής φιλοσοφίας. Οι Έλληνες είναι τής φυσικής, επειδή ασχολούνται με τά γήινα, καί γιά τήν εβραϊκή φανερώθηκε ή θεολογική φιλοσοφία, γιατί ανέκαθεν οΐ Εβραίοι, άφέθηκαν στόν Θεό.

32. «Οί περαστικοί κουνούσαν ειρωνικά τό κεφάλι τους καί Τόν έβριζαν: Έσύ είσαι πού θά γκρέμιζες τόν ναό καί σέ τρεϊς ήμερες θά τόν οικοδομούσες; Σώσε τόν Εαυτό Σου. Έάν είσαι Ύίός τού Θεού, κατέβα άπό τόν Σταυρό. Τό ίδιο έλεγαν καί οί ληστές πού ήταν σταυρωμένοι μαζί Του»“. Πρηγουμένως ό διάβολος έβαλε σέ πειρασμό τόν Κύριο στό όρος' καί, όταν νικήθηκε κατά κράτος, άπομακρύνθηκε άπό Αύτόν, όπως λέει ό Λουκάς, μέχρι κάποιον καιρό σημαίνοντας μέ αύτό τόν μέχρι τό Πάθος καιρό. Διότι κατά τό Πάθος  ό διάβολος  ήρθε ορμητικός στά πράγματα σάν κάποια θύελλα προσωποποιημένη πολεμώντας τόν Κύριο μέ ασταμάτητους καί συνεχώμενους πειρασμούς.
Προετοίμασε προδότη τόν  Ιούδα τόν  μαθητή“ έτρεψε σε φυγή τούς άλλους μαθητές, έκανε αρνητή τόν Πέτρο, τόν πιό θερμό από όλους. Μετά γέμισε μέ μανία τούς Γραμματείς, ξεσήκωσε τά πλήθη εξαγρίωσε τούς ύπηρέτες», χαλάρωσε γιά νά μή έκδώσει δίκαια απόφαση  τόν δικαστή, τρόχισε τή γλώσσα κι αύτών πού σταυρώθηκαν μαζί Του. Καί αφού εκπλήρωσε αύτά γιά τά όποια έσπευδε, επειδή έβλεπε πώς όλα τά ύπέμενε  ό Κύριος  μέ μακροθυμία, προσβάλλει καί σ' αύτόν τόν Σταυρό, προετοιμάζοντας τούς περαστικούς νά βρίζουν καί νά λένε: «Άν είσαι Υιός τού Θεού κατέβα από τόν Σταυρό» Αύτό βέβαια τό έλεγε  παλαιότερα  καί στό όρος  των πειρασμών «Άν είσαι Υιός τού Θεού, πες νά γίνουν αύτές οί πέτρες ψωμιά, καί «Άν είσαι Υιός τού Θεού, πέσε κάτω». Καί τώρα μαζί μέ τά στόματα τών ασεβών πάλι λέει; «Έάν είσαι Υιός τού Θεού, κατέβα από τόν Σταυρό»Διότι βλέποντας τά θαύματα φοβόταν μήπως είναι Θεός, όπως καί ήταν, καί γι' αυτό Τόν προκαλει νά κατεβεί άπό τόν Σταυρό, ώστε νά άνατραπει τό μεγάλο έργο τής σωτηρίας. Αλλά ό Σωτήρας γνωρίζοντας τό δόλωμα, καί άναγνωρίζοντας τόν άπό πρίν πειραστή, κρίνει πώς είναι άνάξιο ό Βασιλιάς νά πείθεται σ' έκείνους πού Τόν προστάζουν νά κάνει παράλογα πράγματα, παρασύρει τόν απατεώνα νά παραπλανηθεΐ.

33. Ό ένας άπό τούς δύο ληστές, όντας πιό εύαίσθητος καί αισθανόμενος εντονότερα τό ορθό άπό τά θαύματα πού έβλεπε, καί άφού ήρθε σέ συναίσθηση, άρπάζει τή σωτηρία καί άποδοκιμάζει τόν άλλο ληστή  πού βρίζει, καί ομολογεί τόν Χριστό πώς είναι Βασιλιάς καί Τού ζητά νά τόν θυμηθεί στή Βασιλεία Τουδ κι άμέσως δέχεται τή δωρεά πού τού έρχεται άπό τόν Θεό. Διότι τού λέει ό Σωτήρας: «Σέ βεβαιώνω πώς σήμερα κιόλας θά είσαι μαζί μου στόν παράδεισο».
Όμως εδώ έγινε μεγάλη διαφωνία στούς εξηγητές. Διότι άλλοι λένε: Δέν μπήκε στόν παράδεισο ό ληστής, διότι είναι περισσότερο σωστό αυτό πού είπε μέ σαφήνεια ό Παύλος γιά τούς άπό τήν άρχή τού κόσμου άγίους, ότι «αύτοί δέν πήραν ό,τι τούς ύποσχέθηκε ό Θεός. Αύτός είχε προβλέφει κάτι καλύτερο γιά εμάς, έτσι ώστε νά μή φτάσουν εκείνοι στην τελειότητα χωρίς έμάς» Διότι βέβαια τό «σήμερα κιόλας θά είσαι μαζί μου στόν Παράδεισο», δεν έρχεται σέ αντίθεση μέ τό νόημα. Τό «σήμερα» έχει ειπωθεί γιά νά δείξει τό σταθερό τής ύποσχέσεως, όπως εκείνο πού ειπώθηκε στους πρωτοπλάστους: «Όποια ήμερα θά φάτε άπό αυτόν  τόν καρπό  θά πεθάνετε».
Άλλοι διαιρούν τό ρητό  διαφορετικά  βάζοντας κόμμα στό «σήμερον» καί μετά κάνουν άλλη αρχή  τού νοήματος  μέ τό «θά είσαι μαζί μου στον παράδεισο», σάν ή ύπόσχεση  τού Κυρίου νά αφορά τό μέλλον.

Άλλοι πάλι άποφαίνονται άντίθετα μ' αύτά καί λένε πώς άμέσως ό ληστής μπήκε στήν Έδέμ, καί μάρτυρες τού λόγου παρουσιάζουν τούς ιερούς μελωδούς, μεταξύ τών όποίων καί ό θείος Κοσμάς λέει τά εξής: «Ή θεότητα τού Χριστού υπάρχει μία καί άχώριστη, στόν άδη καί στόν τάφο καί στήν Έδέμ». Σύμφωνα καί μέ όσα λέει ό  Ιωάννης  ό Δαμασκηνός «Χριστέ, ώς Θεός, ήσουν μέ τό Σώμα Σου στόν τάφο, καί στόν άδη μέ την ψυχή, στόν Παράδεισο μέ τόν ληστή καί στόν θρόνο μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Πνεΰμα, γεμίζοντας τά πάντα Έσύ πού είσαι έξω άπό κάθε περιγραφή» Και τόν λόγο τού Αποστόλου Παύλου πού λέει «δέν πήραν ό,τι τούς ύποσχέθηκε ό Θεός», τόν έρμηνεύουν ρητορικότερα, λέγοντας πώς τά αγαθά πού ύποσχέθηκε ό Θεός είναι ή Βασιλεία τών ουρανών και όσα σ' αύτήν περιέχονται τά όποια «μάτι δέν τά είδε κι αντί δέν τά άκουσε»
Τόν Παράδεισο καί τά μάτια τών Αρχηγών τού γένους μας  τόν είδαν  καί τά αύτιά τόν ακόυσαν. Λοιπόν, δέν είναι απίθανο καί ό ληστής τώρα νά πήρε τήν ύμνολογημένη Έδέμ, καί στό μέλλον νά γίνει κάτοχος καί τής άνω Βασιλείας. Έμεϊς γι' αυτά δέν έχουμε διαφορετική γνώμη. Αφού μυηθήκαμε μέ τίς διδασκαλίες τών Πατέρων, λέμε πώς ό Παράδεισος είναι αισθητός καί νοητός, λέμε πώς ή ψυχή τού ληστή μπήκε στή συνέχεια στό νοητό μέρος τού Παραδείσου. Γιατί πώς μπορεί στόν αισθητό τόπο νά διαβιεϊ ή νοερή ούσία  τής ψυχής  πού είναι πέρα άπό τίς αισθήσεις; Διότι έτσι φαίνεται νά έκπληρώνεται ό λόγος τού Κυρίου, αλλά καί ή μαρτυρία των ιερών ύμνογράφων. Καί αυτό πού είπα τό ύμνεΐ πιό καθαρά ή καλλιέπεια άλλου ύμνου πού λέει τά εξής: «Τόν ληστή πού ήταν στόν σταυρό καί Σέ αναγνώρισε ώς Θεό, τόν έκανες κληρονόμο τού νοητού Παραδείσου»!.

34. «Άπό τό μεσημέρι, έως τίς τρεις τό απόγευμα έπεσε σκοτάδι σέ όλη τή γή»! Επειδή κατά την έκτη ώρα δημιουργήθηκε ό Αδάμ, ήταν έπόμενο, νά άναπλασθεί κατά την έκτη ώρα μέ τό Πάθος τού Χριστού!. Αφού ή παράβαση έγινε κατά τήν έκτη ώρα τήν ίδια ώρα γίνεται καί ή επανόρθωση. Όμως ή κτίση βλέποντας τόν Κτίστη νά βρίζεται άπό τά κτίσματα όπλίσθηκε γιά νά άμυνθεϊ. Καί ή σελήνη, αν καί ήταν πανσέληνος άπέναντι στόν ήλιο, έτρεξε μέ άπερίγραπτη ταχύτητα έξω άπό τά όριά της, άπομακρύνοντας τή λαμπρότητά του καί δημιούργησε σκοτάδι. Καί όχι μόνο σέ ένα μέρος της γης, άλλά σέ όλόκληρη τή γή, ώστε καί οί σοφοί τών απομακρυσμένων τόπων νά αισθανθούν τό θαύμα. Διότι ήταν αδύνατον νά γίνει έκλειψη, εάν δεν υπάρξει συμπόρευση αυτών τών δύο άστέρων. Επομένως ήταν άνώτερο τό θειο πνεύμα άπό τή φυσική πορεία καί μέ μεγάλη ταχύτητα ή σελήνη οδηγήθηκε στό άντίθετο ήμισφαίριο στό νά καλύψει τόν ήλιο, καί άφού γιά τρεις ώρες τόν είχε σκεπασμένο, καί μαύρισε μέ σκοτάδι τής νύχτας τήν οικουμένη, έπέστρεψε στήν άντίθετη  κανονική της  θέση. Καί έπομένως αύτό είναι εκείνο πού προφήτεψε ό Αββακούμ: «Ό ήλιος υψώθηκε καί ή σελήνη στάθηκε στή θέση της». Διότι, όταν υψώθηκε ό Ήλιος τής δικαιοσύνηςι στόν Σταυρό, υψώθηκε καί ό αισθητός ήλιος  παύοντας  νά φωτίζει τή γή, καί ή σελήνη ύπηρετώντας τό θαύμα, μετά στάθηκε στή θέση της.

Καί ή γή κλονιζόταν Απειλώντας νά ανοίξει τά σπλάχνα της καί νά κλείσει μέσα στά ανοίγματα τούς μιαρούς. Βεβαίως καί ή θάλασσα φούσκωσε άπό τόν θυμό της, γιά νά ύπερβει τά όριά της καί νά φέρει κατακλυσμό στήν οικουμένη. Καί ίσως αν συγκλονιζόταν, ή κτίση άμέσως θά χανόταν, αν δεν συγκρατιόταν από τό πνεύμα τού Χριστού ό Όποιος έπασχε. Αύτός παρακαλούσε τόν Πατέρα νά δείξει εύσπλαχνία πρός τούς υβριστές λέγοντας: «Πατέρα, συγχώρησέ τους, δέν ξέρουν τί κάνουν». Έτσι μέ πραότητα καί μακροθυμία ύπέφερε τά πάντα μέχρι τό τέλος νομοθετώντας μέ τό παράδειγμά Του νά είμαστε κι εμείς μακρόθυμοι.

35. Τί, λοιπόν, λέει κάποιος; Απολάμβαναν αύτη τη συγχώρηση αυτοί πού όρκίζονταν εύκολα κατά τού Κυρίου  καί μετά καταστράφηκαν όταν πιά είχαν γεράσει; Σκεφτόμαστε, λοιπόν, πώς αύτοί πού τότε πέθαναν, συγχωρήθηκαν άπό τό άμάρτημα πού έκαναν άπό άγνοια. Γιατί δέν έμεινε χωρίς κέρδος  γι' αυτούς  ή προσευχή τού Κυρίου πρός τόν Πατέρα. Όμως όσοι μετά άπό αυτά τά γεγονότα είδαν θαύματα καί πληροφορήθηκαν γιά την Ανάσταση, άλλά δέν έβγαλαν άπό έπάνω τους την άπιστία, σάν αύτη νά ήταν άνεξίτηλη βαφή, αύτοί, όπως ήταν επόμενο, δέν άπόλαυσαν αυτή τήν ώφέλεια τής συγχωρήσεως. Διότι όσους δέν έπεισε ή γή πού έτρεμε άπό τά βάθη της οι πέτρες πού κομματιάζονταν καταπέτασμα  τού ναού  πού σκίστηκε καί ή ήμέρα πού σκοτείνιασε καί ό ήλιος πού κρύφτηκε, είναι άπίθανο αύτοί νά προβάλλουν άγνοια. Γι' αύτό καί ώς ανόητοι παραδόθηκαν στη μεγάλη οργή των Ρωμαίων.

36. Οι στρατιώτες λοιπόν κακομεταχειρίστηκαν όσο ήθελαν  τόν Κύριο  καί μάλλον όσο τούς επιτρεπόταν, στη συνέχεια καί σύμφωνα μέ την προφητεία τών Ψαλμών έκαναν τη διανομή τών ίματίων. Όχι βέβαια καί τών ληστών πού σταυρώθηκαν μαζί, άλλα μόνο τού Χριστού μοιράστηκαν τά ίμάτια. Τόν άρραφο όμως χιτώνα Του, πού ήταν ύφαντός άπό επάνω μέχρι κάτω, δέν τόν έσκισαν, άλλά τόν έδωσαν σ' αύτόν πού τού έτυχε ό κλήρος’'. Καί ήταν άρραφος άπό επάνω μέχρι κάτω, έπειδή οί Γαλιλαιοι συνήθιζαν νά κάνουν τούς χιτώνες άπό· δύο κομμάτια ενωμένα μέ ραφή επάνω στόν ώμο. Αύτόν όμως τόν χιτώνα πρέπει νά τόν έκλάβουμε ώς ένα άρραφο ύφασμα. Καί υποδήλωνε ό χιτώνας τήν άγια σάρκα τού Λόγου, τήν οποία δέν τήν συνέρραψε σπέρμα καί ηδονή, άλλά ήταν ύφασμένη άπό τόν ούρανό μέ τή χάρη τού Αγίου Πνεύματος. Διότι, άν καί ό Λόγος κάτω γεννήθηκε κατά τή σάρκα, προερχόταν άπό ψηλά, άπό τόν Θεό καί Πατέρα.
’Επειδή ήταν έκεϊ παρούσα καί ή Παρθένος Μητέρα Του, πού ήταν πυρωμένη στά σπλάχνα καί είχε δεχτεί στήν καρδιά τό ξίφος τής λύπης, όπως τής τό προφήτεψε ό Συμεών’, τήν άφήνει στόν άγαπημένο Του μαθητήΐ επειδή ήταν αγνός καί παρθένος καί παρέμεινε κοντά Του μέχρι τών τελευταίων κινδύνων καί μπορούσε νά την παρηγορήσει καί νά διδάξει τό μυστήριο τού Πάθους στίς θεολογικές προτάσεις.

37. Μετά από αυτά  ό Κύριος  είπε εκείνο τό ρητό άπό τούς Ψαλμούς: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί μέ έγκατέλειψες;» όχι γιατί Αύτός έγκαταλείφθηκε ή χρειαζόταν βοήθεια, διότι είχε πει πρίν «δέν είμαι μόνος, αλλά είναι μαζί μου ό Πατέρας μου», άλλά αυτά τά λέει έκ μέρους όλης τής άνθρωπότητας, κάνοντας δική Του τή δική μας κατάσταση καί έλκύοντας πρός εμάς τό έλεος τού Θεού. Διότι εμείς είμασταν οι έγκαταλειμμένοι, όπως λέει ή φωνή τού θεολόγου  Γρηγορίου Τό λέει αύτό καί έκ μέρους τών Ισραηλιτών, διότι ήταν τόσο μεγάλη σ' αύτούς ή εγκατάλειψη, ώστε νά γίνουν θεοκτόνοι, καί νά φτάσουν μέχρι τόσο μεγάλου τολμήματος.

38. Καί άφοΰ έκπλήρωσε ήδη όλα αυτά γιά τόν Εαυτό Του, είττε: «Τετέλεσται». Δηλαδή καί τά Λόγια τών Προφητών καί τά σχετικά με τή σωτηρία καί τά σχετικά με τήν άσέβεια τών Ιουδαίων έχουν τελειώσει. Καί έτσι βγάζοντας δυνατή φωνή «Πατέρα, στά χέρια Σου παραδίνω τό πνεύμα μου» καί γέρνοντας τό κεφάλι παρέδωσε τό πνεύμα. Καί σ' αύτά εκπληρωνόταν καί ή προφητεία τού Ίωήλ: «Ό ήλιος καί ή σελήνη θά σκοτεινιάσουν, ό Κύριος όμως θά κραυγάσει στή Σιών καί θά φωνάξει στην Ίερουσαλήμ Καί φωνάζει μέ δυνατή φωνή, δείχνοντας ότι μέ εξουσία άφήνει τήν ψυχή. Τήν παραδίδει στά χέρια τού Πατέρα, ώστε άμέσως μετά νά τήν πάρει ώς παρακαταθήκη καί αύτό ήταν πού έλεγε στους Ιουδαίους: «Έγώ θυσιάζω τή ζωή μου, ώστε νά τήν ξαναπάρω πίσω». Καί συγχρόνως δίνοντας ελπίδες σ' εμάς τού ποτέ πιά νά μήν πηγαίνουν οι ψυχές τών πιστών στόν άδη, άλλά νά δίνονται στά χέρια τού Θεού. Καί γέρνει τό κεφάλι, δηλαδή κάνει νεύμα προσκαλώντας τό τέλος σάν  αύτό νά είναι μιά υπηρέτρια. Διότι μέ εξουσία πρόσφερε τό Σώμα Του στόν θάνατο, ώστε μέ φυσικό τρόπο νά ύποστει τά πάθη καί ύπερφυσικά ώς Θεός νά άναστηθει.

39. Αμέσως μετά σκίζεται τό καταπέτασμα τού ναοΰ , τό όποιο ήταν ένα ύφασμα κρεμασμένο άπό τη μιά άκρη ώς την άλλη στό μέσον τού ναού, καί κάλυπτε τά όσα τελούνταν καί άφηνε όρατά καί προσβάσιμα τά άδυτα μόνο στόν άρχιερέα. Καί επειδή ύπήρχε συνήθεια στους Ιουδαίους όταν άκουγαν βλασφημίες κατά τού Θεού, νά σκίζουν τά ρούχα τους, ό ναός παίρνει τό σχήμα τών πενθούντων καί οδύρεται γιά τό τόσο μεγάλο τόλμημα  τών Ιουδαίων  καί ώς χιτώνα σκίζει τό παραπέτασμα. ’Ίσως βέβαια νά δήλωνε άπό πρίν τήν έρήμωση πού θά πάθαινε όταν έπρόκειτο νά κυριευθει, καί συγχρόνως δείχνοντας ότι έφευγε άπό τόν ναό ή θεία δύναμη άναχωρώντας μπροστά στήν άσέβεια τών Ιουδαίων. Σήμαινε άκόμη καί τήν άσέβεια τού νόμου, πού ήταν πρίν σάν καταπέτασμα άττλωμένη καί έκρυβε τήν αλήθεια, άλλά τώρα πού άφαιρέθηκε τό κάλυμμα, φανέρωσε τό εσωτερικό κάλλος. Καί γενικά σκίζεται  τό καταπέτασμα  διότι τό κήρυγμα τής σωτηρίας δέν έχει μερική τή διασάφηση.
40. Σείσθηκε ή γή άκούγοντας τόν Αγγαίο νά λέει έξ΄ όνόματος τού Χριστού: «Έγώ σείω τόν ουρανό καί τή γή καί τή θάλασσα»”, καί άμέσως  τή φωνή  τού Αββακούμ: «Σταμάτησε, καί σαλεύθηκε ή γή καί έλιωσαν τά βουνά»! Διότι, όταν στήθηκε ό Σταυρός, σαλεύθηκε ή γη και κατανικήθηκαν οΐ τρομαγμένοι δαίμονες. Αλλά σειεται ή γή φανερώνοντας πώς γίνεται μετακίνηση τών πραγμάτων. Σκίστηκαν οΐ πέτρες σημαίνοντας πώς θά διανοιχθοΰν οι πέτρινες καρδιές τών εθνών, γιά νά υποδεχτούν τά σπέρματα τοΰ Ευαγγελίου καί θά στερεωθούν στό θεμέλιο τού άκρογωνιαίου λίθου. Καί ή άνάσταση τών νεκρών φανέρωσε την άπελευθέρωση τών ψυχών άπό τόν άδη.
41. Έδώ είναι πού μπορεί κανείς νά άπορήσει γιά τό πότε έγινε ή άνάσταση τών νεκρών, πρό τής Αναστάσεως τοΰ Χριστού, ή μετά άπό αύτήν; ’Εάν, λοιπόν, έγινε πρό τής Αναστάσεως, όπως θεωρεί ό θειος Μάξιμος, είναι φανερό πώς πάλι πέθαναν. Διότι ό Χριστός ήταν πρωτότοκος τής άφθάρτου Αναστάσεως. Έάν όμως  άναστήθηκαν  μετά τήν Ανάσταση τοΰ Χριστού, τό όποιο πρέπει νά άκολουθήσουμε, πρέπει νά άναγνώσουμε τή φράση κατά ύπέρβαση: «Πολλοί άγιοι πού είχαν πεθάνει άναστήθηκαν» μετά τήν Ανάστασή Του, καί μετά έτσι πρέπει νά άποδοθει; «καί βγήκαν άπό τά μνήματα καί μπήκαν στήν άγία πόλη  Ιερουσαλήμ καί εμφανίστηκαν σέ πολλούς». 

Διότι, όταν τό ζωηφόρο Σώμα  τοΰ Χριστού  τάφηκε στή γή, καί κατέβηκε στόν άδη ή θεία ψυχή, τά σώματα των άγιων αίσθάνθηκαν τή ζωτική ψυχή, και οι ψυχές τους ελευθερώθηκαν καί πολλές ένώθηκαν μέ τά σώματά τους. Καί έφτασε σ' εμάς λόγος άπό τόν ούρανό πολύ άξιόπιστος, πού λέει πώς καί ό πολύαθλος Ίώβ άναστήθηκε τότε. Καθαρή τήν είδηση γι' αύτό παρουσιάζει καί τό δικό του ιερό βιβλίο, πού έτσι λέει περίπου στό τέλος του, ότι πρόκειται νά άναστηθεϊ ό Ίώβ’ μαζί μέ εκείνους πού θά άναστήσει ό Κύριος, γεγονός πού πραγματοποιήθηκε στήν Ανάσταση τού Χριστού.
Μέ τό άνοιγμα βέβαια τών μνημάτων έγινε γνωστή καί ή καταστροφή τού άδη καί ή Ανάσταση τού Κυρίου. Καί όταν βγήκε άπό τόν τάφο ό Αρχηγός τής σωτηρίας μας, τότε άνέβαιναν χαρούμενοι κι αύτοί άπό τά μνήματα καί έλεγαν τά λόγια τού Ώσηέ: «Θά μάς θεραπεύσει καί θά μάς άνανεώσει μετά άπό δύο ημέρες καί την τρίτη ημέρα θά άναστηθοΰμε.
 Καί έτσι χαρούμενοι μπήκαν στήν άγία πόλη, καί τήν έπίγεια καί τήν πόλη τής Έδέμ, προπορευομένου τού Σωτήρα καί βάζοντας μέσα τόν ληστή, σύμφωνα μέ τήν ύπόσχεση.
42. Τότε καί ό έκατόνταρχος βλέποντας τό πώς ξεψύχησε μέ εξουσία, πώς σκίστηκαν οι πέτρες καί κλονίζονταν ή γή, έφτασε σέ τόσο μεγάλη κατάνυξη, ώστε καί πίστεψε καί ομολόγησε τόν Χριστό πώς είναι Υίός τού Θεού Μετά τελειώθηκε και μέ μαρτυρικό θάνατο. Και πρόσεξε και πόσο κοντά παρέμεναν οι μαθήτριες. Τόν άκολουθοΰσαν άπό τή Γαλιλαιαοι και Τόν διακονοϋσαν μέ τά δικά τους χρήματα, μετά παρευρισκονταν στους κινδύνους και Τόν άκολουθοΰσαν κλαίγοντας γοερά, όταν Τόν έσερναν στόν Σταυρό, και ήταν πλησίον, όταν Τόν κάρφωναν, και δέν άπομακρύνονταν παρατηρώντας πού θά τοποθετηθεί, ώστε όταν πάψει ή λύσσα τών Ιουδαίων νά άρπάξουν τήν εύκαιρία καί νά έλθουν νά άλείψουν μέ μύρα τό Σώμα Του.
43. Ηταν παραμονή τοΰ Πάσχα, καί οί Ιουδαίοι δέν ήθελαν νά μείνουν τά σώματα τών σταυρωμένων επάνω στόν σταυρό τήν ήμέρα τοΰ Σαββάτου, γιατί ή ήμέρα έκείνη ήταν πολύ μεγάλη γιορτή. Γι' αυτό παρακάλεσαν τόν Πιλάτο νά διατάξει νά σπάσουν τά σκέλη τους καί νά τούς πάρουν άπό έκεΐ». ’Επειδή τό τολμηρό τους αύτό έργο έφτασε στό τέλος  παρουσιάστηκαν ως τηρητές τοΰ νόμου. Δήθεν οΐ θεομίσητοι καί διεφθαρμένοι καί κατεχόμενοι άπό τόν κακό δαίμονα άξιώνουν άπό τόν ηγεμόνα νά σπάσουν τά σκέλη τών σταυρωμένων. Συγχρόνως επιταχύνοντας τό τέλος τοΰ Ίησοΰ άλλά υποκριτικά λέγοντας πώς τηροΰν καί τή νομική διάταξη. Διότι έτσι διέταξε ό Μωϋσής: «’Εάν κάποιος διαπράξει ένα αμάρτημα πού τιμωρείται με θάνατο  καί καταδικαστεί γι' αύτό  καί τόν κρεμάσετε σέ ξύλο, τό σώμα του δεν πρέπει νά μείνει κρεμασμένο στό ξύλο, άλλά θά τόν θάψετε την ίδια ήμέρα». Τών ληστών λοιπόν, πού άκόμη άνέπνεαν, έσπασαν τά σκέλη τους μέ ρόπαλαο. Στόν Ιησού όμως, όταν είδαν πώς πέθανε, αύτό δεν τό έκαναν. Διότι δέν επιτρεπόταν νά σπάσουν τά όστά τού Ιερού θύματος, διότι καί τού τυπικού αμνού ό νόμος απαγόρευε τη συντριβή τών όστών. 'Όμως ένας θρασύς στρατιώτης διαπέρασε μέ τη λόγχη την πλευρά Του και αμέσως ακολούθησε ένα παράδοξο θαύμα. Διότι σάν από μιά ορμητική πηγή τής πλευράς βγήκε νερό και αίμα. Καί μέ τό νερό καταστρεφόταν τό χειρόγραφο, πού έγραφε γιά τήν υποδούλωσή μας, και μέ τό αίμα ύπογραφόταν από τόν Βασιλιά ή έλευθερια μας, ή ίσως τό αίμα πήγασε γιά τήν καταδίκη τής κακότητας τών Ιουδαίων, καί τό νερό γιά τή σωτηρία όσων άναγεννώνται μέ τό νερό  τού Βαπτίσματος .

 Καί επειδή είναι διπλή ή δύναμη τού σωτηρίου Βαπτίσματος γιά τούς βαπτιζομένους μέσω τού νερού καί γιά τούς τελειουμένους μέσω τού αίματος, γι' αύτό έτρεξε άπό τή θεία πλευρά αίμα καί νερό γιά τή διπλή χάρη τής όμολογίας του Χριστού, αυτής τού μαρτυρίου καί αυτής τού Βαπτίσματος. Διότι τό νερό ελευθερώνει τούς αμαρτωλούς, καί τό αίμα στεφανώνει τούς μάρτυρες. Ή πλευρά  τού Χριστού  πηγάζει κατά τά δύο αύτά ρεύματα επανορθώνοντας τήν πτώση τής γυναίκας πού προήλθε άπό πλευρά, γιά νά γίνει τό αίμα μέσον ελευθερίας άπό τήν κατάρα, καί τό νερό κάθαρση τού ολισθήματος. Καί ό πρώτος Αδάμ, όταν κοιμήθηκεί», πλάσθηκε άπό τήν πλευρά του ή άρχηγός τής κατάρας, ενώ ό νέος Αδάμ όταν κοιμήθηκε στόν Σταυρό, άνέβλυσε άπό τήν πλευρά Του ή πηγή τής ζωής. Καί αύτό τό γεγονός τό άναφέρει ό Ιωάννης επειδή τό είδε μέ τά μάτια τουί», υποδηλώνοντας ότι ό ίδιος ήταν έκεΐ παρών καί είδε καί έδωσε τήν πληροφορία γιά όσα είδε. Καί δείχνοντας ότι καί νομοθετημένα ήταν άπό παλιά, προσθέτει τήν προφητεία καί τήν παραγγελία τού νόμου. Διότι ό Μωύσής προβλέποντας ότι δέν θά συντριβούν τά σκέλη τού Ιησού, νομοθετεί νά μή συντρίβονται τά όστά τού άμνού. Καί ό Προφήτης  Ζαχαρίας  προφητεύοντας τίς πληγές τών καρφιών καί τήν πληγή τής λόγχης, λέει: «Θά στρέφουν τά μάτια τους σ' Εκείνον πού Τόν κέντησαν μέ τή λόγχη», δηλαδή στίς πληγές, πού αυτοί τίς προκάλεσαν.
44. Κατά τό δειλινό (διότι πραγματικά ήταν δειλινό τοΰ 'Ήλιου τής δικαιοσύνης, γιατί έδυε κάτω άπό τή γή) παίρνει θάρρος ό Ιωσήφ, ένας έπίσημος άνθρωπος, πού ήταν ένας άπό τούς 'Εβδομήντα μαθητές  τού Κυρίου καί ζητά τό Σώμα  τοΰ Ιησού καί τό κηδεύει με λαμπρότητα. Τό τύλιξε με καθαρό σεντόνι καί τό τοποθέτησε σέ καινούργιο μνήμα, το τοποθετεί σέ καινούργιο μνήμα γιά νά μήν πει κάποιος άπό τούς συκοφάντες ότι άλλος άναστήθηκε.
Είθε κι' έμεϊς νά γίνουμε ζηλωτές τοΰ κόσμιου Ιωσήφ καί νά ζητήσουμε καί νά λάβουμε τό Σώμα τοΰ Χριστού καί σάν σέ καθαρό σεντόνι τή συνείδησή μας νά τό τυλίξουμε, γιά νά άπομακρυνθοΰν οί έχθροί δαίμονες, καί γιά τόν άγιασμό τών ψυχών καί τών σωμάτων μας, καί γιά τή δόξα Εκείνου, πού μέ τόν θάνατό Του μάς έκανε άθάνατους. Διότι σ' Αύτόν άρμόζει κάθε τιμή καί προσκύνηση τώρα καί πάντοτε καί στούς άτέλειωτους αιώνες. Αμήν.




To κείμενο πού παρουσιάζεται μεταφρασμένο εδώ, προέρχεται από την Πατρολογία τού Migne. Είναι άξιο προσοχής τό πώς ό Θεοφάνης ό Κεραμεύς συνδυάζει τά εδάφια τών τεσσάρων Ευαγγελιστών πού άναφέρονται στό Πάθος τού Κυρίου.


ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ TOΥ ΚΕΡΑΜΕΩΣ
ΔΩΔΕΚΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ
Μετάφραση Γεωργίου Μαυρομάτη
’Εκδόσεις ΤΕΡΤΙΟΣ
Τίτλος βιβλίου; «Τά Δώδεκα Ευαγγέλια». Θεοφάνους του Κεραμέως
Μετάφραοη: Γεώργιος Μαυρομάτης
’Επιμέλεια  Διορθώσεις: Αναστασία Βουλγαρίδου
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση κειμένων με Πηγη αναφοράς το Ιστολογιο

ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ





Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Follow by Email

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Γίνεται Μέλος στο Ιστολόγιο

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |