ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Φιλαργυρία και πλεονεξία.

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Φιλαργυρία και πλεονεξία.



3.Φιλαργυρία και πλεονεξία.
Η πολυτέλεια, όπως είναι ολοφάνερο, συνδέεται άμεσα με την φιλαργυρία και την πλεονεξία. Διότι φιλαργυρία δεν είναι μόνο η επιθυμία εξ ολοκλήρου των χρημάτων αλλά και των πολλών, αυτών που ξεφεύγουν από τις αληθινές ανάγκες. Και καθώς και η πολυτέλεια συντίθεται από τα περιττά και ανώφελα καταλαβαίνει κανείς την ταύτιση της με τις δύο παραπάνω καταστάσεις. Σ'αυτό το σημείο διευκρινίζει ο Χρυσόστομος, ότι δεν είναι κακό από μόνο του το να έχει κανείς πολλά πλούτη, εφόσον τα χρησιμοποιεί για τα αναγκαία και τα ξοδεύει γι' αυτούς που έχουν ανάγκη. Συνήθως όμως οι πλούσιοι διέπονται από έρωτα των χρημάτων και γίνονται δούλοι αυτών. Και έρχεται εδώ ο Χριστός να τονίσει, ότι «ου δύνασθαι 0ec5 δουλευ'ειν και μαμωνά Ερμηνεύοντας το χωρίο αυτό οΧρυσόστομος εξηγεί ,ότι οι δύο κύριοι (Θεός και μαμωνάς) διατάζουν τα αντίθετα. «'0 Χριστός λόγει, φειδου των πενομόνων ό μαμωνάς λόγει, άπόδυσον και αυτά ά' έ'χουσιν ό Χριστός λόγει, κόνωσον ά'περ έ'χεις· ό μαμωνάς λόγει, λάβε και άπερ ουκ εχεις... ό Χριστός λε'γει, περιβαλε τόν γυμνόν ουτος λε'γει τόν γυμνόν άπόδυσον». Έτσι είναι κατανοητό για ποιό λόγο δεν μπορεί κανείς να υπακούει εύκολα και στους δύο, αλλά πρέπει να καταφρονήσει τον ένα.


Μια άλλη σημαντική πληροφορία, που μας δίνει ο Χρυσόστομος, είναι ότι η φιλαργυρία δεν είναι φυσική επιθυμία. Οι ανθρώπινες επιθυμίες διακρίνονται σε αναγκαίες, σε φυσικές και σε ουδέτερες αυτών. Για παράδειγμα η επιθυμία της τροφής, του νερού και του ύπνου είναι φυσική και αναγκαία, διότι χωρίς αυτήν επέρχεται ο θάνατος. Η σαρκική επιθυμία είναι φυσική αλλά όχι αναγκαία, διότι πολλοί την κατανίκησαν και δεν έπαθαν τίποτα. Ενώ η επιθυμία των χρημάτων δεν είναι ούτε φυσική ούτε αναγκαία αλλά περιττή. Και επειδή ακριβώς δεν είναι φυσική επιθυμία, δεν είναι και το ίδιο βασανιστική με άλλα πάθη. Επομένως είναι ευκολότερο να απέχει κανείς από αυτήν και να την νικήσει. Το γεγονός αυτό επιβαρύνει την θέση του φιλαργύρου και τον καθιστά περισσότερο ακόλαστο από τον πόρνο. «Και γάρ ηνίοχος εκείνος άκρατης μάλιστα ά'ν λε'γοιτο, ουχ δ τον τραχύνκαι δυση'νιον μή κατε'χων ί'ππον, άλλ ' δ τδν ήρε'μα επιεικε'στερον μή δυνάμενος υποτάξαι»**. Το ότι είναι δυσκολότερο να απαλλαγεί κανείς από την σαρκική επιθυμία από ότι από την επιθυμία των χρημάτων φαίνεται και από την διδασκαλία της Κ. Δ. απέναντι στα δύο αυτά νοσήματα. Για την σαρκική επιθυμία εκφράζεται επιεικέστερα επιτρέποντας ως και την σύναψη δεύτερου γάμου ενώ για την φιλαργυρία προστάζει απερίφραστα την αποφυγή της
Ενώ όμως είναι ασθενές πάθος, εντούτοις ονομάζεται «ρίζα των κακών» (Παύλος). Και αυτό οφείλεται στην ραθυμία των ανθρώπων, που αφήνουν την ρίζα αυτή να γεννηθεί μέσα τους. «’Εντεύθεν φύεται, εντεύθεν αύ'ξεται· και τούς πρδς αυτήν κεχηνο'τας ό'ταν ελη,παρά φύσιν ποιείν ζή'»· Η ραθυμία με την έννοια της πνευματικής νωθρότητας και της οκνηρίας είναι η βασική αιτία της φιλαργυρίας. Τέτοιος οκνηρός ήταν και ο Ιούδας, που κυριεύθηκε από το πάθος αυτό και έγινε προδότης για τριάκοντα αργύρια. Εξαιτίας της ραθυμίας λοιπόν προσηλώνεται ο φιλάργυρος στις απολαύσεις και έτσι η ψυχή του αποχαυνώνεται και τυφλώνεται . Γι'αυτό και δεν είναι έτοιμος να πολεμήσει εναντίον του πάθους του, όσο είναι έτοιμος εναντίον της πορνείας και της ακολασίας. Το ότι η ασθένεια της φιλαργυρίας είναι αποτέλεσμα μόνο της ραθυμίας και της ανάλγητης ψυχής εξάγεται και από την ιατρική επιστήμη. Τα υπόλοιπα πάθη αποδίδονται από τους γιατρούς στην κατασκευή του σώματος. Ο θερμόαιμος και φιλήδονος είναι περισσότερο ακόλαστος ενώ αυτός που έχει κράση ισχνή είναι επιθετικός, θυμώδης και ευερέθιστος. Σχετικά με την φιλαργυρία όμως δεν γίνεται λόγος για εξάρτηση της από το σώμα. Στα πλαίσια της ραθυμίας συμπεριλαμβάνεται και η αδιαφορία για τις Γραφές. «Ου σπουδάζομεν τά φάρμακα λαβειν παρά των Γραφών, ουδέ μετά κατανυ'ξεως αυταις προσεχομεν». Η αφοσίωση στα κοσμικά πράγματα και η μικρή προσοχή στους θείους λόγους παρομοιάζεται με την επίθεση ενός φαρμάκου σε τραύμα χωρίς την απαραίτητη προσοχή, οποτε το τραύμα ερχεται σε επαφή με σκόνες και βρωμιές
Άλλη σημαντική αιτία, που ευθύνεται για την φιλαργυρία και την πλεονεξία είναι η κενοδοξία. «Ουδέν γάρ οϋτω χρημάτων έράν παρασκευάζει, ώς δ τής δο'ξης έρως. Διά γοΰν τοΰτο και τάς των άνδραπο'δων άγε'λας και τον έσμόν των ευνου'χων και τούς χρυσοφορου'ντας ίππους και τάς άργυράς τραπε'ζας και τά άλλα τά καταγέλαστο'τέρα έπινοοΰσιν άνθρωποΐ'ούχ ί'να χρείαν πληρω'σωσιν, ούδ ί'να ηδονής άπολαυ'σωσιν, άλλ' ί'να τοις πολλοις έπιδει'ξωνται». Παρατηρεί δηλ. κανείς αυτούς τους ανθρώπους να επιδιώκουν τον έπαινο των άλλων μέσα από τα πολυτελή πράγματα τους. Αυτό συμβαίνει, επειδή δεν έχουν ανθρωπιά για να προσελκύσουν τον σεβασμό και έτσι επιζητούν την γελοία δόξα°. Στην πραγματικότητα όμως ο σκοπός τους δεν εκπληρώνεται·«τόν γάρ πλουτοΰντα καί άποστρε'φονται πολλοί καί μισού σι, τον δε εν άρετή ζώντα αιδοΰνται καί τιμώσιν» Ο έρωτας της δόξας ονομάζεται από τον Ιωάννη και αδοξία και θεωρείται καταγέλαστος, επειδή ο κενόδοξος φιλάργυρος ζητά τους επαίνους των σκαθαριών και των κουνουπιών (δηλ. των γαστριμάργων και των μωρών ανθρώπων) και όχι του Κυρίου και βασιλέα των όλων.
Βασικός λοιπόν παράγοντας που γεννά την φιλαργυρία είναι η ίδια ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου. Και το διευκρινίζει αυτό ο Χρυσόστομος , γιατί συχνά επιρρίπτεται στον διάβολο η ευθύνη για την ανθρώπινη πλεονεξία. Σχολιάζει λοιπόν ότι, όταν κατασκευάζει κάποιος βούρκο και άλλος στέκεται δίπλα και καταβρέχεται, είναι φανερό, πως δεν ευθύνεται αυτός που κατασκευάζει τον βούρκο. Έτσι και στην προκειμένη περίπτωση ο διάβολος δημιουργεί μεν την φιλαργυρία αλλά οι άνθρωποι ευθύνονται, επειδή την αποδέχονται".
Περιγράφοντας το νόσημα της φιλαργυρίας και της πλεονεξίας αναφέρει τον παύλειο παραλληλισμό της με την ειδωλολατρεία. Και εξηγεί, ότι υπάρχουν διάφοροι τρόποι ειδωλολατρείας ανάλογα με το ποιόν θεωρεί κύριο του ο καθένας. Αν λοιπόν τα χρήματα ή τα πολυτελή αντικείμενα καταλαμβάνουν ηγετική θέση στην ζωή ενός ανθρώπου, λειτουργούν σαν είδωλα. Και παρατηρεί κανείς τους πλουσίους να μεταβιβάζουν τις περιουσίες τους ανέπαφες στους απογόνους τους και να μην τολμούν να τις αγγίξουν σαν να πρόκειται για κάποια αφιερώματα. Έπειτα εναποθέτουν τα χρήματα στα χρηματοκιβώτια σαν σε ναό και αν χρειαστεί κάποια στιγμή να τα χρησιμοποιήσουν, αισθάνονται σαν να διαπράττουν κάτι το ασεβές. Μάλιστα η μορφή αυτή της ειδωλολατρείας είναι χειρότερη από την ίδια την ειδωλολατρεία, διότι «οι ειδωλολάτραι τοις τού Θεού κτισμασι προσκυνοΰσι... σύ δέ τφ κτισματι τφ σαυτοΰ προσκυνει ς.'0 γάρ Θεός πλεονεξίαν ουκ εδημιούργησεν, άλλ ' ή τής σής απληστίας επεξεΰρεν άμετρι'α». Οι δε ειδωλολάτρες τιμούν τα είδωλα τους και τα υπερασπίζονται αν τυχόν κάποιος τα βρίσει. Στην περίπτωση του πλεονέκτη όμως δεν συμβαίνει το ίδιο, διότι ενώ προσκυνά στην πράξη την πλεονεξία εντούτοις επικρίνει όσους την υπηρετούν. Συμβαίνει και αυτοί που δεν ζούν με αρετή να αναγνωρίζουν την υπεροχή της.
Ο Χρυσόστομος συνεχίζει να παραλληλίζει το πάθος της φιλαργυρίας και με άλλες νοσηρές καταστάσεις, όπως την μέθη και τον δαιμονισμό, για να καταδείξει την αθλιότητα της. Στην κατάσταση λοιπόν της μέθης όσο περισσότερο πίνει κανείς τόσο περισσότερο διψά. Έτσι και στην φιλαργυρία και την πλεονεξία με όσα περισσότερα περιβάλλεται κανείς τόσο περισσότερο ανάβει η φλόγα της επιθυμίας και δεν μπορεί να σβήσει. Είναι όμως χειρότερη από την μέθη η φιλαργυρία, διότι ο μεθυσμένος πάσχει κάτι το φυσικό, επειδή το κρασί όντας θερμό αυξάνει την έμφυτη ξηρότητα και δημιουργεί δίψα, ενώ η ακόρεστη επιθυμία του πλεονέκτη δεν δικαιολογείται. Επίσης στην μέθη «ή ζημία μέχρι τού πάθους ί'σταται, και εις αναισθησίαν τελευτά, και την αυτού τού μεθυ'οντος απώλειαν, ενταύθα δε εις μυριας ή βλάβη διαβαίνει ψυχάς, ποικίλους πάντοθεν άνάπτουσα πολέμους»
Όσον αφορά την σύγκριση των φιλαργύρων με τους δαιμονισμένους ακόμα και σ'αυτήν την περίπτωση οι φιλάργυροι βρίσκονται σε πιο επιβαρυμένη θέση, διότι δεν θέλουν να ελευθερωθούν απο το πάθος τους και θεωρούν μεγαλύτερο βάσανο το να μην βρίσκονται κάτω από την τυρρανία του. Έτσι ενώ ακούνε καθημερινά τον λόγο του Χριστού «ου δυ'νασθαι Θεώ δουλευ'ειν και μαμωνά » εντούτοις δεν υπακούνε. Το δαιμόνιο όμως υποχωρεί αμέσως στο πρόσταγμα του Χριστού να εξέλθει από το σώμα του ανθρώπου. Έπειτα ο δαιμονισμένος στρέφει το πάθος εναντίον του εαυτού του, ενώ οι πλεονέκτες βλάπτουν και καταστρέφουν ολόκληρες οικογένειες και γίνονται αιτία να βλασφημείται το όνομα του Θεού".
Τελευταίο ελαφρυντικό για τους δαιμονισμένους είναι, ότι πράττουν ότι πράττουν χωρίς να έχουν συναίσθηση, ενώ οι φιλάργυροι ενεργούν με αφροσύνη μετά από περίσκεψη
Η φιλαργυρία όμως και η πλεονεξία ζημιώνει πρώτα από όλα τον ίδιο τον πάσχοντα, διότι τον οδηγεί στο να βιώνει την παρούσα ζωή του χειρότερα απ’ ότι ένας κατάδικος σε σπήλαιο μετάλλων. Παραχωμένος εκουσίως μέσα στα σπήλαια της φιλαργυρίας περιτυλίγει το σώμα και τη ψυχή τους με άλυτα δεσμά και μοχθεί και φροντίζει επίπονα μέρα και νύχτα για να ικανοποιήσει τις ακόρεστες επιθυμίες του°. Πιο συγκεκριμένα ο φιλάργυρος βασανίζεται από τις ολοένα και περισσότερες επιθυμίες του και δεν μπορεί να λάβει ευχαρίστηση· «ή γάρ επιθυμία, όταν στή , τδτε παρεχει την ήδονη'ν επει και διψώντες τδτε ανακτώμεθα έαυτου'ς, όταν δσον βουλδμεθα πινωμεν εως δ' άν διψώμεν, καν πάσας εξαντλη'σωμεν τάς πηγάς, μειζων ήμιν ή βάσανος γι'νεται». Η κατάσταση αυτή ονομάζεται από τον Χρυσόστομο βουλιμία της ψυχής παραλληλιζόμενη με την βουλιμία των σωμάτων κατά την οποία ο πάσχων ενώ είναι πλημμυρισμένος από φαγητά, δεν απαλλάσσεται απο την πείνα. Η ευχαρίστηση του πλεονέκτη μειώνεται και από το γεγονός, ότι δεν απολαμβάνει τα υπάρχοντα του αλλά τα ασφαλίζει τρέμοντας να μην τα καταστρέψει ή τα χάσει. Επιπλέον ταλαιπωρείται από τον φόβο και τον κίνδυνο της απώλειας τους από τους κλέφτες αλλά και από το σαράκι και το σκουλήκι, την επικείμενη δηλ. φθορά°. Διότι η απόλαυση των χρημάτων είναι πρόσκαιρη σαν σκιά και σαν όνειρο και όταν επέρχεται ο θάνατος, όχι μόνο τα στερείται αυτά και φεύγει χωρίς να παίρνει τίποτα μαζί του αλλά και, πολλές φορές, τα στέλνει στα χέρια των εχθρών του. «Καθάπερ ούν πρόβατα και αιγες επιτίθενται· δε'νδρω κειμε'νω μετά την τομη'ν, οϋτω δή και επί τών οϋτω πλουτούντων πολλοί τών εχθρών, πολλοί τών φίλων, πολλοί τών εΰεργετηθεντων τά εκείνων λυμαινομενοι εύρισκονται»'
Έτσι φροντίζοντας αδιάκοπα ο φιλάργυρος να αντλήσει τα χρήματα του αλλά και να τα προστατέψει, χάνει τον ύπνο του και την ψυχική του ηρεμία". Ακόμη, επειδή συνήθως οι φιλάργυροι αποκτούν με άνομους και άδικους τρόπους τα πλούτη τους, έχουν κατηγορηθεί πολλές φορές και έχουν περιέλθει σε ατίμωση και σε φυλάκιση. Όπως και πολλοί άλλοι έχουν φονευθεί, είτε φανερά, είτε κρυφά εξ αιτίας των χρημάτων.
Και αν ακόμη δεν επέλθουν αυτές οι συνέπειες είναι αναμφισβήτητο, ότι ο φιλάργυρος γίνεται αντικείμενο φθόνου και όλοι τον καταρώνται και θέλουν να τον βλάψουν, πλούσιοι και φτωχοί, υπηρέτες και γείτονες. Αυτός δε ο φθόνος, που τον προκαλεί η πολυτέλεια, μεταφέρεται και στα παιδιά των φιλαργύρων, που κληρονομούν την άδικη περιουσία. Μαζί λοιπόν με την περιουσία κληρονομούν και τον φθόνο και όλες τις αρνητικές συνέπειες της πλεονεξίας. Σύμφωνα με τα παραπάνω είναι φανερό, ότι ο πλεονέκτης δεν έχει φίλους, καθώς σε όλους είναι απεχθής ακόμα και στην γυναίκα του και στα παιδιά του, διότι όλους τους βλέπει σαν χρήμα και δίνει άπειρες αφορμές οργής και λύπης. Το ότι έχει εχθρούς εξηγείται από το γεγονός , ότι η φιλαργυρία τον καθιστά απάνθρωπο και πρόξενο μυρίων κακών στον πλησίον «ου γάρ άγαπη'σει τον πλησίον δ τό χρυσιον άγαπών». Ο παρόμοιος άνθρωπος δεν γνωρίζει ούτε συγγένεια, ούτε φίλους, τους οποίους μεταχειρίζεται σαν εχθρούς, αλλά επιθυμεί να αρπάξει τα υπάρχοντα όλων ακόμη και των φτωχών. Έτσι ληστεύει τις χήρες, απογυμνώνει τα ορφανά και καταπιέζει τους αδύνατους Και ενώ θα έπρεπε να βοηθάει τους φτωχούς, αυτός προκειμένου να ικανοποιήσει την πλεονεξία του γίνεται αναίσχυντος, θρασύς και μοχθηρός σαν θηρίο. Η θηριωδία του δε, μπορεί να φτάσει μέχρι και την τυμβωρυχεία. Πολλοί εξ αιτίας της υπερβολικής αγάπης στα πλούτη ανοίγουν τάφους και ιεροσυλούν κλέβοντας τα αντικείμενα, που βρίσκονται στα νεκρά σώματα.
Πέρα από τα παραπάνω όμως, οι επιζήμιες συνέπειες της φιλαργυρίας αναφέρονται και στην πνευματικότητα του ανθρώπου. Κατ' αρχάς, με την προσκόλληση τους στα παρόντα οι χριστιανοί διαπράττουν διπλό αμάρτημα ζημιώνοντας πνευματικά και τον εαυτό τους αλλά και τους άλλους, κυρίως τους εθνικούς. Όταν οι εθνικοί βλέπουν τους χριστιανούς να χτίζουν μεγαλοπρεπείς οικίες με κήπους και λουτρά και να αγοράζουν κτήματα, δεν μπορούν να πιστεύσουν, ότι προετοιμάζονται προς αποδημία στην αιώνια ζωή. Έτσι η χριστιανική μαρτυρία για την αληθινή ζωή καθίσταται ελλιπής και φαινομενικά υπερέχουν οι αρχαίοι έλληνες φιλόσοφοι, οι οποίοι με κίνητρο την ανθρώπινη δόξα, κατάφεραν να αδιαφορήσουν για τα χρήματα. Όσον αφορά στην προσωπική πνευματική ζημιά του φιλαργύρου, σχολιάζει ο Χρυσόστομος, ότι μειώνεται η αγάπη προς τον Θεό, επειδή η ψυχή του γίνεται δούλη άλλου δεσπότου, ο οποίος διατάζει τα εντελώς αντίθετα. Άλλωστε, όπου υπάρχει πολυτέλεια, πλούτος και δόξα δεν βρίσκει πρόσφορο έδαφος η διδασκαλία του Χριστού για να γίνει αποδεκτή. Αποτέλεσμα είναι να απογυμνώνεται απο την εύνοια και βοήθεια του Θεού και να φονεύει πνευματικά τον εαυτό του". Σ'αυτήν την κατάσταση οι άλλες αρετές, που μπορεί να έχει ο φιλάργυρος, καταστρέφονται και καθίστανται ανώφελες. «Τι γάρ ό'φελος, eiue μοι, όταν εύχηται μέν εκτενώς, μή ελεή 5e δαψιλώς; ή' όταν ελεή μέν δαψιλώς, πλεονεκτών δέ και βιαζδμενος;... ή' όταν ταπεινός μεν ή και νηστειαις προσε'χων, φιλάργυρος δε και εμπορικός και τή γή προσηλωμε'νος, και την μητε'ρα των κακών επεισάγων τή ψυχή». Για να δείξει το ανώφελο της ελεημοσύνης του πλεονέκτη, ο Χρυσόστομος τον παριστάνει με άνθρωπο που σύρεται με βία στον γκρεμό ενώ κάποιος άλλος προσπαθεί να τον τραβήξει προς τα πάνω. Η αρετή της ελεημοσύνης προσπαθεί να αναβιβάσει τον άνθρωπο στον ουρανό ενώ οι άδικες πράξεις του τον τραβάνε κάτω στην κόλαση. Το αποτέλεσμα είναι να ξεσχισθεί σε δύο μέρη. Όταν λοιπόν ο άνθρωπος είναι άρπαγας και πλεονέκτης εξαπατά και δεν κάνει αληθινές ελεημοσύνες, παθαίνει ότι έπαθαν οι δέκα μωρές παρθένες, των οποίων η αγάπη για τα χρήματα έγινε αιτία να σβήσουν οι λαμπάδες τους και να εκδιωχθούν από τον νυμφικό θάλαμο. Έτσι και ο φιλάργυρος εγκαταλείπεται από την χάρη του αγ. Πνεύματος και δεν μπορεί να εισέλθει στην βασιλεία των ουρανών. Το τέλος του μοιάζει με του Ιούδα, ο οποίος ούτε τα αργύρια, που έλαβε με την προδοσία, χάρηκε, ούτε την παρούσα ζωή, ούτε και την μέλλουσα. Έτσι και ο πλεονέκτης δεν απολαμβάνει άνεση ούτε εδώ, ούτε στην αιώνια ζωή, διότι «ή κακία και προ τής γεδνης τούς ενταύθα αυτήν μετιο'ντας κολάζειν εί'ωθεν».
Είναι όμως άραγε αναστρέψιμη η πορεία του φιλαργύρου και του πλεονέκτη; Ο Χρυσόστομος απαντά, ότι ο παθών μπορεί να απαλλαγεί εύκολα εφόσον το πάθος αυτό δεν είναι φυσικό, όπως προαναφέρθηκε. Απλώς χρειάζεται να καταβληθεί προσπάθεια και επιμελής φροντίδα και τούτο πρέπει να συμβεί όσο πιο έγκαιρα γίνεται, για να μην παραταθεί το κακό. Επειδή «και τά καλά και τά κακά, όταν επιπλειον ήμιν ενδιατριψη, δυνατώτερα γι'νεται»**. Όπως ένα φυτό που μόλις φυτεύθηκε στην γή εύκολα εκριζώνεται. Εάν όμως ριζώσει για πολύ χρόνο, τότε χρειάζεται την βοήθεια ειδικών εργαλείων. Έτσι και μια οικοδομή ανατρέπεται εύκολα από τους εχθρούς στην αρχή, παρά όταν στερεωθεί καλά Εια να καταβληθεί όμως αυτή η προσπάθεια είναι αναγκαίο να υπάρχει στερεή θέληση. Άλλωστε η θέληση είναι αυτή, που δημιούργησε την φιλαργυρία· η θέληση μπορεί και να την σβήσει. Στην προσπάθεια αυτή του φιλαργύρου να κραταιώσει την θέληση του εναντίον του πάθους του βοηθάει η λογική σκέψη. Η ενθύμιση κατ’αρχάς των ανθρώπων που είχαν περιπέσει στο νόσημα αλλά μπόρεσαν να θεραπευθούν, όπως ο Ζακχαίος και ο Ματθαίος. Έπειτα η ενθύμιση αυτών που δεν απαλλάχθηκαν και των παθημάτων τους, όπως του Ιούδα, του Γιεζή, του Άχαρ, του Αχαάβ, του Ανανία και της Σαπφείρας. Έτσι με την υπενθύμιση των μεν εκβάλλεται η απόγνωση για το δύσκολο της προσπάθειας και με την υπόμνηση των δε εκριζώνεται η ραθυμία και η αδιαφορία. Μια άλλη σκέψη, που βοηθά προς αυτήν την κατεύθυνση είναι η συνειδητοποίηση της ευτέλειας και της αβεβαιότητας του πλούτου αλλά και των πολλών κακών και κινδύνων, που αυτός επιφέρει. Τέλος ωφέλιμη είναι και η μνήμη του επερχομένου θανάτου και των νεκρών, που δεν κατάφεραν να πάρουν τίποτα μαζί τους αλλά μεταφέρθηκαν γυμνοί και έρημοι στους τάφους τους γενόμενοι τροφή για τα σκουλήκια". Οι παραπάνω σκέψεις που οδηγούν στην θεραπεία του φιλαργύρου αφορούν την παρούσα ζωή. Περισσότερο όμως βοηθούν οι σκέψεις που έχουν σχέση με την μέλλουσα σωτηρία. Επειδή αυτή είναι αδύνατον να επιτευχθεί, όταν υπάρχει στην ψυχή η πλεονεξία και η περιφρόνηση των φτωχών. Η ενθύμιση του ουρανίου δικαστηρίου και του πλουσίου που εκλιπαρούσε για μια σταγόνα νερό μπορεί να αποτελέσει φραγμό στον έρωτα του φιλαργύρου για τα χρήματα. «Διότι», μας λέει ο Χρυσόστομος, «δεινόν κακόν μή εν τω παρόντι βιω άπαντα άποδυσασθαι· μεγάλη συμφορά φορτία αμαρτημάτων έχοντας άπελθειν εκει». Δεν είναι όμως μόνο ο φόβος της κολάσεως που μπορεί να επιφέρει την απαλλαγή απο την φιλαργυρία αλλά πιο πολύ η συνειδητοποίηση της ανωτερότητας της αιώνιας ζωής και η, ως εκ τούτου, περιφρόνηση της παρούσης. Σκεπτόμενος κανείς ότι θα λάβει βασιλική ενδυμασία και θα εισέλθει στον οίκο του βασιλιά ,περιφρονεί πιο εύκολα τα κουρέλια και την τωρινή φτωχή οικία. Έτσι λοιπόν ο θανατηφόρος πόθος των χρημάτων αντικαθίσταται από τον πόθο της βασιλείας των ουρανών και η πλεονεξία περιγελάται.
Για το τέλος αφήσαμε το «φάρμακο της ελεημοσύνης», που αποτελεί τον καθοριστικότερο και αποτελεσματικότερο τρόπο θεραπείας της φιλαργυρίας. Η ελεημοσύνη είναι αποτελεσματική σε όλα τα τραύματα της ψυχής, όπως π.χ. στην οργή, στην επιθυμία, στον φθόνο και φέρνει περισσότερο κέρδος απ'ότι οι άλλες αρετές. «Φωτίζει ψυχη'ν, λιπαίνει, καλήν και ώραιαν ποιεί. Ουχ οϋτω τούς άθλητάς ό τής ελαίας καρπός άνε'χει, ώς τούς άγωνιστάς τής εύσεβειας τουτι τό ελαιον ανακτάται». Έτσι αυτός που ελεεί τους έχοντας ανάγκη αμέσως αποφεύγει την πλεονεξία. Συμβαίνει ότι και στον γιατρό, ο οποίος ερχόμενος συνεχώς σε επαφή με τραυματισμένους γίνεται εύκολα ταπεινόφρονας μελετώντας τις ανθρώπινες συμφορές. Το ίδιο και αυτός που δίνει βοήθεια στους φτωχούς, φιλοσοφεί εύκολα και δεν θαυμάζει τον πλούτο, ούτε θεωρεί ως σπουδαία τα παρόντα.


4. Πλούτος και ιδιοκτησία.

Στην χρυσοστομική διδασκαλία γίνεται εκτενής αναφορά στον πλούτο, σχετικά με την προέλευση του, με το αν είναι αγαθό ή όχι και αν ο πλούτος συνιστά ιδιοκτησία του πλουσίου. Αρχικά πρέπει να ξεκαθαριστεί τι είναι ο πλούτος. Είναι καλό ή κακό; Οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν, ότι ο πλούτος είναι καλό ενώ η φτώχεια κακό. Στο προηγούμενο κεφάλαιο είδαμε, ότι η αγάπη για τα πλούτη είναι μεμπτή και επιφέρει πολλές αρνητικές συνέπειες. Αυτό όμως δεν σημαίνει, ότι ο πλούτος είναι αυτός καθ’ εαυτός κακός, ούτε ότι η φτώχεια είναι αυτή καθ’ εαυτή αγαθό. Σύμφωνα με τον Χρυσόστομο και τα δύο ανήκουν στα μέσα, όπως και η υγεία και η ασθένεια, η ζωή και ο θάνατος, η δόξα και η τιμή, η δουλεία και η ελευθερία. Και αυτό σημαίνει , ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για καλό και για κακό ανάλογα με την πρόθεση του καθενός". Επομένως ο πλούτος βρίσκεται στο ενδιάμεσο της αρετής και της κακίας και αποτελεί κάποια ύλη της αρετής" Δεν μπορεί όμως να προσδώσει αυτομάτως αρετή σ' αυτόν που τον έχει, διότι «ei τοινυν καί, ό πλούτος ην αρετή, εδει τον εχοντα τον πλούτον εναρετον είναι καί λε'γεσθαι»". Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει στην πράξη αφ’ ενός, διότι οι περισσότεροι πλουτούν σε βάρος των άλλων διαπράττοντας αδικίες , οπότε κάθε άλλο παρά ενάρετοι είναι και αφ’ ετέρου, διότι υπάρχουν και οι πλούσιοι που δεν πλεονεκτούν, ούτε αδικούν αλλά εντούτοις περιφρονούν τις ανάγκες των συνανθρώπων τους, οπότε και αυτοί απέχουν από την αρετή. Η αιτία όμως για την απάνθρωπή συμπεριφορά τους δεν είναι ο πλούτος αυτός καθ’εαυτός αλλά η αφροσύνη τους. Διότι αν ο πλούτος ήταν αφ’εαυτού του κακός, τότε δεν θα διακρινόταν για την αρετή του ο Αβραάμ, ο οποίος αν και πλούσιος εντούτοις δεν έγινε πλεονέκτης αλλά διέθετε τα πάντα στους περαστικούς και τους ξένους". Ο πλούτος λοιπόν τότε γίνεται πονηρός και επίβουλος, όταν δεν μοιράζεται, όταν δεν προσφέρεται στους έχοντες ανάγκη. Και τότε γίνεται αγαθός, όταν ο πλούσιος «τής τρυφής συμμδτρως άπολαυ'ων, τά λοιπά εις τας των πενητων οιανεμη γαστέρας»
Το όλο ζήτημα δηλαδή εστιάζεται στην καλή και κακή χρήση του πλούτου από τον άνθρωπο. Μάλιστα ο Χρυσόστομος τονίζει ότι γι’αυτό λέγονται τα πλούτη χρήματα, επειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται και όχι να καταχωνιάζονται. Δόθηκαν από τον Θεό ως δωρεές για να τα μοιράζονται οι άνθρωποι μεταξύ τους". Λέγονται επίσης χρήματα για να τα χρησιμοποιούν οι άνθρωποι και όχι εκείνα τους ανθρώπους. Για να είναι οι άνθρωποι κύριοι των χρημάτων και όχι δούλοι αυτών". Διότι συμβαίνει αυτός που χρησιμοποιεί κακώς τον πλούτο και τον αγαπά, να έχει ανάγκη από πολλά πράγματα και προκειμένου να τα αποκτήσει αναγκάζεται να κολακεύει πολλούς ανθρώπους και να τους περιποιείται με πολλή δουλοπρέπεια". Γίνεται δηλαδή δούλος και στα υπάρχοντα, στα πράγματα του κόσμου αλλά και στους ανθρώπους. Την υποδούλωση αυτή παριστάνει χαρακτηριστικά ο Χρυσόστομος ως δεσμοφύλακα χαλεπό, που δεν αφήνει τον άνθρωπο να πηδήσει απο τους τοίχους της φυλακής και του κατασκευάζει πλήθος από δεσμά και φύλακες και θύρες και μοχλούς και αφού τον ρίξει στο βαθύτερο μέρος της φυλακής τον κάνει ακόμα και να χαίρεται με τα δεσμά αυτά, για να μην του γεννηθεί ποτέ ελπίδα απαλλαγήΈτσι οδηγείται στην φοβερή κατάσταση της υποδούλωσης του νού και της αποδυνάμωσης του κατά την οποία καθίσταται ανίκανος να θεραπεύσει τα πάθη του".
Η εσφαλμένη αυτή χρήση του πλούτου σχετίζεται με την επίσης εσφαλμένη θεώρηση του ως ανθρώπινης ιδιοκτησίας. Όμως σύμφωνα με τον ιερό πατέρα μόνο στα λόγια ανήκει η κυριότητα των υπαρχόντων του°. Και τούτο, διότι τα πλούτη δεν χαρακτηρίζονται από μονιμότητα, για να αποτελόσουν κτήση αλλά είναι πρόσκαιρα. «Σκιά άδρανη'ς, καπνός διαλυόμενος, ά'νθος χόρτου, μάλλον δε και άνθους ευτελε'στερος»ζ Οι περιουσίες υπόκεινται στις μεταβολές των ανθρωπίνων πραγμάτων. Ο πλούσιος μπορεί ανά πάσα στιγμή να χάσει τα πλούτη είτε λόγω ληστείας είτε λόγω εσφαλμένων επενδύσεων. Γι'αυτό και ο πλούτος ονομάζεται «δραπέτης», επειδή πηγαίνει από τον έναν άνθρωπο στον άλλον. Και αν ακόμη δεν συμβεί αυτό όσω ζεί ο άνθρωπος, συμβαίνει οπωσδήποτε με τον θάνατο του, κατά τον οποίο φεύγει γυμνός και έρημος αφήνοντας τα όλα πίσω, για να τα απολαύσουν άλλοι και μάλιστα πολλές φορές εχθροί του. Επιπλέον ο πλούτος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανθρώπινη κτήση, διότι κανένα από τα υπάρχοντα που έχει ο άνθρωπος δεν το έχει εξ ιδίων, αλλά όλα προέρχονται από την γή και τα ζώα. Για παράδειγμα η ενδυμασία και τα υποδήματα κατασκευάζονται από τα δέρματα των προβάτων και άλλων βοσκημάτων. Οι τροφές και τα ποτά λαμβάνονται από την καλλιέργεια της γής, όπως και ο χρυσός. Τα μαργαριτάρια προέρχονται από τα οστρακοειδή της θάλασσας και τα μεταξωτά από τους μεταξοσκώληκες. Είναι ευλογοφανές λοιπόν, ότι ο άνθρωπος πλουτίζει από ξένες εισφορές. Γι'αυτό και στην παρούσα ζωή η σχέση του με την κτήση δεν είναι κτητική αλλά μόνο χρηστική. Είναι όμοια με την σχέση του οδοιπόρου με το πανδοχείο. Αφού κάνει μια μικρή στάση στο πανδοχείο για να εφοδιαστεί τα απαραίτητα, φεύγει και συνεχίζει τον δρόμο του. Έτσι και ο άνθρωπος ορίστηκε να χρησιμοποιεί τα αγαθά της κτίσης ως εφόδια στην οδοιπορία του προς την άλλη ζωή". Από όλα τα παραπάνω εξάγεται, ότι τα υπάρχοντα και τα χρήματα δεν αποτελούν ανθρώπινη ιδιοκτησία αλλά δωρεές του Θεού, που προορίζονται για τους φτωχούς. Τα εμπιστεύεται ο Θεός στον άνθρωπο όχι για να τα σπαταλήσει σε απολαύσεις αλλά για να τα καταναλώσει ως καλός διαχειριστής σε ελεημοσύνες.Η χριστιανική αυτή θεώρηση της ιδιοκτησίας έρχεται σε αντίθεση,με την αρχαία ελληνική σκέψη, όπου ο πλούτος και η ιδιοκτησία υπολογίζονταν ανάμεσα στα μεγάλα αγαθά της ζωής. Ακόμη περισσότερο διαφοροποιείται από την ρωμαϊκή αντίληψη ,στην οποία η ιδιοκτησία συνδέεται με την φύση του
ανθρώπου,αποτελεί ένα φυσικό δικαίωμα, ώστε η αφαίρεση αυτού του δικαιώματος να τον αλλοτριώνει.Στον χριστιανισμό όπως είδαμε η ιδιοκτησία δικαιώνεται μόνο όταν είναι ενταγμένη στις κοινωνικές της διαστάσεις.
Στο σημείο αυτό πρέπει να ξεκαθαριστεί, ότι δεν αποτελούν όλα τα πλούτη δωρεά του Θεού. Διότι υπάρχει και ο πλούτος ο προερχόμενος από αδικία (π.χ. των ληστών) και ο πλούτος ο προερχόμενος από αμαρτία (π.χ. των πορνών). Σε αυτούς ο Θεός δεν τον δίδει αλλά απλά τον επιτρέπει και τον ανέχεται. Θ κακός πλουτισμός τους προέρχεται από την δική τους ελεύθερη επιλογή να ανομήσουν και ο Θεός τον επιτρέπει για να τους δώσει καιρό μετανοίας. «Ει 5e ευθδως τούς πλουτοΰντας κακώς ύκο'λαζεν, ούκ άν ό Ζακχαίος eo/e προθεσμίαν μετανοίας, ώστε καί τετραπλασί ονα άποδοΰναι, απερ ηρπασε, καί τα ήμίση προσθείναι των αυτού· ουκ αν ό Ματθαίος μεταβαλε'σθαι καί γενε'σθαι άπο'στολος, προαναρπαγείς τού προσήκοντος καιρού· ουκ αν ετεροι πολλοί τοιούτοι». Στην περίπτωση αυτή η ελεημοσύνη δεν καθιστά τον πλούτο αγαθό, όπως στην προαναφερθείσα καλή χρήση του αλλά αποτελεί απλά αποκατάσταση του δικαίου. Εάν δεν το πράξουν αυτό τιμωρούνται όχι για την κακή χρήση του αλλά για την κακή απόκτηση του. Οι δε πλούσιοι που απολαμβάνουν πλούτο προερχόμενο από τον Θεό θα λογοδοτήσουν και εκείνοι για το αν διαχειρίστηκαν σωστά και υπέρ των φτωχών τις θείες δωρεές. Και αυτό είναι ευνόητο, διότι, όπως ο επίτροπος ενός ανήλικου παιδιού, που υφαρπάζει την περιουσία του προς ίδιον όφελος, έχει άπειρους κατηγόρους και τιμωρείται νομικά, έτσι και ο λαμβάνων τις δωρεές του Χριστού θα αποδώσει λόγο, εάν τις ξοδεύει χωρίς σκοπό°. Τιμωρούνται δηλαδή όχι μόνο οι άρπαγες αλλά και αυτοί που κληρονομούν περιουσία ή την αποκτούν με δίκαιους κόπους. Καθώς και οι δέκα παρθένες δεν άρπαξαν ξένα χρήματα για να τιμωρηθούν παρά μόνο δεν έδωσαν από τα δικά τους. Και ο δούλος της παραβολής των ταλάντων δεν έκρυψε το τάλαντο από απληστία, ώστε να αποδοκιμαστεί παρά μόνο δεν το διπλασίασε. Έτσι και όσοι παραμελούν τους φτωχούς δεν τιμωρούνται, επειδή άρπαξαν ξένα πράγματα αλλά, επειδή δεν έδωσαν από τα «δικά τους»

5.Το κοινωνικό πρόβλημα.
Η άνιση κατανομή του πλούτου στις ανθρώπινες κοινωνίες είναι ένα ζήτημα, που πάντοτε προβλημάτιζε και συνδεόταν με την κατάργηση του δικαίου. Η θεολογία του Χρυσοστόμου και γενικότερα της εκκλησίας αγγίζει το θέμα ξεκινώντας από μια τελείως διαφορετική θέση. Δεν απαιτεί την οικονομική εξίσωση των τάξεων, ούτε θεωρεί ιδανική μια αταξική κοινωνία, χωρίς αυτό να σημαίνει πως επιδοκιμάζει το γεγονός, ότι κάποιοι άνθρωποι απολαμβάνουν περισσότερα σε βάρος των άλλων. Πιο συγκεκριμένα δεν έχει σημασία αν ο πλούτος κατανέμεται άνισα στις διάφορες τάξεις, γιατί απλούστατα ο πλούτος σύμφωνα με τον Χρυσόστομο είναι ασήμαντος και ευτελής. Δεν χρησιμεύει ουσιαστικά σε τίποτα. Για να δείξει ο Χρυσόστομος την ασήμαντη αξία του, το ονομάζει άλλοτε καπνό, χορτάρι και άλλοτε όνειρο και άνθος ανοιξιάτικο. Δεν προσφέρει κάτι ούτε στο σώμα, ούτε στην ψυχή. Διότι δεν μπορεί κανείς να πεί, ότι ο πλούσιος έχει περισσότερη οξυδέρκεια και καθαρώτερες αισθήσεις από τον φτωχό, ούτε ότι καθίσταται σωφρονέστερος και συνετώτερος. Ο πλούτος διακρίνεται από μια απατηλότητα. Τα πράγματα φαίνονται, ότι έχουν αξία, χωρίς είναι αυτό η αλήθεια". Ότι είναι μεγαλύτερο από την ικανοποίηση των αναγκών είναι περιττό και άχρηστο. Λέει χαρακτηριστικά ο ιερός πατέρας, πως όταν φορέσει κανείς υποδήματα μεγαλύτερα απο τα πόδια του, θα τον εμποδίζουν στο βάδισμα. Έτσι και το σπίτι, που είναι μεγαλύτερο από αυτό που χρειάζεται ο άνθρωπος, εμποδίζει το βάδισμα προς τον ουρανό. Όσα πραγματικά είναι πολύτιμα και αναγκαία για την συγκρότηση της ζωής τα απολαμβάνουν εξίσου και από κοινού όλοι οι άνθρωποι και αυτά βρίσκονται στην φύση που δημιούργησε η πρόνοια του Θεού. Κατ’αρχήν είναι το νερό, το οποίο είναι πολύ πιο χρήσιμο για τον ανθρώπινο οργανισμό από ένα ακριβό κρασί για παράδειγμα, που μπορεί να το έχει φέρει ένας πλούσιος από κάποιο ξακουστό μέρος. Διότι εάν το κρασί λείψει, δεν θα προκληθεί ζημιά σε κανέναν, εάν όμως στερέψουν οι πηγές των υδάτων θα επέλθει μαζικός θάνατος. Το ίδιο απαραίτητα για το ανθρώπινο σώμα είναι ο αέρας, ο ήλιος, η φωτιά, που παρέχονται απλόχερα και στους εύπορους και στους φτωχούς. Όλα αυτά τα αγαθά δεν τα απολαμβάνει περισσότερο ο πλούσιος από τον φτωχό μάλιστα ο τελευταίος υπερέχει ως προς την απόλαυση τους καθώς λείπουν από την ζωή του οι αρνητικές συνέπειες της τρυφηλής και μαλθακής ζωής, οι οποίες αφαιρούν την πραγματική ευχαρίστηση. Η ισότητα των ανθρώπων φαίνεται και στις λειτουργίες του ανθρώπινου κύκλου, όπως στον ύπνο, την ασθένεια,την τεκνοποιία και τον θάνατο. Διότι ο ύπνος που ξεκουράζει και ευεργετεί το σώμα δόθηκε στους ανθρώπους όλων των τάξεων. Και οι ασθένειες δεν συμβαίνουν μόνο στους φτωχούς, ούτε οι πλούσιοι μόνο έχουν την χαρά να γίνονται γονείς. Αλλά και ο θάνατος είναι κοινός και στους πλούσιους και στους φτωχούς. Πρόωροι θάνατοι συμβαίνουν και στις δύο πλευρές καθώς και η διάλυση του σώματος γίνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους.Επομένως στα ελεύθερα αγαθά ,όπως επισημαίνει ο π. Θ.Ζήσης έχουμε κομμουνισμό, κοινοκτημοσύνη και ισότητα και η ανισότητα περιορίζεται στα οικονομικά αγαθά ,τα οποία για να παραχθούν χρειάζονται και την ανθρ.συμβολή
Μια άλλη διάσταση του θέματος είναι, ότι η ύπαρξη των τάξεων αποτελεί τον συνεκτικό ιστό της κοινωνίας. « ”Αν γάρ άνδλης την πενίαν, τού βίου την σύστασιν άνειλες άπασαν και διεφθειρας ημών την ζωήν». Και αυτό γίνεται κατανοητό με την παραδοχή ,ότι όλοι χρειάζονται τους άλλους· ο στρατιωτικός τον τεχνίτη, ο τεχνίτης τον έμπορο, ο έμπορος τον γεωργό, ο δούλος τον ελεύθερο, ο οικοδεσπότης τον υπηρέτη κ.λ.π. Η μη αποδοχή αυτής της αλήθειας ισοδυναμεί με την ανοησία κάποιου, που βρίσκεται στο πέλαγος, όπου είναι αναγκαίοι και ναύτες και πλοία και πολλά άλλα και παρακαλάει να μην έχει την ανάγκη κανενός™. Κατά τον Χρυσόστομο η εξαρτητική αυτή σχέση των ανθρώπων αποτελεί έργο της ανέκφραστης σοφίας του Θεού, διότι η αυτάρκεια θα αποθηρίωνε τον άνθρωπο. «Ει γάρ άλλη'λων χρήζομεν, και ουδέ ή τής χρείας ανάγκη συνάγει εις φιλίαν ημάς ·ει αυτάρκεις ήμεν ,ουκ ήμεν άν θηρία άτιθασα;»ξ Ακόμη και ο πλουσιότερος από όλους τους ανθρώπους δεν είναι απαλλαγμένος από τον σύνδεσμο με τους άλλους και από το να έχει ανάγκη τους «κατώτερους». Διότι δεν χρειάζονται μόνο οι φτωχοί τους πλουσίους, επειδή τους βοηθούν αλλά και οι πλούσιοι τους φτωχούς και μάλιστα πολύ περισσότερο αυτοί . Αν συνέβαινε να μην υπάρχουν φτωχοί τότε κανείς δεν θα εργαζόταν. Επομένως δεν θα υπήρχαν ναύτες, γεωργοί, οικοδόμοι, υφαντουργοί, υποδηματοποιοί, ξυλουργοί, μυλωνάδες και άλλοι κατασκευαστές και η ζωή θα καταστρεφόταν. Για να γίνει αυτό σαφέστερο ο Χρυσόστομος παρουσιάζει και συγκρίνει δύο φανταστικές πόλεις. Η μια κατοικείται μόνο από πλουσίους και η άλλη μόνο από φτωχούς. Και αποδεικνύει, ότι η πόλη των πλουσίων δεν είναι ικανή να ανταπεξέλθει στις ανάγκες της. Διότι για παράδειγμα αν θελήσουν οι πλούσιοι να χτίσουν σπίτια, χρειάζονται τους ειδικούς γι'αυτό τεχνίτες. Εφόσον όμως σ'αυτήν την πόλη θα είναι όλοι πλούσιοι κανείς δεν θα ασχολείται μ'αυτήν την τέχνη. Έτσι ο φτωχός καθίσταται άκρος απαραίτητος στην κοινωνική ζωή αυτής της πόλης. Δεν είναι όμως το ίδιο απαραίτητος και ο πλούσιος στην πόλη των φτωχών. Διότι εκεί δεν έχει να προσφέρει τίποτα ουσιαστικό. Ο χρυσός, ο άργυρος και τα μαργαριτάρια του είναι περιττά. Η καλλιέργεια της γής και των τεχνών από τους φτωχούς αρκούν για να οικοδομήσουν την πόλη και την ζωή τους".
Εδώ όμως προκύπτει εύλογα το ερώτημα, εφόσον ο φτωχός είναι χρήσιμος και ο πλούσιος όχι, τότε για ποιό λόγο υπάρχουν οι πλούσιοι; Η ταξική διαφοροποίηση και η υπεροχή κάποιων τάξεων έναντι άλλων, αποτελεί έργο του Θεού; Η απάντηση, σύμφωνα με την θεολογία του Χρυσοστόμου, είναι ότι ο Θεός δημιούργησε μια αταξική κοινωνία, στην οποία είναι κοινά όλα όσα χρειάζεται ο άνθρωπος στην παρούσα ζωή αλλά και στην μέλλουσα. «Διά τούτο οικίαν μιαν τούτον ήμΐν το'ν κο'σμον έ'δωκεν δ Θεο'ς, πάντα εξίσου διενειμεν, ενα άνήψε πάσιν ή'λιον, ενα εξε'τεινε ό'ροφον τον ούρανο'ν, μιαν ανήκε τράπεζαν, την γην... ενα τρο'πον γεννη'σεως άπασιν εχαρισατο, τον πνευματικο'ν μια πάσι πατρις, ή εν τοις ούρανοις· εκ τού ποτηριού τού αυτού πάντες πινωμεν. Ου τω με'ν πλουτούντι πλε'ον και τιμιώτερον, τω πε'νητι δε εύτελε'στερον και ελλά τον εχαρισατο, άλλά πάντας εξ ίσης εκάλεσε· τα σαρκικά δμοτιμως, τά πνευματικά δμοιως παρε'σχε».
Στην εκκλησιαστική δηλαδή πραγματικότητα υπάρχει ισοτιμία και ο πλούσιος με τον φτωχό δεν διαφέρουν σε τίποτα όσον αφορά την μυστηριακή ζωή, πράγμα που δεν συμβαίνει σε κανέναν άλλον χώρο. Η ταξική διαφοροποίηση λοιπόν στις ανθρώπινες κοινωνίες είναι αποτέλεσμα ανθρώπινων επιλογών. Οι αδίκως πλουτούντες, που υπερέχουν ταξικά δεν επιδοκιμάζονται, ούτε ευλογούνται από τον Θεό. Αυτοί που ευλογούνται και τους δίδεται ο πλούτος ως δωρεά είναι οι πλούσιοι σαν τον Αβραάμ και τον Ιώβ. Οι τελευταίοι δεν διαφοροποιούνταν στην πράξη ταξικά από τους φτωχότερους, διότι δεν ζούσαν με πολυτέλεια και πρόσφεραν απλόχερα τα αγαθά τους στους άλλους. Τέτοιου είδους πλούσιοι είναι χρήσιμο να υπάρχουν, γιατί βοηθούν τους συνανθρώπους τους. Ο Χρυσόστομος δεν δικαιολογεί την ταξική υπεροχή των πλουσίων αντιθέτως καυτηριάζει την άδικη ή την αδιάφορη συμπεριφορά τους απέναντι στους φτωχούς και τους αδυνάτους. Είναι χαρακτηριστικό, ότι την θεωρία του σχετικά με την αλληλεξάρτηση των ανθρώπων στην κοινωνία την αναπτύσσει απευθυνόμενος προς τους πλουσίους και αποδοκιμάζοντάς τους για το γεγονός, ότι δεν προσφέρουν στους φτωχούς. Για να τους πείσει παρομοιάζει την κοινωνία με το ανθρώπινο σώμα. Εάν η τροφή, που έχει δοθεί για όλα τα μέλη, έλθει μόνο σε ένα μέλος και δεν σταλεί για να θρέψει και τα υπόλοιπα μέλη, τότε γίνεται ξένη και για εκείνο το μέλος. «Ουχ δράς ότι χειρες διακονοΰνται και στόμα λειαίνει και γαστήρ δε'χεται; μή λε'γει ή γαστήρ, επειδή εδεξάμην, οφείλω τό πάν κατε'χειν». Το ίδιο συμβαίνει και με τα χρήματα. Αν τα απολαύσει μόνο ο πλούσιος, τότε τα χάνει, γιατί δεν καρπώνεται την ωφέλειά τους. Ο σκοπός που δόθηκαν τα χρήματα στον πλούσιο είναι να γίνει ελεήμονας βοηθώντας τους έχοντας ανάγκη και δια της πλούσιας παροχής σε αυτούς να εξαλείψει τα αμαρτήματά του και να πετύχει την σωτηρία του
Κλείνοντας το κεφάλαιο αυτό να πούμε, ότι συχνά ο Χρυσόστομος στο έργο του απευθύνει παρηγορητικό λόγο προς τους φτωχούς και μεταξύ άλλων τους τονίζει, ότι αν ο πλούτος αποτελεί αιτία ευτυχίας και η φτώχεια αιτία δυστυχίας, οφείλεται στον λογισμό του ανθρώπου και στην οπτική γωνία από την οποία βλέπει τα πράγματα. Αυτός που αναλογίζεται τα χειρότερα, εκτιμά την κατάσταση του και είναι ευχαριστημένος, ενώ αυτός που θέλει όλο και περισσότερα πάντα θεωρεί, ότι έχει έλλειψη πλούτου Και βέβαια αυτά τα λόγια ίσως είναι εύκολο να τα πεί ο οποιοσδήποτε φιλοσοφώντας άκαιρα. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος όμως απέδειξε με την ζωή του την γεμάτη αυταπάρνηση και θυσιαστική προσφορά, ότι είχε κάθε δικαίωμα να μιλάει μ’αυτόν τον τρόπο προς τους φτωχούς χωρίς να προκαλεί, διότι βίωνε έμπρακτα τις αλήθειες που δίδασκε.

Εισαγωγή  και δημοσίευση κειμένων στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο :
ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΟΛΙΓΑΡΚΕΙΑ
ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΑΟΝΙΚΗΣ ΘΕΟΑΟΓΙΚΗ ΣΧΟΑΗ
ΤΜΗΜΑ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΘΕΟΑΟΓΙΑΣ Της φοιτήτριας Αργυρής Μπούκα
ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΟΛΙΓΑΡΚΕΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
Σύμβουλος καθηγητής: πρωτ. Θεόδωρος Ζήσης Θεσσαλονίκη 2010



Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Follow by Email

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Γίνεται Μέλος στο Ιστολόγιο

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |