ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Η Ορθή Πρόθεση

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Η Ορθή Πρόθεση


ΑΓΑΘΗ

Διδαχές από τόν Αθωνα
Η Ορθή Πρόθεση
Μνήμη Αγίας Αγάθης

Την προαίρεσι του ανθρώπου πάντοτε την ζητεί ο Θεός «μη εκ λύπης ή εξ ανάγκης· ιλαρόν γαρ δότην αγαπά ο Θεός» (Β' Κορινθ. 9,7) και παραδίδει «το επιεικές υμών γνωσθήτω πάσιν ανθρώποις» (Φιλιπ. 4,5), πού σχεδόν έχει το ίδιο νόημα. Αύριο εορτάζει η Εκκλησία μας την μνήμη της Αγιας Αγαθής, η οποία αν και ήτο μικρή κορούλα, ο τρόπος όμως της αθλήσεως της κατέπληξε τον ουράνιο κόσμο, ώστε άγγελος Κυρίου, μετά το μαρτυρικό της τέλος να γράψη φανερά, μπροστά στον κόσμο πάνω στον τάφο της: «Νους όσιος αυτοπροαίρετος, τιμή εκ Θεού και πατρίδος λύτρωσις».
Πώς όμως μπόρεσε αυτό το μικρό κοριτσάκι να κερδίση τόσο τιμητική αίγλη; Ξέρετε τι σημαίνει, αισθητά ο Θεός να ομολογήση την ευαρέσκεια Του στο έργο μιας ψυχής; Σκεφθήτε σε πόση τελειότητα είχε φθάσει, ούτως ώστε να απαιτήσει τρόπον τινά να πάρη αυτή την επισφράγισι από μέρους της προνοίας του Θεού. Αν κανείς το αξιολόγηση αυτό, επιτυγχάνει αυτό πού λέγεται δωρεά σωτηρία. Χρειάζεται ο άνθρωπος ακριβώς να δείξη την προαίρεσι και την πρόθεσί του, ότι κινήται προς τον Θεό εξ αγάπης και μόνο και δεν φοβάται ούτε αναγκάζεται «μη εκ λύπης ή εξ ανάγκης» (Β' Κορ. 9,7), γιατί το θέμα της ανάγκης είναι μεταπτωτικό παράσιτο. 



Ο άνθρωπος, σαν κυριότης και σαν εικόνα και ομοίωσα του Θειου, δεν πρέπει ποτέ να υποβιβάζεται σε κανένα όρο ανάγκης, διότι η ανάγκη φανερώνει δειλία, αδυναμία, ατέλεια, φόβο, αβεβαιότητα κτλ. Να αποφύγωμε όμως απόλυτα τον νόμο της ανάγκης, είναι αδύνατο -λόγω της μεταπτωτικής μας δυστυχίας - αλλά τουλάχιστο στο θέμα της προθέσεως μας εξ επιλογής, ημπορούμε να υπερβούμε τους νόμους της ανάγκης, όσον αφορά την προς τον Θεό προσφορά και θυσία μας. Η διάθεσί μας προς το Θείο, δεν θα πρέπει να είναι ούτε εξ ανάγκης, ούτε από φόβο, ούτε από ιδιοτέλεια. Απλούστατα πιστεύουμε στον Χριστό μας, γιατί το αξίζει- τον ακολουθούμε, γιατί του αρμόζει· τον λατρεύομε, γιατί είναι αυτός το κέντρο πάσης λατρείας, πάσης τιμής και πάσης δόξης. Όχι για να πάρωμε «τα Αυτού». Τι είναι «τα Αυτού;» Αφού Αυτός έδωκε «εαυτόν υπέρ ημών». Εν τούτοις όμως, μόνο πού ξέρομε ότι η Παναγαθότης Του θα μας χαρίση «Αυτόν και τα Αυτού», κινούμεθα πάντοτε από αγάπη. Έτσι εσκέπτετο και ενεργούσε και αυτό το μικρό κοριτσάκι, η παμμεγίστη αυτή μάρτυς, πού είναι η δόξα της Εκκλησίας μας, και κατέκτησε την θεία ευαρέσκεια, ώστε δημοσίως ο άγγελος, ως προείπαμε, να επισφράγιση τον τάφο της με τον τόσο τιμητικό τίτλο· ακριβώς διότι η πρόθεσί της ευαρέστησε τον Θεό. Ας δούμε όμως τι συμβαίνει στην πρακτική φάσι της ζωής μας, όταν κινούμεθα κατά αυτό τον τρόπο. Εμείς και οι αρχές του σκότους ευρισκόμεθα σε μια τιτανομαχία αδιάκοπη. Δια ποιο σκοπό; Εμείς για να επισφραγίσουμε την πίστι μας, την οποία μέσα μας παραδεχθήκαμε· να την σαρκώσουμε, να την κάνωμε σεσαρκωμένη πίστι. Διότι η πίστι χωρίς σάρκωσι, δηλ. πίστι χωρίς έργα, πίστι νεκρά, αφηρημένη, δεν έχει καμία άξια. Τέτοια πίστι έχουν όλα τα κτίσματα, ακόμα και οι δαίμονες. Εμείς αγωνιζόμεθα να κάνωμε πράξι εκείνο το όποιο πιστεύομε. Και έρχονται οι δυνάμεις του σκότους να μας φράξουν τον δρόμο, να μην μας επιτρέψουν να το αποδείξωμε πρακτικά και να μας ελέγξουν ως ψεύστες, δηλαδή ως απίστους. Γιατί τούτο είναι το νόημα της κρίσεως, περί πίστεως και απιστίας, κατά τον πνευματικό νόμο. Εκεί ελέγχονται όσοι επίστεψαν και όσοι δεν επίστεψαν. Εμείς όταν ξεκινήσωμε με ζήλο γι' αυτό ακριβώς τον σκοπό, τότε ο διάβολος αποδυναμώνεται, διότι στην πραγματικότητα ο διάβολος δεν έχει πρόσωπο. Σαν υπόστασι, σαν πνεύμα βεβαίως υπάρχει. Υπάρχει στον εαυτό του, αλλά έξω από κάθε τόπο και χώρο και ιδίως από την δική μας περιφέρεια, διότι «αυτού αι ρομφαίαι εξέλιπαν εις τέλος» (ψαλμ. 9,7)· Ερχόμενος ο του «κόσμου άρχων», λέει ο Ιησούς μας, «εν εμοί ουκ έχει ουδέν» (Ιωάν. 14,30) «ο αρχών του κόσμου τούτου κέκριται» (Ιωάν. 16,11), και «ο άρχων του κόσμου τούτου εκβληθήσεται έξω» (Ιωάν. 12,31). Αυτά όλα είναι εκείνα τα λάφυρα πού μας εχάρισε ο Ιησούς μας με την παρουσία Του και με τον Σταυρό Του, με τον οποίο κατήργησε τον σατανά. Η θέσι λοιπόν του εχθρού απέναντι μας είναι καθαρώς υπομνηματική· όχι απ' ευθείας και στα ίσια. Έρχεται με δόλο και υπουλότητα να μας αποπλάνηση, μεταφέροντας και καλύπτοντας τα πάντα. Και χρησιμοποιεί προφάσεις, δήθεν ευλογοφανείς, για να μας απατήση, διότι κατ' ευθεία είναι αδύνατο. Και ο πιο λοξός νους είναι αδύνατο ευθέως να δη τον διάβολο και να τον παραδεχθή και έτσι να αρνηθή τον Θεό. Πλανάται όμως ο νους με τις ψευδείς υποδηλώσεις και ευλογοφανείς προφάσεις του εχθρού, μέχρι να απατηθή, να δεχθή το δόλωμα και να γίνη προδότης. Όταν ο άνθρωπος πλανηθή και ακολουθήση τον σατανά, τότε αυτός αποκτά προσωπικότητα· τότε πλέον δεν έρχεται υπό το νόημα της υπομνήσεως, αλλά υπό το νόημα της εξουσίας, γι' αυτό και λέει ο Ιάκωβος· «αντίστητε τω διαβόλω και φεύξεται αφ' υμών» (Ιάκ, 4,7)·
Όταν η ορθή πρόθεσι υπάρχει, ο κάθε αθλητής ό,τι συναντήσει μπροστά του, στέκει μια στιγμή και αναλογίζεται.
«Πάω τώρα να κάνω την αγρυπνία μου και αμέσως αισθάνομαι μια παρά φύσι κόπωσι, ένα νυσταγμό, μιαν ακηδία, ένα βάρος, ένα συγκλεισμό. Σταματώ, γυρίζω και λέω: Καλά τι είναι τούτο τώρα; Δεν είμαι εγώ αυτός; Ναι, είμαι. Δεν εφύλαξα το πρόγραμμα μου; Ναι, το εφύλαξα. Δεν εκοιμήθηκα καταλλήλως, δεν εξεκουράστηκα καταλλήλως, δεν εφύλαξα το υπόλοιπο πρόγραμμα; Ναι. Αυτό λοιπόν τι είναι τώρα; Άρα αυτός είναι. Αυτόν περίμενα». Ορθώνει το ανάστημα του και λέει: «Κακώς ήλθες με εκείνους πού σε έφεραν δεν πρόκειται να κερδήσης τίποτε. Εδώ είμαι· τι θα μου κάνης; Δεν με αφήνεις να πω την ευχή; Δεν την λέω. Δεν με αφήνεις να αγρυπνήσω, δεν με αφήνεις να κάνω τον τύπο της ορθοστασίας μου κατά τον κανόνα μου;   Δεν  το  κάνω.  Ακριβώς  γιατί  δεν  είμαι  υπό  νόμο.   Και  αν  το αγωνιστικό μου στάδιο έχει αυτό τον προγραμματισμό, είναι γιατί το ήθελα εγώ και το έκανα με την ιδική μου σκέψι και απόφασι, πιστεύοντας ότι αυτός ο τρόπος ήταν συντελεστικός στο να πετύχω».
Όταν όμως αυτός ο κακοήθης έρχεται να προβάλη αντίστασι από την ιδική του αναισχυντία, τα καταργώ όλα και του αποδεικνύω ότι δεν έχω ανάγκη από τους τύπους και δεν ημπορεί να με ελέγξη, διότι οι τύποι και τα προγράμματα είναι ιδικά μου. Υπό νόμο δεν υπόκειμαι. διότι «ως υιοίς ημίν προσφέρεται ο Θεός» (Εβρ. 12,7) και διακείμεθα ως υιοί προς τον πατέρα και κανείς νόμος δεν μας υποβιβάζει. Θέλομε και αγωνιζόμενα. Η σωτηρία μας πηγάζη από τον Σταυρό του Χριστού. Αυτού πού ήρθε και εβάστασε την παγκόσμιο αμαρτία· και το πανάγιο Του αίμα αυτό είναι πού σώζει, και όχι τα έργα μας. Και έτσι με την ορθή αυτή πρόθεσι, με αυτή την τοποθέτησι εκμηδενίζεται ο σατανάς.
Όταν όμως μπαίνουμε μέσα στο πρόγραμμα μας με χλιαρότητα, με συμβιβασμούς και προσπαθούμε αν ήταν τρόπος να ξεφύγωμε, γιατί δεν τοποθετήθηκαν τα πράγματα καλά, τότε αυτός γίνεται πανίσχυρος ενάντιο μας και εφαρμόζεται αυτό πού λέει η Γραφή, ότι «περιπατεί ως λέων ωρυόμενος» (Α' Πέτρ. 5,8) ζητώντας ποιόν να καταπιή. Σε μας όμως δεν είναι ως «λέων ωρυόμενος», σε μας είναι μύρμηγκας5 γιατί δεν έχει καμία θέσι μαζί μας. Εμείς πρακτικά αυτή την ώρα είμεθα εντός, απόλυτα εντός, δεν αμφιβάλλαμε σε τίποτε, διότι πρακτικά ακούσαμε την κλήσι, το «ακολουθεί μοι» του Ιησού μας. Το ακούσαμε και με ένα πήδημα, όχι με βραδύτητα, εγκαταλείψαμε και πατρίδα και εστία και οικογένεια και φύσι και αυτοεξοριστήκαμε και εγίναμε περιγελάς εις εκείνους πού φαντάζονται ότι περιγελούν, και κατοικούμε στις τρώγλες σαν θηρία, γιατί ακριβώς εφυτεύθηκε μέσα μας το νόημα του «ακολουθεί μοι» και μας έγινε δόγμα στην ζωή. Αυτή την ώρα είμεθα μέσα, δεν μπορεί ο διάβολος τίποτε να κάνη, δεν έχει τίποτε να πάρη. Τώρα, το εάν δεν εγίναμε «καθαροί τη καρδία» και εάν δεν εφθάσαμε στο σημείο να θεωρούμε τον Θεό και τα του Θεού, αυτό δεν απόκειται σε μας- αυτό απόκειται στην πανάγαθο του Χριστού μας ευσπλαχνία και Χάρι, η οποία θα το δώση όταν θελήση αυτή. Εμείς πάντως το προσμένομε, όχι για την αξία, όχι για την ικανότητα, αλλά διότι έτσι είναι η έξι της πατρικής Του στοργής, να χαρίζη αυτά σε εκείνους πού τον ακολουθούν. Άλλα αυτό πού πρέπει πάντοτε να μας απασχολή, είναι τούτο: Να μείνω με πιστοί στην ομολογία, να κρατήσωμε σωστή την πρόθεσί μας απέναντι Του και να συνεχίσωμε την πορεία ακολουθώντας Τον, εις οποιοδήποτε σημείο και αν μας καλέση ο προορισμός μας. Και τότε μετά παρρησίας, μετά «επαινετής αναίδειας», κατά την γλώσσα των Πατέρων μας, θα ανοίξωμε και εμείς το χέρι μας και θα πούμε: «Κύριε τον δρόμο ετελειώσαμε, την πίστι ετηρήσαμε· λοιπόν, κλίνον το ους Σου, και κατά την αγαθότητα Σου, δος τις επαγγελίες Σου». Όλα αυτά όμως θα γίνουν αν η πρόθεσί μας είναι σωστή. Εάν η πρόθεσί μας είναι χλιαρή, τότε δεν υπάρχει αυτή η παρρησία. Και δοκιμάστε, με την πείρα να το δήτε. Οσάκις υπάρχει μέσα μας κάποια ηττοπάθεια, χάνεται η παρρησία. Αυτό είναι και πάλι το παράδοξο. Το θέμα της ήττης δεν είναι εκείνο πού μετράει, αλλά ο τρόπος του χειρισμού ο εσφαλμένος. Άλλωστε δεν τίθεται θέμα αναμαρτησίας και αν μια ήμερα είναι η ζωή του ανθρώπου. Δεν είναι δυνατό να υπάρξη άνθρωπος χωρίς να αμαρτήση. Άρα το θέμα της φιλαμαρτήμονος διαθέσεως είναι γνωστό σε μας και επομένως δεν μας απασχολεί αυτό. Δεν υπάρχει θέμα να μην αμαρτήσωμε ποτέ. Δεν μπορεί να γίνη, δεν υπάρχει στην φύσι μας αυτό ούτε και ο Θεός το απαιτεί. Γι1 αυτό και εχάραξε δια της Εκκλησίας Του την απεριόριστη μετάνοια, όχι σε έκταση αλλά σε πλήθος.
Επομένως λοιπόν, όταν χάνεται το θάρρος και αισθανώμαστε τον Θεό ως οργισμένο, είναι λανθασμένη τοποθέτησι. Ο Θεός αγαπά και τους αμαρτωλούς και τους δικαίους και τους δαίμονες εξ ίσου, διότι είναι Πανάγαθος Αυτοαγάπη· δεν μεταβάλλεται, δεν αλλοιώνεται. Πώς αισθανόμαστε εμείς απέναντι Του φόβο;
Και σαν παράδειγμα λέγω το εξής.
Κάποτε σφάλλαμε, κάνομε ζημιά στον πατέρα μας, είτε φυσικό είτε πνευματικό, και αμέσως χάναμε το θάρρος μας απέναντι του, αρχίσαμε να τον ντρεπόμεθα, να τον φοβούμεθα και γενικά όλη μας η παρρησία και θέσι στην αγάπη του εχάθη. Τώρα ποιος προκάλεσε όλη αυτή την σύγχυσι; Ο πατέρας καλά καλά δεν ξέρει τίποτε ακόμα, γιατί δεν είδε την ζημιά και όμως εμείς σχεδόν τρέμομε για την ενοχή μας. Βλέπετε ποιος δημιουργεί τον φόβο; Η ενοχή του σφάλματος, όχι ότι ο Θεός μετέβαλε την αγάπη Του σε οργή.
Αυτό το θέμα όμως της ενοχής δεν είναι αυτό πού προκαλεί. Είναι ο τρόπος του χειρισμού λανθασμένος. Από εκεί χάνει ο άνθρωπος την σωστή, την ακέραια προαίρεσι, την αγνή πρόθεσι. Χάνεται από εκεί και γι' αυτό χάνει την παρρησία του, ενώ δεν υπάρχει λόγος αυτή να χαθή.
Παρ' όλο πού υπάρχει αμαρτωλότης, δεν οργίζεται ο Θεός πού αμαρτάνει ο άνθρωπος - εφ' όσον δεν υπάρχει στην φύσι του αναμαρτησία - αλλά όταν ο άνθρωπος αλλάζει τον τρόπο της προθέσεως του. Και αυτό είναι η πλάνη του σατανά από τα δεξιά, να προβάλλη την απογοήτευσι σαν ανάγκη.
Πάντως πρέπει να προσέχετε, ότι η δύναμι του σατανά στο να μας προκαλέση να σφάλλωμε, δεν είναι στο να μέτρηση την έκτασι της αμαρτίας. Δεν κερδίζει τίποτε από εδώ. Ο σκοπός του είναι το να κάνη παραδεκτή την απογοήτευσι.
Αυτό το διαβολικό σκοτεινό νέφος πού θολώνει τον νου, σβήνει την προαίρεσι και παραδίδει τον άνθρωπο άνευ όρων.
Καλά, εντάξει, «τω Θεώ επταίσαμεν, τω Θεώ απολογούμεθα». Ο σατανάς τι δουλειά έχει στην μέση; Να μας γίνη  δικαστής; Αυτός να κρίνη  εμάς; Ό «αναμάρτητος»(!) εμάς τους αμαρτωλούς; Μα για μας τους αμαρτωλούς ο Υιός του Θεού εκρεμάσθη στον Σταυρό, εμάς μεν να σώση και αυτόν να απολέση. Που βρίσκεται η παρρησία του; Εσφαλμένη η κρίσι. Βλέπετε;
Να ακόμη άλλη απόδειξι. Οσάκις συμβαίνει σφάλμα, σταματάει ο άνθρωπος και κάνει ένα έλεγχο και λέει: «Καλά, απεφάσισα εγώ να αρνηθώ τον Χριστό; Να αλλάξω το ιδίωμα της πνευματικής μου ζωής; Να οπισθοχωρήσω από την χριστιανική γραμμή; Όχι. Αφού δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, άρα το σφάλμα ήταν ατύχημα». Η προαίρεσι δεν ελύγισε, δεν άλλαξε, αλλά είναι από τα συμπτώματα της μεταπτωτικής μας αθλιότητος, πού εξ αιτίας της ο άνθρωπος έχασε την προσωπικότητα. Υποκείμενος στην πίεσι των τρομερών αλλοιώσεων, τις οποίες προκάλεσε η πτώσι, δεν τα καταφέρνει και γλυστράει, όπως εκείνος πού βαδίζει σε ανώμαλα μέρη και είναι αδύνατο να μην γλιστρήση και να μην κατασχιστή.
Αφού είναι έτσι η πραγματικότης, δεν υπάρχει πλέον θέμα απογοητεύσεως και ,αποθαρρύνσεως. Πρέπει λοιπόν αναπεπταμένη να είναι η προαίρεσι, ακέραια, σωστή. Είμεθα έτοιμοι για την αγάπη του Χριστού μας να υποστούμε τα πάντα. Κανείς δεν μας σταματά, δεν μας αναχαιτίζει. Κανένα δεν φοβούμεθα, γιατί ακριβώς είναι «μείζον ο εν ημίν ή ο εν τω κόσμω» (Α' Ιωάν. 4,4)·
Αυτή είναι η πραγματικότης. Και πολύ με παρακίνησε ο βίος αυτής της μικρής κορούλας, αλλά μεγάλης μάρτυρος, πού κατόρθωσε να σύντριψη τον σατανά και να σώση την πατρίδα της.
Αμήν.

Πρώτη εισαγωγή  και δημοσίευση κειμένων  στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο από τό Βιβλίο:
Β΄ΔΙΔΑΧΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΘΩΝΑ
ΙΩΣΗΦ ΜΟΝΑΧΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΤΟ ΑΠΟΝ ΟΡΟΣ»- ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1989
Η Ησυχαστική Παράδοση Στο Άγιον Όρος Από Τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά Έως Σήμερα


Η  επεξεργασία  , επιμέλεια  μορφοποίηση  κειμένου  και εικόνων έγινε από τον Ν.Β.Β
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση κειμένων στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο, για μη εμπορικούς σκοπούς με αναφορά πηγής το Ιστολόγιο:
©  ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
http://www.alavastron.net/


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Follow by Email

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Γίνεται Μέλος στο Ιστολόγιο

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |