ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Το Αγριολούλουδο - Α'

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

Το Αγριολούλουδο - Α'




Παύλος Νιρβάνας

Το Αγριολούλουδο
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α' 


Στη βεράντα της ερημικής βίλλας της κ. Κράλη δεν ήτανε η συνηθισμένη πολυθόρυβη συντροφιά, το ανοιξιάτικο αυτό βράδυ. Μολονότι είχε νυχτώσει πια, τα ηλεκτρικά λουλούδια, που άνθιζαν άλλοτε με χίλια χρώματα τέτοιαν ώρα, ανάμεσα στα φυλλώματα των πυκνών περιπλοκάδων, ήσαν σβηστά ακόμα. Είχαν ξεχάσει να τ’ ανάψουν ή τα είχαν αφήσει σβησμένα επίτηδες.
Τρεις άνδρες, σκυφτοί γύρω από ένα ψάθινο τραπεζάκι, ξεχώριζαν μέσα στις σκιές, με ύφος ανθρώπων που μιλούσαν εμπιστευτικά για κάποια σπουδαία υπόθεση: Ο κ. Βιτούρης, ετεροθαλής αδελφός της κ. Κράλη, ζωντοχήρας εδώ και πέντε χρόνια, που κατοικούσε μαζί της, ο Άλκης Κράλης, ανιψιός της, και ο κ. Νικολαΐδης, γιατρός και παλιός φίλος της οικογενείας. Εκείνοι που μιλούσαν όμως ήτανε κυρίως ο κ. Βιτούρης και ο γιατρός. Ο Άλκης, νέος ως είκοσι πέντε ετών, πολύ μελαχρινός, πολύ χλωμός και πολύ αδύνατος, ακουμπισμένος στο τραπεζάκι, με το κεφάλι στηριγμένο μελαγχολικά στη δεξιά του παλάμη, φαινότανε ν’ ακούει, περισσότερο αφηρημένος παρά προσεχτικός, τους δύο άλλους, που πότε μιλούσαν μεταξύ τους και πότε γύριζαν το λόγο σ’ αυτόν, για να του κάνουν κάποια ερώτηση ή να του ζητήσουν τη γνώμη του για το θέμα της ομιλίας. Ήτανε φανερό πως το θέμα της ομιλίας ήταν αυτός και κάποια σπουδαία υπόθεσή του.


Μια στιγμή παρουσιάσθηκε στη βεράντα η μικρή καμαριέρα της κ. Κράλη, δειλά και διακριτικά, σαν να ήξερε πως οι κύριοι, αυτό το βράδυ, είχαν κάποια σπουδαία συνομιλία.
Μόλις την αντίκρισε ο κ. Βιτούρης, της είπε στενοχωρημένος:
— Άφησέ μας, παιδί μου! Δε χρειαζόμαστε τίποτε.
Εκείνη κοντοστάθηκε.
— Με συγχωρείτε, κύριε... μουρμούρισε. Η κυρία μου μου είπε να σας πω, όταν τελειώσετε την ομιλία σας να την ειδοποιήσετε. Κάνει πολύ ζέστη μέσα...
— Πολύ καλά, παιδί μου... της είπε ο κ. Βιτούρης. Πες στην κυρία σου, ότι θα την ειδοποιήσουμε.
Το πιθανότερο είναι, ότι δεν ήταν η ζέστη του δωματίου που έκανε την κ. Κράλη να βιάζεται να βγει στη βεράντα. Μολονότι δεν είχε θελήσει να λάβει μέρος στην ιδιαίτερη συνομιλία, που γι’ αυτήν είχαν μαζευτεί στο σπίτι της, αυτό το βράδυ, στενοί φίλοι και συγγενείς, ήταν ανυπόμονη να μάθει το αποτέλεσμα της συνομιλίας, με το ενδιαφέρον που έχουν οι γυναίκες για τα αποτελέσματα. Η υπόθεση τής ήτανε γνωστή και ήτανε αυτή που είχε λάβει την πρωτοβουλία του οικογενειακού συνεδρίου, που ενεργούσε, θα μπορούσε να πει κανείς, σύμφωνα με τις οδηγίες και με το πρόγραμμα, που είχε δώσει από πριν η ίδια στον αδερφό της και το γιατρό. Εκείνη είχε την ιδέα, ότι από μακριά θα μπορούσε να διευθύνει καλύτερα τα νήματα της δουλειάς. Μεταξύ ανδρών η συνεννόηση για κάποια πράματα είναι πάντα ευκολότερη και αυτό το γνώριζε καλά η έξυπνη γυναίκα, όπως μάντευε, ότι η παρουσία της μπορούσε να κάμει πιο στενόχωρη τη θέση του ανιψιού της και να εμποδίσει μια ειλικρινή ομολογία.
Η συνομιλία των τριών ανδρών κράτησε πολύ ακόμα. Είχε βραδιάσει πια και μερικά χλωμά άστρα κρεμάσθηκαν από τα κλαδιά του πλατάνου, που έπνιγε ολόγυρα τη βεράντα και που έμοιαζε τώρα σαν φωταγωγημένο χριστουγεννιάτικο δένδρο.
— Λοιπόν, σύμφωνοι, Άλκη; είπε ο κ. Βιτούρης ύστερ’ από μια στιγμή σιωπής, που ήτανε σα μια σύντομη προθεσμία για να σκεφθεί και ν’ αποφασίσει ο νέος.
— Σύμφωνοι! αποκρίθηκε ο Άλκης, σα να ξανάλεγε τη λέξη, που είχε προφέρει ο κ. Βιτούρης, όπως ξαναλέει η ηχώ, ξένη σε κάθε νόημα, έναν ήχο που φτάνει από μακριά.
— Δεν είχα καμία αμφιβολία! είπε, τρίβοντας τα χέρια του, ο γιατρός με την ικανοποίηση ενός καλού διαγνωστικού.
Ο κ. Βιτούρης σηκώθηκε και προχώρησε προς τη θύρα, που ένωνε τη βεράντα με το σαλόνι.
— Καίτη! είπε. Μπορείς να ’ρθεις έξω αν θέλεις
Ο τόνος της φωνής του ήτο θριαμβευτικός, όσο κι αν προσπάθησε να τον κάνει αδιάφορο.
Η κομψή σιλουέτα της κ. Κράλη κλείσθηκε σε λίγο μέσα στο πράσινο πλαίσιο των περιπλοκάδων, σαν εικόνα προραφαηλίτη ζωγράφου, γραμμένη με άυλα χρώματα. Η νέα ακόμη και ωραία γυναίκα, με τα λευκά χαρακτηριστικά και την ευγενική, έκφραση όλου της του κορμιού, πειθαρχημένου σε κάποιους μυστικούς νόμους του γυναικείου θαύματος, είχε ακούσει κάποτε από ένα νέο θαυμαστή της μια ποιητική φιλοφρόνηση, που της είχε γίνει η πιο αγαπημένη της πίστη. Και σιγά σιγά άρχισε να θυμάται, πως μία μακρινή ημέρα είχε βγει από το εργαστήριο του Ντάντε Γκαμπριέλ Ροσσέτι. Και αντίγραφε πάντα τις άυλες μορφές του προραφαηλίτη ζωγράφου σε αντίγραφα, που κανείς δε θα μπορούσε να πει πως δεν ήταν αυθεντικά.
— Πρέπει να πω — είπε με την κρυστάλλινη φωνή της, που έτρεμε τώρα από μια βαθιά εσωτερική συγκίνηση — ότι εσείς οι άνδρες είσθε εξαιρετικά φλύαρα πλάσματα. Τόση συζήτηση, Θεέ μου, για ένα τιποτένιο ζήτημα!
Ο Άλκης έκανε έναν πονεμένο μορφασμό, προσπαθώντας να τον κρύψει στη σκιά, που είχε βυθισθεί.
— Και εννοείτε να μείνετε στα σκοτεινά ακόμα; ξαναείπε η κ. Κράλη, που ζητούσε να διακρίνει μέσα στη σκιά το πρόσωπο του ανιψιού της.
Χωρίς να περιμένει απάντηση, ξεκόλλησε από το πλαίσιό της, προχώρησε με κυματιστά βήματα προς την πρίζα του ηλεκτρικού και, με μια ράθυμη κίνηση του ωραίου χεριού της, έκαμε ν’ ανθίσουν τα κόκκινα λουλούδια μέσα στις πρασινάδες της περιπλοκάδας.
— Τι χλιαρή ατμόσφαιρα! είπε αδιάφορα, θα ’λεγε κανείς πως βρίσκεται μέσα σε σέρα.
Προχώρησε σε μια ψάθινη πολυθρόνα και κάθισε μεταξύ του αδελφού της και του γιατρού, φροντίζοντας να πάρει μια ευνοϊκή θέση κάτω από το κόκκινο λαμπιόνι, που έκαμε ν’ ανθίσουν δυο χλωμά τριαντάφυλλα στο ωχρό πρόσωπό της. Είχε πάντα κάποιες φιλαρέσκειες, εντελώς για τον εαυτό της και για το έργο της τέχνης, που είχε κάμει από την ύπαρξή της. Και, τυλίγον-τας γύρω από το λαιμό της μια λεπτή εσάρπα, φρόντισε να κοιτάξει πλάγια προς το μέρος του Άλκη, χωρίς να δείξει πως είχε κανένα λόγο να τον προσέξει ιδιαίτερα. Με το σύντομο όμως αυτό βλέμμα είχε διακρίνει καθαρά, πως ο ανιψιός της ήταν εξαιρετικά νευριασμένος, ύστερα από τη συζήτηση που ακολούθησε, και ίσως — ποιος ξέρει; — μετανοημένος για την απόφασή του, που την είχε μαντέψει από το θριαμβευτικό τόνο της φωνής του αδελφού της.
— Λοιπόν, Καίτη — είπε ο κ. Βιτούρης — είμαι πολύ ευχαριστημένος να σε πληροφορήσω ότι ο Άλκης...
Η αδελφή του έκοψε απότομα την ομιλία.
— Ας πούμε τίποτε άλλο! είπε. Αρκετά το σκοτίσατε, φαντάζομαι, το παιδί. Ας πούμε τίποτε πιο εύθυμο. Γιατρέ, δεν είσθε στα κέφια σας σήμερα.
Η υπηρέτρια έφερε το δίσκο με ούζα και μικρούς μεζέδες.
— Τώρα μάλιστα! είπε ο γιατρός.
— Εννοείται ότι σήμερα θα φάτε μαζί μας, γιατρέ.
Ο γιατρός δέχτηκε την πρόσκληση με ενθουσιασμό.
Και η ομιλία πήρε τον εύθυμο τόνο, που τόσο επίμονα ζητούσε η ψυχολογία της κ. Κράλη. Μονάχα ο Άλκης έμενε σιωπηλός όλη την ώρα. Τον ενοχλούσε η ιδέα, ότι όλη αυτή η λαμπρή σκηνοθεσία είχε προετοιμασθεί για το δικό του το δράμα.


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Follow by Email

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Γίνεται Μέλος στο Ιστολόγιο

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |