ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: 7.Οσίου Νείλου Σόρσκυ Άπαντα τά σωζόμενα Ασκητικά

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

7.Οσίου Νείλου Σόρσκυ Άπαντα τά σωζόμενα Ασκητικά


sorsky

ΛΟΓΟΣ Ζ'

 Περί της μνήμης του θανάτου και της φοβέρας κρίσεως, πώς πρέπει να μελετώμαι περί τούτων, δια να αποκτήσωμεν τον λογισμό τούτον εν ταίς καρδίαις ημών.
   Λέγουν δε οί Πατέρες, ότι εις την εργασίαν ημών είναι λίαν αναγκαίων και ωφέλιμων να έχομεν παντοιοτρόπως την μνήμην του θανάτου καί της φοβέρας κρίσεως. Καί ό μεν Φιλόθεος ό Σιναΐτης καθορίζει εις την έργασίαν ταύτην τρόπον τινά κάποιαν τάξιν «διότι από την πρωίαν, —λέγει—, πρέπει να καταγινώμεθα εις την μνήμην του Θεού, τουτέστιν, εις την προσευχή καί την φυλακήν της καρδίας μέχρι του καιρού του φαγητού.
       Έπειτα δε, άφ' ου ευχαριστήσομε τον Θεόν, πρέπει να μελετώμαι περί του θανάτου καί της κρίσεως». Καί όταν λοιπόν επιδιδώμεθα με σπουδή εις τούτο, πρέπει πλέον πάντων να έχομεν κατά νουν τον υπό του Κυρίου ρηθέντα λόγον «Ταύτη τη νυκτί οί άγγελοι την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου». Καί είπεν ότι θα αποδώσομε λόγον περί παντός ρήματος αργού εν ήμερα κρίσεως, καί ότι ο διαλογισμός της καρδίας κοινοί τον ανθρωπον. Πρέπει να μνημονεύσωμεν του ρητού των αγίων Αποστόλων, ότι «πάντων δε το τέλος ήγγικε» καί «ήξει δε ή ήμερα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτί»6. Πάντες θα παραστούμε ενώπιον του δικαστηρίου του Χριστού, καί ό Λόγος του Θεού δεν θα κρίνει μόνον τα έργα καί τους λόγους, αλλά και τους διαλογισμούς της καρδίας.
Ό δε καθηγητής των Πατέρων Μέγας Αντώνιος λέγει· «Πρέπει να έχομεν πάντοτε εντός ημών την σκέψη ότι δεν θα διέλθωμεν όλη την ήμέραν ταύτην εν ταύτη τη ζωή». Και ό Ιωάννης της Κλίμακας λέγει· «Μνημόνευε των εσχάτων σου, και εις τον αιώνα δεν θα αμαρτήσεις». Και αλλαχού λέγει ό ίδιος- «Ή μνήμη του θανάτου να είναι πάντοτε μετά σου». Και ό Ισαάκ ό Σύρος λέγει· «Πάντοτε μνημόνευε εν τη καρδία σου, ω άνθρωπε, ότι θα απέλθεις». Και πάντες οί Άγιοι όχι μόνον είχον την έργασίαν ταύτην, αλλά και ανακήρυξαν την μνήμην του θανάτου εξωτερικό όρο της φιλοσοφίας.
       Τι δε να πράξωμεν ημείς οί εμπαθείς και αδύνατοι; Πώς να μάθομε την έργασίαν ταύτην, δια να εδραιώσομε τούτον τον λογισμό έστω έπ' ολίγον εν τη καρδία ημών; Διότι «το να άποκτήσωμεν την μνήμην ταύτην εντός ημών κατά τρόπον τέλειον, είναι δωρεά του Θεού και Χάρις θαυμαστή», όπως λέγει ό άγιος Ισαάκ. Ό μετεωρισμός όμως του νοός ημών και ή συσκοτισθείσα λήθη δεν αφήνουν ημάς να παραμένομεν και να μελετώμεν εις αυτά. Διότι πολλάκις διαλογιζόμεθα ταύτα και συνομιλούμεν μετ' αλλήλων περί του θανάτου, εν τούτοις δεν δυνάμεθα να εμβαθύνωμεν και να εδραιώσωμεν τους λόγους τούτους εντός της καρδίας ημών. 'Αλλά δεν μικροψυχούμε δι' αυτό, ούτε παραιτούμεθα από την έργασίαν ταύτην, διότι με την βοήθειαν του Θεού, με τον κόπο καί με τον χρόνον εισερχόμεθα εις αυτήν. Καί αν κανείς έχη προαίρεσιν, ας πράττει ούτω καί ας ενθυμείτε τα ανωτέρω γεγραμμένα λόγια, εννόων πόσον αναγκαία καί ωφέλιμος είναι ή εργασία αυτή. Διότι καθώς πασών των τροφών αναγκαιότερα είναι ό άρτος, ούτω καί ή μνήμη του θανάτου είναι αναγκαιότερα των λοιπών αρετών. «Καί όπως είναι αδύνατον εις τον πεινώντα να μη ενθυμείτε τον άρτον, ούτω καί εις τον θέλοντα να σωθεί, να μη μνημονεύει του θανάτου», είπον οί Πατέρες. Έπειτα ας συναγάγει τον νουν εις οσα είπον οί Άγιοι εις τα συγγράμματα των, περί των διαφόρων φοβερών θανάτων, όπως ό μακάριος Γρηγόριος ό Διάλογος και άλλοι πολλοί. ωφέλιμων νομίζω και τούτο: Το να ενθυμώμεθα τους διαφόρους θανάτους, τους οποίους είδομεν και περί των οποίων ηκούσαμεν, οίτινες συνέβησαν εν ταίς ημέρες ημών. Διότι πολλοί, όχι μόνον κοσμικοί, αλλά και μοναχοί, διήγον εν ευημερία και ηγάπων την ζωήν του κόσμου τούτου και είχον την ελπίδα των εις την μακρότητα των ήμερων των, και δεν είχον φθάσει εις το γήρας, άλλ' αιφνιδίως θερίσθησαν υπό του θανάτου. Τινές εξ αυτών δεν ηδυνήθησαν κατά την ώραν εκείνη ούτε να αποχαιρετίσουν κανένα, άλλ' ούτος απλώς ιστάμενοι ή καθήμενοι αφηρπάσθησαν. Και έτεροι εξέπνευσαν τρώγοντες και πίνοντες. Άλλοι έξαφνα απέθαναν πορευόμενοι εν όδώ. Έτεροι κατέκλιναν επί της κλίνης, νομιζοντες ότι θα ανέπαυαν το σώμα με τον ολίγον και πρόσκαιρο ύπνο τούτον, και ούτος εκοιμήθησαν τον αίώνιον ύπνο. Τινές δε εξ αυτών είχον να υπομείνουν κατά την τελευταία ώραν εκείνη φοβέρας εξετάσεις και φρικτούς τρόμους και δεινούς εκφοβισμούς, καθώς γνωρίζομε. Των οποίων και μόνον αϊ υπομνήσεις δύνανται ουκ ολίγον να μας φοβερίσουν. Και φέροντες πάντα ταύτα εις την μνήμην, διαλογιζόμεθα·
        Που είναι οι φίλοι και οί γνωστοί ημών; Και Τι κέρδισαν εκ τούτου, αν κανείς εξ αυτών ήτο έντιμος και ένδοξος και άρχων εν τω κοσμώ τούτω, ή αν είχε πλούτο ή πολλή σωματική τρυφή; Δεν μετεβλήθησαν αυτά εις φθορά και δυσωδία και κονιορτό; Και ας ένθυμηθώμεν τους υμνογράφους, οίτινες λέγουν περί τούτων «Ποία του βίου τρυφή διαμένει λύπης αμέτοχος; Ή ποία δόξα έστηκε επί γης αμετάθετος; Άλλα πάντα σκιάς ασθενέστερα και ονεί-ρου απατηλότερα, μία ροπή, και ταύτα πάντα θάνατος διαδέχεται. Εν άληθεία λοιπόν, πάσα ματαιότης εν τω βίω τούτω, όσα έχομεν, δεν θα παραμείνουν μεθ' ημών μετά τον θάνατον, διότι δεν θα μεταβεί εκεί ό πλούτος  του βίου τούτου, ούτε θα συνοδεύσει ημάς ή δόξα του αιώνος τούτου, άλλ' επελθών ό θάνατος θα αφανίσει πάντα ταύτα». Και ούτω κατανοήσαντες την ματαιότητα του αιώνος τούτου, Τι ταρασσόμεθα ματαίως ασχολούμενοι περί τα βιοτικά; Διότι ή οδός, επί της οποίας τρέχομε, είναι βραχεία. Καπνός είναι ό βίος ούτος, ατμός, κονιορτός και σποδός. Έπ' ολίγον εμφανίζεται και ταχέως αφανίζεται «και είναι ευτελέστερος μιας οδοιπορίας», όπως λέγει ο Ιωάννης ό Χρυσόστομος. Διότι ο βαδίζων την οδόν ο-δοιπόρος, όταν θέληση να πορευθεί εις τίνα χωράν, πορεύεται. Και όπου δεν θέλει, δεν πορεύεται. Ότε δε κατοικεί εν τω ξενοδοχείο, γνωρίζει, πότε έφθασε και πότε θέλει να αναχώρηση: εάν έφθασε την εσπέρα, θα αναχώρηση το πρωί. Έχει δε και την έξουσίαν να βραδύνει περισσότερο εν τω ξενοδοχείο. Ημείς όμως, και θέλοντες και μη θέλοντες, εξερχόμεθα του βίου τούτου. Και δεν γνωρίζομε, πότε θα εξέλθωμεν, ούτε έχομεν την έξου-σίαν, εάν θελήσωμεν να παραμείνομε ακόμη εδώ, άλλ' αιφνιδίως θα επέλθει το κατ' άλήθειαν φοβερό μυστήριον του θανάτου, και ή ψυχή θα χωρισθεί βιαίως από το σώμα, θα αφαιρεθεί από τους αρμούς και τάς συνθέσεις του φυσικού συνδέσμου δια του θελήματος του Θεού. Και Τι θα πράξωμεν τότε, αν προ της ώρας εκείνης δεν θα έχομεν ούτε φροντίσει, ούτε μελετήσει περί τούτων και ευρεθώμεν τότε ανέτοιμοι; Εν εκείνη τη ώρα θα έννοήσωμεν με πικρία, ποίον αγώνα έχει ή ψυχή όταν χωρισθεί από το σώμα. Ουαί, πόσον θα θλίβει τότε, και δεν θα ύπαρξη κανείς να την ελεήσει! Προς τους Αγγέλους θα ύψωση τους οφθαλμούς, άπρακτος θα προσευχηθεί. Προς τους ανθρώπους θα εκτείνει τάς χείρας, και δεν θα έχη κανένα να την βοηθήσει, μόνον τα συν Θεώ καλά έργα. Όθεν εννοούντες το βραχύ της ζωής ημών, ας φροντίσομε περί της ώρας εκείνης του θανάτου, μη επιδιδόμενοι εις τους θορύβους του κόσμου τούτου και εις μεριμνάς ανωφελείς· Διότι «μάτην ταράσσεται πας γηγενής», όπως-λέγει ή Γραφή. Διότι αν και κερδίσομε όλον τον κόσμον, θα κατοικήσομε εν τω τάφω, μηδέν αποκομίσαντες εκ του κόσμου τούτου, ούτε κάλλος, ούτε δόξα, ούτε έξουσίαν, ούτε τιμήν, ούτε οιανδήποτε άλλην τρυφή του βίου. Ιδού λοιπόν, ας βλέψωμεν εις τους τάφους και ας δούμε το κτιστό ημών κάλλος άσχημο και άδοξων, μη έχον είδος. Και βλέποντες λοιπόν τα γεγυμνωμένα οστά, ας είπωμεν προς τον εαυτόν μας· Τίς είναι βασιλεύς ή πτωχός, ένδοξος ή άδοξος; Που είναι το κάλλος και ή τρυφή του κόσμου τούτου; Δεν είναι πάντα ασχημοσύνη και δυσωδία; Και ιδού, τα πολύτιμα και περιπόθητα του κόσμου τούτου περιήλθαν όλως δι' όλου εις αχρηστία και εξέπεσαν ως άνθος μαρανθέν. Και όπως ή σκιά παρέρχεται, ούτω θα καταργηθεί πάν το ανθρώπινο. Και ας θαυμάσωμεν ταύτα, λέγοντες προς τον εαυτόν μας περί του θαύματος τούτου· Τι είναι τούτο το περί ημάς τελούμενο μυστήριον; Πώς παρεδόθημεν εις την φθοράν; Πώς συνεζεύχθημεν με τον θάνατον; Όντως με την διαταγή του Θεού, όπως γράφει ό υμνογράφος· «Δια την παράβασιν της εντολής έγένετο εις τον Αδάμ ή πάλαι εν Εδέμ γεύσης του ξύλου νόσος θανάσιμος, οτε ο όφις εξήμεσε τον ιόν. Δια τούτο λοιπόν εισήλθε ο θάνατος, παγγενή καταναλίσκον τον άνθρωπον. Άλλ' ό Δεσπότης, όστις δια βάθους της αρρήτου σοφίας Του έδωσε εις ημάς όρους ζωής και προέβλεψε τον θάνατον, ήλθε, κατέβαλε τον όφιν, χάρισε εις ημάς την άνάστασιν και μετοικίζει τους δούλους Του εις την άλλην ζωήν». Και ούτως ας λάβωμεν κατά νουν την Δευτέραν Παρουσίαν του Κυρίου, και την έγερσιν ημών και την φοβεράν κρίσιν, παραθέτοντες αυτά τα ευαγγελικά λόγια του Κυρίου, τα όποια έγραψε ο θεόφθογγος Ματθαίος· «Και μετά την θλίψιν των ήμερων εκείνων, —γράφει—, ο ήλιος συσκοτισθήσεται και ή σελήνη ου δώσει το φέγγος αυτής και οί αστέρες πεσούνται από του ουρανού, και αί δυνάμεις των ουρανών σαλευθήσονται. Και τότε φανήσεται το σημείον του Υιού του ανθρώπου εν το ούρανω, και τότε κόψονται πασαι αί φυλαί της γης και όψονται τον Υίόν του ανθρώπου ερχόμενων επί των νεφελών του ουρανού μετά δυνάμεως και δόξης πολλής. Και αποστέλλει τους Αγγέλους αυτού μετά σάλπιγγος φωνής μεγάλης, και επισυνάξουσιν τους εκλεκτούς αυτού εκ των τεσσάρων ανέμων άπ' ακρών ουρανών έως ακρών αυτών». Ό δε ηγαπημένος μαθητής του Κυρίου Ιωάννης ούτος έγραψε τους λόγους αυτού· «Έρχεται ώρα, εν ή πάντες οί εν τοις μνημείοις νεκροί άκούσονται της φωνής του Υιού του Θεού και οί άκούοντες ζήσονται. Και εκπορεύσονται οί τα αγαθά ποιήσαντες εις άνάστασιν ζωής, οί δε τα φαύλα πράξαντες εις άνάστασιν κρίσεως». Και πάλιν ό Ματθαίος· «όταν δε έλθη ό Υιός του ανθρώπου εν τη δόξη αυτού, καί πάντες οί άγιοι Άγγελοι μετ' αυτού, τότε καθίσει επί θρόνου δόξης αυτού, και συναχθήσεται έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη, καί αφοριεί αυτούς άπ' αλλήλων, ώσπερ ό ποιμήν αφορίζει τα πρόβατα εκ δεξιών αυτού, τα δε ερίφια εξ ευωνύμων. Τότε αίρει ό βασιλεύς τοις εκ δεξιών αυτού, Δεύτε οί ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονο-μήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου.. Τοις δε εξ ευωνύμων αυτού αίρει· 'Πορεύεσθε άπ' εμού οί κατηραμένοι εις το πυρ το αίώνιον το ήτοιμασμένον τω διαβόλω Και τοις άγγέλοις αυτού...' Καί άπελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αίώνιον, οί δε δίκαιοι εις ζωήν αίώνιον». Καί Τι, αδελφοί, θα είναι χειρότερο καί χαλεπώτερο από την φοβερά καί φρικτή απολογία εκείνη καί από το θέαμα εκείνο, όταν θα ίδωμεν όλους τους αμαρτήσαντες καί μη μετανοήσαντες υπό της δικαίας κρίσεως του Θεού εις τάς αιωνίους κολάσεις αποπεμπόμενους καί φρίττοντας δεινώς καί κράζοντας καί άπρακτος κλαίοντας; Πώς να μη κλαύσωμεν καί να μη θρηνήσομε, όταν λάβωμεν κατά νουν τάς φοβέρας και φρικτάς κολάσεις εκείνας, τάς οποίας αναφέρει ή Γραφή  το αίώνιον πυρ, το σκότος το εξώτερον, την βαθείαν άβυσσο, τον δεινόν ακοίμητων σκώληκα, τον βρυγμό των οδόντων, και πάσας τάς λοιπάς βασάνους, αί οποιαι θα αναμένουν τους πολλά αμαρτήσαντες και κακώς εξοργίσαντας τον πανάγαθο Θεόν με την πονηρά αυτών διαγωγή, «ων πρώτος ειμί εγώ» ό άθλιος; Ποίον φόβον λοιπόν, ω αδελφοί, θα έχομεν τότε, όταν θα στηθούν οί θρόνοι και θα ανοιχθούν τα βιβλία και ο Θεός θα καθίσει προς κρίσιν καί όταν καί αυτοί οί Άγγελοι θα παρίστανται εν τρόμω; Και Τι θα πράξωμεν τότε ημείς οί εν πολλαίς αμαρτίαις ένοχοι άνθρωποι, όταν ακούσωμεν Αυτόν όπως καλεί μεν τους ευλογημένους του Πατρός εις την Βασιλείαν, αποπέμπει δε τους αμαρτωλούς εις την κόλασιν καί αφορίζει αυτούς από τους εκλεκτούς; Καί τίνα αποκριθώμεν ή να απολογηθώμεν λοιπόν τότε, όταν πάντα τα έργα ημών θα παρασταθούν προς έλεγχο ημών καί όταν θα φανερωθούν όλα τα κρυπτά ημών, τα όποια ημαρτήσαμεν εν ήμερα καί νυκτί, εν λόγω, καί έργω καί διάνοια; Καί ποία αισχύνη θα μας καταλάβει τότε, επειδή κανείς δεν θα δυνηθεί να απαρνηθεί τάς αμαρτίας του, διότι ή αλήθεια θα ελέγξει καί φόβος μέγιστος θα κατάσχει τον ανθρωπον! Εν χαρά καί ευφροσύνη όμως θα εισέλθουν οί δίκαιοι εις τον ουράνιων νυμφώνα, λαμβάνοντες τον μισθό των αγαθών των έργων.
Και τίς θα εκτραγωδήση, ω αδελφοί, τον φόβον εκείνον καί τον τρόμο της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου καί της φοβέρας εκείνης καί αδέκαστου κρίσεως, ώστε κάποιος από τους Πατέρας να λέγει· «Εάν θα ήτο δυνατόν τότε να αποθάνει κανείς, όλος ό κόσμος θα απέθνησκεν από τον φόβον εκείνον. Δια τούτο ας φοβηθώμεν καί ας φρίξωμεν καί ας λάβωμεν ταύτα κατά νουν, έστω και αν ή καρδία δεν θέληση, ας βιάσωμεν αυτήν να σκεφτεί   ταύτα και ας είπωμεν προς την ψυχήν ημών «Οίμοι σκοτεινή ψυχή, σε προσήγγισεν ή από του σώματος έξοδος! Εως πότε δεν θα απαρνηθείς τα κακά; Εως πότε θα αναπαύεσαι εις την ραθυμία; Τι δεν σκέπτεσαι την φοβεράν ώραν του θανάτου; Τι δεν τρέμεις το φοβερό βήμα του Σωτήρος; Τι αποκρίνεσαι λοιπόν ή πώς απολογείσαι· Διότι ιδού τα έργα σου παρίστανται και σε ελέγχουν και κατηγορούν εναντίον σου. Λοιπόν, ω ψυχή, έως ότου έχεις καιρόν, άφες τα αισχρά έργα, ανάλαβε βίον καλόν, δράμε, πρόλαβε και μετά πίστεως αναβόησον Ήμαρτον, Κύριε, ήμαρτόν σοι κακώς. Άλλα γνωρίζω την ευσπλαχνία σου, Φιλάνθρωπε, δια τούτο προσπίπτω και δέομαι της αγαθοσύνης σου, ίνα έλθη έπ' έμέ το έλεος σου, Δέσποτα, ότι τεταραγμένη είναι ή ψυχή μου και τεθλιμμένη δια την έξοδο της εκ του αθλίου μου σώματος, μήπως ή βουλή του πονηρού εχθρού υπαντήσει και κράτηση αυτήν εν τω σκότει δια τάς εν γνώσει και αγνοία κατά τον βίον τούτον πεπραγμένος αμαρτίας μου. Ίλεως γενού μοι, Δέσποτα, και να μη ίδη ή ψυχή μου την σκοτεινή  όψιν των πονηρών δαιμόνων, άλλα να παραλάβουν αυτήν οί υπέρλαμπροί σου Άγγελοι. Ως έχων την έξουσίαν της αφέσεως των αμαρτιών, «άνες μοι, ινα αναψύξω», και ινα μη ευρέθη ενώπιον σου ή αμαρτία μου, την οποίαν ήμαρτόν δια την ασθένειαν της φύσεως ημών εν λόγω, έργω και διάνοια, εν γνώσει και αγνοία, ινα ευρεθώ ενώπιον σου κατά την άπέκδυσιν του σώματος μου άνευ ρύπου τινός επί της μορφής της ψυχής μου, και όπως μη παραλαβή έμέ τον αμαρτωλών ή σκοτεινή χειρ του άρχοντος του κόσμου τούτου, ινα με κατάρριψη εις βυθόν αδου. Άλλα παράστηθί μοι και γενού μοι Σωτήρ και αντιλήπτωρ! Ελέησον, Κύριε, την ρυπωθείσαν τοις πάθεσι του βίου τούτου ψυχήν μου και καθαράν αυτήν δια της μετανοίας και εξομολογήσεως παράλαβε, και δια της δυνάμεως σου ανάγαγέ με επί την θείαν σου κρίσιν! Και όταν έλθεις Θεέ, επί γης μετά δόξης και καθίσεις, Ελεήμον, επί του θρόνου σου να κρίνεις την δικαίαν σου κρίσιν, και ημείς πάντες παραστώμεν γυμνοί ως κατάκοιτοι εν τη αδέκαστο κρίση σου, τότε θα αρχίσεις να εξετάζεις τα αμαρτήματα ημών, τα όποια ημάρτομεν εν λόγω και έργω και διάνοια. Τότε, Πανάγαθε, μη ελέγξεις τα κρυπτά μου και μη καταισχύνης με ενώπιον Αγγέλων και ανθρώπων, αλλά φείσαί μου, Θεέ, και Ελέησον με! Διότι διαλογίζομαι το φοβερό σου κριτήριο, Θεέ, και φρίττω την φοβεράν ημέραν της κρίσεως και τρέμω υπό της συνειδήσεως μου ελεγχόμενος και θλίβομαι δεινώς δια τάς πονηράς μου πράξεις, και απορώ πώς θα απολογηθώ ενώπιον σου, του αθανάτου Βασιλέως, ως ούτω πικρώς παροργίσας σε. Με ποια παρρησία θα προσβλέψω εις σε τον φοβερόν κριτήν εγώ ό αισχρός και πόρνος; Άλλα, Κύριε, ό εν δόξη εύσπλαχνος, Πατήρ και Υιός μονογενής και Αγιον Πνεύμα, Ελέησον με και ρύσαι με τότε του άσβεστου πυρός και αξίωσον με της εκ δεξιών σου στάσεως, Κριτά δί-καιε!».

ΛΟΓΟΣ Η'.
Περί δακρύων και τι πρέπει να πράξουν οι επιθυμούντες να αποκτήσουν αυτά.
Όταν ταύτα και όμοια προς ταύτα λέγοντες και διαλογιζόμενοι, εύρωμεν Χάριτι Θεού δια μέσου τούτων δάκρυα, τότε πρέπει να κλαύσωμεν με όση δύναμιν και ισχύν   έχομεν.   «Διότι   με   τον   θρήνο,   —είπον   οι Πατέρες—, θα λυτρωθούμε από το αίώνιον πυρ και τάς λοιπάς κολάσεις». Εάν όμως δεν δυνάμεθα να κλαύσωμεν επί πολύ, ας βιάσωμεν τον εαυτόν μας να εκβάλωμεν έστω ολίγας μικράς σταγόνας μετά πόνου. «Διότι πάντως κρίνεται ύπο του κάλου ημών Κριτού, —λέγει ό Κλίμακος—, όπως εις πάντα, ούτω και εις τα δάκρυα, ή δύναμις της φύσεως. Διότι είδον, —λέγει—, μικράς σταγόνας δική αίματος προχεομένας, και είδον πηγάς άνευ πόνου προερχόμενος. Εγώ δε έκρινα τους κοπιώντας μάλλον κατά τον πόνο και όχι κατά τα δάκρυα, νομίζω δε και ο Θεός». Όταν όμως ενίοτε δεν δυνάμεθα να εύ-ρωμεν ούτε έστω ολίγον δάκρυο δια την αδυναμία και αμέλεια ημών ή δι' αλλάς τινάς αιτίας, τότε δεν πρέπει να παύσουμε, ούτε να ολιγοψυχήσωμεν, αλλά να πενθήσωμεν καί να στενάξωμεν και να θρηνήσωμεν και να λυπηθώμεν δια την αναζήτησιν ταύτην μετά χρηστής  ελπίδος «διότι ή λύπη της διανοίας αναπληρώνει το μέτρον πάντων των σωματικών έργων», λέγει ό άγιος Ισαάκ. Και πάλιν ό Κλίμακος είπεν «Εκείνοι, οι όποιοι διό την ζήτησιν των δακρύων ταλανίζουν και καταδικάζουν το  εαυτόν των με σκυθρωπότητα των στεναγμών και βαθύν οδυρμό και απορία, αυτοί δύνανται να αναπληρώσουν ακινδύνως τον τόπον των δακρύων /ταύτα/, αν καί αυτά θα θεωρηθούν ύπ' αυτών ως «μηδέν». Συμβαίνει δε ενίοτε να μη υπάρχουν δάκρυα ω ασθενείας, -όπως λέγει ο άγιος Ισαάκ-, όχι μόνο εις τον ζητούντα αυτά, αλλά και εις τον εύρόντα και λαβόντα το δώρων των δακρύων παύουν ταύτα και ή θέρμη ψυχραίνεται δια σωματική άσθένεια». Και ό Συμεών ό Νέος Θεολόγος, ομιλών περί των δακρύων και διδάσκων ότι πρέπει πάντοτε να κλαίωμεν, λέγει· «αν και τούτο δια τίνα άρρητον οικονομία ή ενόχλησιν αιτίας τινός συμβαίνει εις τίνα σπανίως». Και πάλιν λαβών από τάς Γραφάς, δίδαξε ούτω, —και εκτός τούτων ό Δαυίδ είπε· «Θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ό Θεός ουκ έξουδενώσει». Και πρεπόντως είπεν. Όθεν όφείλομεν με πνεύμα και καρδίαν συντετριμμένα και τεταπεινωμένα να θλιβώμεθα εις τον νουν και να λυπώμεθα και να ζητώμεν τα δάκρυα. Αν λοιπόν αληθώς θελήσωμεν να ζητήσωμεν ταύτα, πρέπει κατά τον τρόπον εκείνον, τον όποιον διατάσσει ή Αγία Γραφή. Προ  πάντων ο Συμεών ό Νέος Θεολόγος γράφει περί τούτων λεπτομερώς και υπενθυμίζει τα ρητά του Δαυίδ, και παραθέτων το απόσπασμα από το ανάγνωσμα του Κλίμακος δια την Τετάρτην, το όποιον έχει ούτω· «Δίψα και αγρυπνία εξέθλιψαν καρδίαν «καρδίας δε θλιβείσης, έξεπήδησαν ύδατα», λέγει· «Όστις θέλει να μάθη όσα  άλλα  μας διαλέγεται περί τούτων, ας εγκύψει εις το ίδιο τι βιβλίο». Άλλα πρέπει να θλίψωμεν το σώμα μόνον όταν δεν καταπονείται ή του σώματος, επειδή τότε δεν είναι ωφέλιμων να πολεμήσωμεν την φύσιν, «διότι όταν βιάσης σώμα ασθενές εις έργον υπέρ την  δύναμίν του, τότε επιφέρεις σκότωσιν επί σκότωσειν στην ψυχήν και επιβάλλεις εις αυτήν μάλον σύγχυσιν», λέγει Όστις άγιος Ισαάκ, και οι λοιποί Πατέρες συμφωνούν προς αυτό. Τούτο δε ελέχθη υπό των Πατέρων περί της αληθούς ασθενείας, όχι περί της προσποιητής, ήτις είναι ασθένεια του λογισμού. Εις δε τα λοιπά καλόν είναι να βιάσωμεν τον εαυτόν μας, όπως λέγει ό άγιος Συμεών. Διότι αυτός έγραψε και αλλά περί τούτων, λέγων «Όταν ή ψυχή ημών ευρέθη εν τοιαύτη κατάσταση, δεν θα παρέλθει ουδέποτε χωρίς δάκρυα». Ημείς δε αν δεν δυνάμεθα να αναγάγωμεν τον εαυτόν μας εις τοιαύτα μέτρα, ας σπουδάσωμεν να φθάσωμεν εκείνα έστω εν μικρό μέρει και ας ζητήσωμεν ταύτα μετά πόνου καρδίας παρά Κυρίου του Θεού. Διότι οί άγιοι Πατέρες λέγουν, ότι ή Χάρις των δακρύων είναι ένα εκ των μεγάλων χαρισμάτων του Θεού, και προστάσσουν να το ζητήσωμεν από τον Κύριον. Ό μεν όσιος Νείλος ό Σιναΐτης λέγει· «Προ πάντων δια την λήψιν των δακρύων προσεύχου!». Ό δε μακάριος Γρηγόριος Όστις αγιότατος πάπας 'Ρώμης γράφει· «Εάν τίνες παραμένουν εις τα καλά έργα και ηξιώθησαν των λοιπών χαρισμάτων, αλλά δεν έλαβον τα δάκρυα, αυτοί πρέπει να ζητήσουν ταύτα, δια να κλαύσουν τα πριν ύπ' αυτών πεπραγμένα κακά είτε δια τον φόβον της κρίσεως, είτε δια την αγάπη της Βασιλείας των ουρανών, και ούτω λοιπόν θα εισέλθουν και ούτοι εκεί, όπου διαμένουν οί μεγάλοι και ζέοντες από την αγάπη». Και αναφέρει την εξής παραβολή της Αγίας Γραφής· Ή Άσχά, ή θυγάτηρ του Χάλεβ, καθήμενη επί του οναρίου και αναστενάξασα, ζήτησε από τον πατέρα της γη υδρευόμενη, λέγουσα ότι· «ξηράν μου έδωσας, πρόσθες εις έμέ και υδρευόμενη!». Και της έδωσε ό πατήρ της υδρευόμενη, ή οποία είναι άνω, και υδρευόμενη, ή οποία είναι κάτω. Και ή μεν Άσχά συμβολίζει την ψυχήν καθήμενη, επί του οναρίου, τουτέστιν επί των αλόγων σαρκικών κινήσεων. Το δε «αναστενάξασα εζήτησεν από τον πατέρα της γήν υδρευόμενη» σημαίνει ότι πρέπει να ζητήσωμεν την δωρεάν των δακρύων μετά μεγάλου στεναγμού παρά του Κτιστού ημών. Και οί λοιποί Άγιοι συμφωνούν προς τούτο. Πώς όμως να ζητήσωμεν και να προσευχηθώμεν δια ταύτα; Και από που να βάλωμεν αρχήν, ει μη από τάς Θείας Γραφάς; Διότι δεν είμεθα ικανοί από τον εαυτόν μας να επινοήσωμεν κάτι, άλλ' ή ικανότης ημών είναι αί θεόπνευστοι Γραφαί, όπως έγραψαν οί Άγιοι.
Του Ανδρέου Κρήτης. «Πόθεν να αρχίσω να θρηνώ τάς πράξεις του εμπαθούς μου βίου; Ποίαν αρχήν να βάλω εις την παρούσα θρηνωδία; Άλλ' ως εύσπλαχνος δός μοι, Κύριε, δάκρυα κατανύξεως, ίνα κλαύσω σοι τω Ποιητή των απάντων και εξομολογήσωμαί σοι τω Κτίστη ημών Θεώ όσα ήμαρτόν σοι δια της αθλίας μου ψυχής και της ρυπαράς μου σαρκός, ίνα τη βοήθεια σου δυναμούμενος, απέχομε το λοιπόν της προτέρας μου αλογίας και προσάγω σοι της μετανοίας τα δάκρυα».
Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως. «Θεέ μου, Ποιητά παντός του κόσμου, πλαστουργέ μου, ό πάλαι πηγάσας υδάτων πηγάς εξ αλατομήτου πέτρας, ό τα πικρά ύδατα γλυκάνας, δός δάκρυα ταίς κόραις των οφθαλμών μου. Πλήρωσαν την κεφαλήν μου καθαρτικών υδάτων και ποίησον τα βλέφαρα μου νεφέλας αειρρύτους. Διότι ή αιχμαλωσία του λογισμού και ό ρύπος της ψυχής χρήζουσι, Δέσποτα, του υσσώπου της φιλανθρωπίας σου. Τοις οφθαλμοίς δός καρδιακά ύδατα, τοις δάκρυσιν αέναους όμβρους ή πηγάς καθαρτικάς των ψυχών!».
Του Έφραίμ του Σύρου «Δώρησαι ούν, Δέσποτα, έμοί τω αναξίω δάκρυα αεί εις φωτισμόν της καρδίας, ίνα φωτισθείς την καρδίαν, βρύω πηγάς δακρύων μετά γλυκύτητος εν προσευχή καθαρά, όπως εξαλειφθεί το μέγα χειρόγραφο των αμαρτιών μου δι' ολίγων δακρύων καί σβεσθή εκεί δια του μικρού τούτου κλαυθμού το πυρ το καιόμενον»
Του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου· «Κύριε και Κτιστά των απάντων, Αυτός δός μοι χείρα βοηθείας και καθάρισαν τον ρύπον της ψυχής μου, και χάρισαί μοι δάκρυα μετανοίας, δάκρυα ερωτικά, δάκρυα σωτηρίας, δάκρυα καθαίροντα τον ζόφο του νοός μου και λαμπρόν με ποιούντα άνωθεν, όπως ιδώ σε, το Φως του κόσμου, τον φωτισμών των αθλίων μου οφθαλμών». Του υμνογράφου· «Ω Χριστέ, Βασιλεύ των απάντων, δός μοι δάκρυα θερμά ίνα θρηνήσω την ψυχήν μου, ην κακώς απώλεσα. Ως οικτίρμων δώρησαί μοι, Χριστέ, νεφέλην δακρύων θείας κατανύξεως, ίνα κλαύσω και αποπλύνω τον εκ των ηδονών μου ρύπον και αναδειχθώ σοι καθαρός. Δός μοι δάκρυα, Θεέ, ως πάλαι τη γυναικί τη άμαρτωλώ».
Καί τα υπόλοιπα των στίχων και άλλα όμοια προς ταύτα, τα όποια ευρίσκονται εις τάς Αγίας Γραφάς, πρέπει κατά την ζήτησιν των δακρύων επιμελώς να λέγωμεν εκ βάθους καρδίας και «συνεχώς να προσευχώμεθα προς τον Κύριον, —όπως λέγει Όστις άγιος Ισαάκ—, να μας δώσει την Χάριν ταύτην των δακρύων, την καλύτερα των λοιπών χαρισμάτων και υπερβάλλουσα. Διότι Όταν λάβωμεν ταύτην, εισερχόμεθα εις την καθαρότητα της ψυχής και θα λάβωμεν πάντα τα πνευματικά αγαθά».
       Υπάρχουν δε τίνες, οί όποιοι ακόμη δεν απέκτησαν τελείως το δώρων των δακρύων, και άλλος αποκτά ταύτα κατ' άλλους τρόπους: ο μεν εκ της θεωρίας των μυστηρίων της οικονομίας της φιλανθρωπίας του Κυρίου, ό δε εκ της αναγνώσεως των διηγήσεων των βίων και αγώνων και των διδασκαλιών των Αγίων, άλλος μεν εκ της μονολογίστου ευχής του Ιησού, άλλος δε έρχεται εις συντριβή εκ τίνων κανόνων και τροπαρίων, έτερος ενθυμούμενος τάς αμαρτίας του και άλλος από την μνήμην του θανάτου και της κρίσεως, και άλλος από τον πόθον της μελλούσης τρυφής ή από διάφορα άλλα μέσα. Εν τούτοις, αν κανείς εύρει αυτά με οποιονδήποτε τρόπον, πρέπει να μετέρχηται τούτον και να κράτηση τον κλαυθμόν μέχρις ότου παρέλθει. «Διότι, —είπον οί Πατέρες—, ό θέλων να ελευθερωθεί από τάς αμαρτίας, θα ελευθερωθεί άπ' αύτάς δια του κλαυθμού, και Όστις θέλων να μη απόκτηση αυτάς, δια του κλαυθμού δεν αποκτά αύτάς». Διότι αυτή είναι ή ο-δός της μετανοίας και ό καρπός της, και δια πάντα καθ' ημών επαγόμενο πειρασμόν και δια πάντα εχθρικό λογισμό πρέπει να κλαύσωμεν ενώπιον της αγαθότητας του Θεού, δια να μας βοηθήσει, και θα μας ανάπαυση ταχέως, Όταν προσευχηθώμεν μετά γνώσεως. Ό Συμεών Όστις Νέος Θεολόγος ονομάζει πάσας τάς αρετάς στρατιάν, βασιλέα δε και στρατηγόν το πένθος και τον κλαυθμόν, «διότι εκείνος, —λέγει—, εξοπλίζει και ενισχύει και διδάσκει τον στρατόν, πώς να μάχηται με τον έχθρόν εις πάσας τάς επιχειρήσεις, και φυλάττει αυτόν από τάς επιδρομές του αντιπάλου». Αν ποτέ Όστις νους ημών ευρέθη εις λογισμούς μη επαινετούς ή εναντίους, είτε προερχομένους από την άκοήν ή από την δρασιν, αν κρατήται από την αγάπη προς τα φυσικά πράγματα ή από θλίψιν ανωφελή, και αν εύρωμεν εις τα τοιαύτα δάκρυα, πρέπει να τα μεταβάλωμεν εις ωφέλιμα ή εις δοξολογίαν του Θεού ή εις εξομολόγησιν, ή να τα μεταφέρωμεν εις τον θάνατον και την δική και τάς κολάσεις και τα λοιπά, και ούτω να κλαύσωμεν. Διότι ό της Κλίμακος λέγει· «Το να μεταβάλωμεν τα δάκρυα από εναντία ή φυσικά εις πνευματικά είναι αξιέπαινο». Όταν όμως Χάριτι Θεού ή ψυχή ημών κατανυχθή και δακρύσει αυτομάτως χωρίς την πρόθεσιν και σπουδήν ημών, ταύτα είναι επίσκεψις του Κυρίου και δάκρυα ευλαβή, τα όποια πρέπει να φυλάξωμεν ως κόρην οφθαλμού μέχρις ότου υποχωρήσουν, επειδή έχουν μεγάλην ισχύν προς εξάλειψιν των αμαρτιών και των παθών, περισσότερον από τα δάκρυα, τα όποια γίνονται δια της ιδίας ημών σπουδής. Όταν δε δια της προσοχής, τουτέστιν της φυλακής της καρδίας, φανεί εν τη προσευχή από την Θείαν Χάριν ή πνευματική ενέργεια, ήτις εμβάλλει θερμή θάλπουσαν την καρδίαν και παρηγορεί την ψυχήν και αφράστως αναφλέγει αυτήν προς Θείαν και ανθρώπινη αγάπη, και ευφραίνει τον νουν και δίδει την έσωθεν γλυκύτητα και χαράν, τότε τα δάκρυα προχέονται αυτομάτως και αβιάστως αναπηγάζουν άφ' εαυτών και παρηγορούν την επίπονων ψυχήν, ήτις «δική νηπίου κλαίει καθ' έαυτήν και συνάμα μειδιαται φαιδρώς», όπως λέγει ό της Κλίμακας. Τούτων των δακρύων είθε να μας αξίωση ό Κύριος, επειδή δι' ημάς τους αρ-χαρίους και έτι απείρους άλλη μεγαλύτερα παρηγοριά από ταύτην δεν υπάρχει. Διότι όταν με την Θείαν Χάριν αυξηθή το χάρισμα Τούτο εντός ημών, τότε θα επέλθει ανακούφισης από τους πολέμους και γαλήνευσις από τους λογισμούς εις τον νουν, όστις τρέφεται και ευφραίνεται από την προσευχή ως από δαψιλή τροφή, ενώ εκ της καρδίας αναπηγάζει ανέκφραστος τις γλυκύτης και προχέεται εις όλον το σώμα και μεταβάλλει εις όλα τα μέλη τον πόνο εις γλυκύτητα. «Αυτή είναι ή παράκλησις ή τι-κτομένη εκ του κλαυθμού—, λέγει Όστις άγιος Ισαάκ, —ή οποία δίδεται εις έκαστων κατά την δοθείσαν εις αυτόν Χάριν συμφώνως προς τον λόγον του Κυρίου. Τότε ό άνθρωπος είναι εν τοιαύτη χαρά, οποία δεν ευρίσκεται εν τω αιώνι τούτω, και ουδείς γνωρίζει ταύτα ει μη όστις εξέδωκεν εαυτόν εξ όλης ψυχής εις το έργον τούτο»
ΛΟΓΟΣ Θ'.
Περί της φυλάξεως των επιτευχθέντων δακρύων μετά ταύτα.
       Όταν Ο Κύριος μας αξίωση με την Χάριν του να εύρωμεν δάκρυα και να κλαύσωμεν ή να προσευχηθώμεν καθαρώς, τότε πρέπει παντοιοτρόπως να φυλαττώμεθα από το πνεύμα της οργής και τους λοιπούς απρεπείς λογισμούς. Διότι ό εχθρός θα επιδίωξη τότε είτε με εσωτερικούς λογισμούς να μας συγχέει, είτε θα μηχανευθεί να επαγάγει έξωθεν ταραχή και πόλεμο, προσπαθών να καταστήση την έργασίαν ημών επίμεμπτον, όπως λέγει ό της Κλίμακος· «Όταν προσευχηθείς νηφάλιος, θα πολεμηθείς ταχέως εις οργή, διότι τούτο είναι ό σκοπός των έχθρων ημών. Όθεν, —λέγει—, ας εργαζώμεθα πάσαν αρετή, μάλιστα δε την προσευχή, πάντοτε με πολλή αίσθησιν». Ωσαύτως πρέπει και μετά την προσευχή να σπουδάζωμεν να είμεθα ισχυρότεροι του θύμου και της οργής και των λοιπών ψυχοφθόρων παθών, διότι διδάσκει ότι «ή αοργησία των αρχαρίων είναι συνδεδεμένη με τα δάκρυα ωσάν δια τίνος χαλινού, και όταν χαλαρώσω-μεν τον χαλινόν και δεν κυβερνήσωμεν καλώς, ευθύς θα ατακτήσει».
               Ούτω λέγει και ό Νείλος ό Ασκητής· «Λίαν φθονεί ό δαίμων άνθρωπον προσευχόμενον και με πάσαν μηχανουργίαν επιδιώκει να εμπόδιση τον σκοπόν του. Δεν παύει λοιπόν να κινεί τα νοήματα των πραγμάτων δια μέσου της μνήμης και να αναμοχλεύει όλα τα πάθη δια μέσου της σαρκός, δια να δυνηθεί να εμπόδιση τον καλόν αυτού δρόμο και την προς Θεόν εκδημία». Όταν όμως ό πονηρότατος δαίμων, άφ' ου έπραξε πολλά, δεν δυνηθεί να εμπόδιση την προσευχή του προθύμου, τότε ολίγον χαλαρώνει και μετέπειτα τον εκδικείται άφ' ου τελείωση την προσευχή είτε τον εξάπτει εις οργή και αφανίζει την εκ της ευχής εν αύτώ γενόμενη καλήν κατάστασιν, είτε τον ερεθίζει πρός αλογόν τίνα ηδονή και υβρίζει τον νουν του. «Δια τούτο, —λέγει—, άφ' ου προσηυχήθης όπως πρέπει, προσδοκεί τα μη πρέποντα, και στήθι ανδρείως, φυλάττω την σάρκα σου· διότι εις τούτο εξ αρχής ετάχθης, εϊς το «έργάζεσθαι και φυλάττειν», δια να μη άφήσης, εργαζόμενος μεν, το πόνημα σου άφύλακτον, ει δε μη δεν θα ωφεληθείς καθ' όλου προσευχόμενος». Και τούτο λοιπόν ανέφερε ό άγιος ούτος εκ των Παλαιών Γραφών, το «έργάζεσθαι και φυλάττειν». Διότι ή Γραφή λέγει, ότι «έπλασε ό Θεός τον Αδάμ και έθετο αυτόν εν τω παραδείσω της τρυφής εις το έργάζεσθαι αυτόν και φυλάττειν τον παράδεισον». Και εδώ ονόμασε την μεν έργασίαν του παραδείσου προσευχή, την δε φυλακήν μετά την προσευχή τήρησιν εκ των α-πρεπών λογισμών. Και Όταν μας επισκεφθεί λοιπόν ό Κύριος εις τα τοιαύτα, ας φυλασσώμεθα παντοιοτρόπως από  τους  απρεπείς  λογισμούς,   μάλλον  δε  από  τους τοιούτους λόγους και τα έργα, καί ας τηρώμεν τότε ακριβώς τάς αισθήσεις, δια να μη ανακινηθεί εκ τούτων πόλεμος εναντίον ημών. Εάν όμως από την βίαν των ή ψυχή εμπέσει εϊς τους λογισμούς, πρέπει ευθύς να καταφύγωμεν με την ευχή προς τον Ποιήσαντα αυτήν και Εκείνος θα καταστείλει ταύτα πάντα. Δεν υπάρχει εργασία καλύτερα καί πλέον αμέριμνος ταύτης, καί Ούτω Θεού ενισχύοντας θα φυλάξωμεν τάς ψυχάς ημών εν τω φόβω αυτού, μη αφήνοντες τον νουν να διαχυθεί από λογισμούς αδυναμίας, ούτε ματαία χαρά να τον άρπάση καί ή ψυχή να απολέσει την απόκτησιν της κατανύξεως δια την αστάθεια του αδυνάτου λογισμού. Άλλα καί μετά τα δάκρυα καί την προσευχή πρέπει να φυλάσσωμεν τον εαυτόν μας εν τω αύτώ φρονήματι
ΛΟΓΟΣ Ι'.
Περί αποκοπής τον ιδίου θελήματος και αληθούς αμεριμνίας, ήτις είναι ή νέκρωσις από πάντων.
      Αύται αί θαυμασταί εργασίαι, περί ων ωμιλήσαμεν, εξ άπαντος απαιτούν την αποκοπήν καί αμεριμνίαν, ήτις είναι ή νέκρωσις από πάντων, καί την ενασχόλησιν καί προσοχήν εις μόνον το έργον του Θεού, όπως ειπόν οί γνωρίσαντες τούτο εκ της αποκτήσεως της σοφίας μεγάλοι Πατέρες.
     Ό μεν μέγας Μακάριος λέγει· «Όστις θέλει να προσέλθει προς τον Κύριον καί να αξιωθεί της αιωνίου ζωής καί να γίνει κατοικητήριο του Χριστού καί να εμπλησθή από το Αγιον Πνεύμα δια να δυνηθεί να φέρει τους καρπούς του Πνεύματος καθαρώς καί αμέμπτως κατά πάσας τάς έντολάς του Κυρίου, αυτός πρέπει ούτω να αρχίσει· πρώτον πρέπει να έχη βεβαίαν πίστιν εις τον Κύριον καί να επιδώσει όλο τον εαυτόν του εις τους λόγους των εντολών Αυτού, να απαρνηθεί τον κόσμον κατά πάντα, δια να μη ασχολείται ό νους του ούτε με ένα από τα ορατά, αλλά μόνον να έχη προ οφθαλμών αυτόν μόνον τον Κύριον καί τάς έντολάς Αυτού, καί να επιδιώκει εις Αυτόν μόνον να είναι αρεστός, καί να προσκαρτερή πάντοτε εν τη προσευχή, έλπίζων εις την επίσκεψιν του Θεού καί εις την βοήθειαν Αυτού, έχων τον νουν του πάντοτε εν τούτω καί να βιάζει τον εαυτόν του πάντοτε εις πάν αγαθόν καί εις πάσας τάς εντολάς του Κυρίου κατά δύναμιν, καί μη θελούσης της καρδίας δια την κατέχουσαν αυτήν αμαρτίαν, πιστεύων ότι ελθών ό Κύριος θα ενοικήση εντός Αυτού και θα τον τελείωση και θα τον ενδυνάμωση εις την κατόρθωσιν όλων των εντολών και oτι αυτός ό Κύριος θα γίνει οικητήριον της ψυχής. Και να μνημονεύει του Κυρίου πάντοτε, προσδοκών Αυτόν εν αγάπη πολλή. Τότε βλέπων ό Κύριος την τοιαύτην καλήν προαίρεσιν και σπουδήν, θα ποίηση το έλεος Αυτού με αυτόν και θα τον λύτρωση από την εν αύτώ ζώσαν αμαρτία και θα τον γεμίσει με Πνεύμα Αγιον. Και ούτω αυτός θα πράττει καθ' έξης πάντα τα του Κυρίου χωρίς βίαν και κόπο, μόνον από την άλήθειαν, μάλλον δε ό Κύριος εν αύτώ. Και τότε θα φέρει τους καρπούς του Πνεύματος καθαρώς». Και ό Μέγας Βασίλειος λέγει ότι «ή αρχή της καθαρότητας της ψυχής είναι ή ησυχία». Και ό Ιωάννης της Κλίμακος είπε· «Το έργον της ησυχίας είναι ή αμεριμνία των ευλόγων και αλόγων πραγμάτων, δεύτερον ή άοκνος προσευχή και τρίτον ή ασυλος εργασία της καρδίας». Ευλόγα δε πράγματα δεν ονομάζει εκείνα, τα όποια έχομεν τώρα ως συνήθεια εν σχέση προς την απόκτησιν χωρίων και την κατοχή πολλών κτημάτων και τάς συμπλοκάς με τον κόσμον, διότι ταύτα είναι άλογα, άλλα τάς ομιλίας, αί οποιαι γίνονται υπό καλόν πρόσχημα και νομίζονται προς σωτήρια της ψυχής.
        Και ταύτας λοιπόν πρέπει να κάμνομε κατά τον πρέποντα τρόπον και εν μετρώ με πνευματικούς και ευλαβείς πατέρας και αδελφούς. Διότι όταν κάμωμεν αύτάς αφυλάκτως, θα πέσωμεν κατά πάσαν ανάγκην εις τα δεύτερα, δηλαδή τα άλογα πράγματα. Και ιδού, τα μεν πρώτα ωνομάσαμεν ευλόγα· δεύτερα δε τάς φιλονεικείας και αντιλογίας, τους γογγυσμούς και τάς κατακρίσεις και τους εξευτελισμούς και τάς ύβρεις και τα λοιπά κακά, εις τα όποια εμπίπτομεν από τα προηγούμενα ευλόγα. «Αδύνατον μεν, —λέγει—, είναι εις τον μη μαθόντα γράμματα κατά τρόπον φυσικό να μελετήσει εις τα βιβλία. Άδυνατώτερον δε εις τον μη αποκτήσαντα το πρώτον να μετέλθη τα δύο με λόγον». Και δια να είπωμεν τούτο με κοινήν και απλή γλώσσα αδύνατον είναι εις τον μη μαθόντα γράμματα να απαγγείλει και να ανάγνωση και να κανοναρχήσει από τα βιβλία. Αδυνατώτερον δε εις τον μη αποκτήσαντα το πρώτον, δηλαδή την αμεριμνίαν των ευλόγων και αλόγων πραγμάτων, ήτις είναι ή νέκρωσις από παντός πράγματος, να μετέρχηται την ψαλμωδία εις τον νουν χωρίς οκνηρία και την προσευχή με προσοχή, τουτέστιν την καρδιακή εργασία, διότι την μεν προσευχή ονομάζει εδώ άοκνο στάση της ψαλμωδίας, την δε καρδιακή εργασία καθέδρα της προσευχής και τήρησιν του νοός. Και αλλαχού· «Μικρά θρίξ ταράττει τον όφθαλμόν, και μικρά φροντίς αφανίζει την ησυχία». Και πάλιν «Όστις εγεύθη της προσευχής, πολλάκις μόλυνε τον νουν με ένα μόνον λόγον προερχόμενον, και παραστάς εν προσευχή, δεν εύρε το ποθούμενο ως συνήθως». ούτω λέγει Και ό Συμεών ό Νέος Θεολόγος· «Να είναι ή ζωή σου ήσυχος Και αμέριμνος, νεκρωθείσα από πάντων». Και άφ' ου διετύπωσε τούτο, διδάσκει έπειτα τα περί προσευχής και προσοχής. Και ό Ισαάκ λέγει προς όσους θέλουν αληθώς να ησυχάζουν και να καθαρίζουν τον νουν εν προσευχή· «Μάκρυναν τον εαυτόν σου από την θέα του κόσμου και έκκοψον τάς συντυχίας και μη θέλεις να υποδέχεσαι τους κατά συνήθεια φίλους εν τω κελλίω σου, ούτε υπό το πρόσχημα της χρηστότητας, αλλά μόνον τους ομότροπους και ομογνώμονας και συμμύστας σου. Και φόβου την σύγχυσιν της ψυχικής συντυχίας, ήτις συνηθίζει ακουσίως να κινείται και άφ' ου εξεκόπη και διελύθη ή εξωτερική συντυχία».
          Και λέγει εκείνο, το όποιον γνωρίζομεν εκ πείρας. Διότι όταν παύσωμεν από τάς τοιαύτας ομιλίας, έστω και αν νομίζωνται καλαί, ευθύς μετά την παύσιν των ομιλιών είμεθα παρά την θέλησιν ημών τεταραγμένοι κατά την ψυχήν, και αύται κινούνται ακουσίως εντός ημών και παραμένουν προσκεκολλημέναι εις ημάς επί ουκ ολίγον χρόνον, επειδή και τα προς τους πλησίον και ήγαπημένους ημών περιττό Και άκαιρα λόγια προξενούν ταραχήν και δεινώς φθείρουν την φυλακήν του νοός και την κρυπτήν μελέτη. αλλαχού δε λέγει εναντίον τούτων πάλιν αυστηρότατα τα έξης· «Ω, τι κακόν είναι ή θέα και ή ομιλία δια τους εν ησυχία διάγοντας! Αληθώς, ω αδελφοί, πλέον των λελυμένων της ησυχίας! Διότι καθώς ή σφοδρότης του πάγου όταν επιπέσει εις τα άκρα των φυτών, ξηραίνει αυτά, ούτω και αι συντυχίαι των ανθρώπων, και αν είναι παντελώς μικραι Και διεξάγονται κατά το φαινόμενον προς το αγαθόν, ξηραίνουν τα άνθη των αρετών, τα όποια προσφάτως εξήνθησαν εκ της συγκράσεως της ησυχίας Και περικυκλώνουν με απαλότητα και τρυφερότητα το φυτόν της ψυχής, το φυτευθέν επί τάς διεξόδους των υδάτων της μετανοίας. Και όπως ή σφοδρότης της πάχνης καταλαμβάνει τα προσφάτως βλαστήσαντα και κατακαίγει αυτά, ούτω και ή συντυχία των ανθρώπων την ρίζαν του νου, ήτις ήρχισε να χλοηφορή την χλόην των αρετών. Και εάν ή ομιλία των εν μέρει μεν έγκρατευομένων, εν μέρει δε εχόντων μικρά ελαττώματα, συνηθίζη να βλάπτη την ψυχήν, πόσω μάλλον ή θέα και λαλιά των ιδιωτών και μωρών, δια να μη ειπώ των κοσμικών;
       Διότι όπως ένας ευγενής και έντιμος άνθρωπος, όταν μεθύσι, λησμονεί την ευγένεια του και ατιμάζεται το αξίωμα του και καταγελάτε ή τιμή του υπό των αλλότριων λογισμών, οίτινες εισήλθαν εις αυτόν από την δύναμιν του οίνου, ούτω θολώνεται και ή σωφροσύνη της ψυχής υπό της θέας και ομιλίας των ανθρώπων και λησμονεί τον τρόπον της φυλακής της και εξαλείφεται από την διάνοια της ή τήρησης του θελήματος και εκθεμελιώνεται άπ' αυτήν πασά οικοδομή της επαινετής καταστάσεως. Και εάν λοιπόν ή συντυχία Και ό πλατυσμός εν το μετεωρισμό, όταν επισυμβούν εις τον εν ησυχία όντα —ή και ή προσέγγισης τού των, ώστε να βλέπει και να ακούει—·, επαρκούν ώστε τα δια των πυλών της οράσεως Και ακοής εισερχόμενα να προξενήσουν εις αυτόν ψυχρότητα και θόλωσιν της διανοίας από τα θεία εξ αιτίας της πολλής θέας και ακοής, και εάν εν μικρά ώρα επιφέρουν τοσαύτη ζημιά, τι να είπωμεν περί της διηνεκούς συναντήσεως τούτων και της πολλής χρονοτριβής εντός τούτων;». Και αλλαχού λέγει ό ίδιος· «Ό αγαπών την ομιλία του κόσμου, αυτός στερείται της ζωής, και δεν έχω τι να ειπώ περί Αυτού, άλλα μόνον μετά κλαυθμού να πενθήσω πένθος απαραμύθητον, του οποίου ή ακοή συντρίβει τάς καρδίας των ακουόντων». Και πάλιν αλλαχού λέγει ότι «μόνη ή θέα των κοσμικών δύναται να δώση δύναμιν εις τα πάθη, ώστε να χαυνώσουν τον ασκητή και να αλλοιώσουν την σύνεσιν και την προαίρεσίν του. Δια τούτο ό μοναχός δεν πρέπει να συναναμιχθή μετά των πολεμούντων αυτόν, αλλά να απομακρυνθεί από την προσέγγισιν πάντων εκείνων, εκ των οποίων πειράζεται ή ελευθερία του. Διότι όταν έλθη ό άνθρωπος προς τον Θεόν, συνάπτει διαθήκη μετά του Θεού, ότι όχι μόνον θα απέχει από πάντα ταύτα, αλλά και δεν θα βλέπει πάσαν τάξιν των κοσμικών, ούτε θα ακούει τους λόγους των, ούτε τα περί αυτών». Και πολλά ακόμη Και όμοια προς ταύτα γράφουν ό Άγιος ούτος και άλλοι Άγιοι. Και ούτω πιστεύονται ως αναντιρρήτως αληθινά.

ΛΟΓΟΣ ΙΑ'.
 Περί του ότι πρέπει να πράξωμεν τάς εργασίας ταύτας όχι προ του δέοντος καιρού καί κατά τα αρμόζοντα μέτρα.
Καί αύτάς δε ταύτας τάς καλάς καί θεοπρεπές εργασίας πρέπει να πράττωμεν με διάκρισιν καί εν ευθέτω καιρώ καί κατά τα αρμόζοντα μέτρα, όπως λέγει ό Μέγας Βασίλειος· «Πάντων των πραττομένων πρέπει να προηγείται ή φρόνησης, διότι άνευ φρονήσεως καί το καλόν γίνεται εις κακίαν ένεκα της ακαιρίας καί αμετρίας. Όταν όμως ή φρόνησης καθορίσει τον καιρόν καί το μέτρον δια τα καλά, τότε υπάρχει θαυμαστόν κέρδος». Καί ό της Κλίμακος, λαβών από τάς Γραφάς, λέγει· «Καιρός τω παντί πράγματι υπό τον ούρανόν, καί εις πάντα τα της ιεράς ημών πολιτείας υπάρχει καιρός δι' έκαστο πράγμα», είπε. Καί ολίγον τι προχωρών λέγει κατά λέξιν «Υπάρχει καιρός της ησυχίας καί καιρός απερίσπαστου περισπασμού, καιρός αδιάλειπτου προσευχής καί καιρός ανυπόκριτου διακονίας.
       Μη ζητήσωμεν λοιπόν εξ υπερήφανου προθυμίας απατώμενοι προ του καιρού τα του καιρού, καί εν καιρώ δεν θα λάβωμεν αυτά. Διότι υπάρχει καιρός εις το να σπείρωμεν τους πόνους  καί  καιρός  να  θερίσωμεν τάς  άρρητους Χάριτας». Αλλαχού δε έγραψε την εξής παραβολή «Δεν είναι ασφαλές δια τον άπειρον να αποχωρισθή από το πλήθος των στρατιωτών προς μονομαχίαν, καί δεν είναι ακίνδυνον δια τον μοναχό προ πείρας καί γυμνασίας πολλής κατά των ψυχικών παθών να αρχίσει την ησυχία  ότι ό μεν εκτίθεται εις σωματικούς, ό δε εις ψυχικούς κινδύνους»· Διότι των σπανίων είναι το να μετέρχονται την αληθινή ησυχία, καί εκείνων μόνον, οίτινες έλαβον  την θεία παρηγορίαν εις άνάπαυσιν των κόπων και βοήθειαν εν τω πολεμώ.  Και ό μέγας Βαρσανούφιος, —ανταποκρινόμενος προς αδελφό αναγνώσαντα εν τω Πατερικώ ότι «όστις θέλει κατ' άλήθειαν να σωθεί, πρέπει πρώτον να υπομένει τάς παρά των ανθρώπων ύβρεις καί ονειδισμούς καί ατιμίας καί τα λοιπά κατά το παράδειγμα του Κυρίου, καί ούτω να προσέλθει εις την τέλεια ησυχία, ήτις είναι ανάβασης εις τον σταυρόν, τουτέστιν εις την νέκρωσιν από πάντων», —είπεν ό Γέρων «Καλώς είπον οι Πατέρες, και δεν έχει άλλως». Καί προς άλλον τινά είπεν ότι «ή πρόφασης της ησυχίας οδηγεί εις υψηλοφροσύνη, αν ό άνθρωπος προηγουμένως δεν κέρδισε τον εαυτόν του. Κέρδος δε του εαυτού του σημαίνει το να είναι κανείς άμεμπτος εις την ταπείνωσιν». Και πάλιν είπεν «Όταν τολμήσεις να προχώρησης πέραν του μέτρου σου, τότε θα μάθεις, ότι απώλεσας καί ότι είχες. Άλλα συ κρατεί την μέσην όδόν, προσεχών εις το θέλημα του Θεού». Διότι Όταν θέληση κανείς να αμεριμνήση προ του δέοντος καιρού, ό κοινός εχθρός του ετοιμάζει περισσοτέρα ταραχή παρά γαλήνη καί τον οδηγεί στο να λέγει· Καλύτερον θα ήτο δι' έμέ εάν δεν είχον γεννηθεί».
         Τούτο δε είπεν ό Άγιος, επειδή πολλαί πλάναι ακολουθούν εις αυτά, καθώς λέγει ό Γρηγόριος ό Σιναΐτης· «εις πολλούς απείρους εν τη ησυχία συνέβη παλαιότερον καί τώρα να πέσουν εις πλάνας. Αυτό γίνεται καί μετά πολλούς κόπους, μάλλον δε εις τους αρχαρίους και ιδιορρύθμους. Καί ανόητος ομιλών προξενεί ό πλανώμενος εις τους ησυχάζοντας όνειδος καί γέλωτα. Διότι ή μνήμη του Θεού, —είπεν—, ή νοερά προσευχή, είναι ή υψηλότερα πασών των εργασιών καί ή κεφαλή των αρετών ως αγάπη Θεού. Καί όστις θέλει αναιδώς καί θρασέως να εισέλθη προς τον Θεον και συχνάκις να ομιλεί μετ' Αυτού και βιαζόμενος να απόκτηση Αυτόν εντός του εαυτού του, εκείνος ευκόλως θανατώνεται υπό των δαιμόνων, όταν παραχωρηθεί εις αυτούς. Διότι ό αυθάδης και υπερήφανος όστις αναζητεί πράγματα ανώτερα του ιδίου μέτρου και της καταστάσεως του, επιδιώκει με αλαζονεία να φθάσει ταύτα προ του δέοντος καιρού. Διότι των δυνατών και τελείων είναι το να μονομαχούν με τους δαίμονας καί να ανασπάσουν εναντίον αυτών την μάχαιραν, ήτις είναι ό λόγος του Θεού. Οί δε ασθενείς καί αρχάριοι, ωσάν εις το οχύρωμα της ευλάβειας και του φόβου καταφεύγοντες, παραιτούνται από τον πόλεμο και μη τολμώντες προ του δέοντος καιρού να πολεμήσουν, διαφεύγουν τον θάνατον». ταύτα άκούοντες πρέπει να φυλασσώμεθα να μη τολμήσωμεν προ του δέοντος καιρού εις τα υψηλά, δια να μη ζημιωθεί κανείς καί απολέσει την ψυχήν. 'Αλλά πρέπει να προχωρήσωμεν εν ευθέτω καιρώ καί κατά το μέσον μέτρον, όπως φαίνεται ότι είναι ευκολώτερον καί μαρτυρείτε υπό της Γραφής ότι ή μέση οδός είναι ή άπτωτος. Καί ίκανόν χρόνον πρέπει λοιπόν να γυμναζώμεθα με τους ανθρώπους.
        Ή δε μέση οδός είναι ό βίος με ένα ή το πολύ δύο αδελφούς, όπως λέγει καί ό Ιωάννης της Κλίμακος, στις διατάσσει εις εκείνους, οί όποιοι θέλουν να δουλεύουν εις τον Χριστόν γνησιώτερον, να επιλέξουν τους καταλλήλους «τόπους καί τρόπους καί καθίσματα». Καί εις τρεις καταστάσεις συνίσταται το γενναίων περιεχόμενον της μοναχικής πολιτείας· ή ,ή μεμονωμένη αναχώρησις, ή το να ησυχάζη κανείς με ένα ή το πολύ δύο αδελφούς, ή το κοινόβιο. Καί αναφέρει από την Γραφή «Μη εκκλίνης εις τα δεξιά, μηδέ εις τα αριστερά», «αλλά όδώ βασιλική πορεύου», επειδή ή μέση των ανωτέρω λεχθεισών ήτο δια πολλούς ή αρμόδιος, δηλαδή ή ησυχία με ένα ή δύο. Διότι λέγει· «Ουαί τω ενί», όταν πέση εις ακηδία ή ύπνων ή ραθυμία ή απόγνωσιν, δεν υπάρχει ό έγείρων αυτόν μεταξύ των ανθρώπων». Καί προσάγει το ρητό αυτού του Κυρίου, το λέγον «Ου γαρ εισι δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το έμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών». 'Αλλαχού λέγει ή Γραφή· «Αγαθοί οί δύο υπέρ τον ένα', τουτέστιν, καλόν είναι δια τον πατέρα να αγωνίζηται μετά του υιού δι' ενεργείας Θείου Πνεύματος κατά των προλήψεων». Καί μετ' ολίγον «όστις επιχειρεί άνευ βοηθείας να προσπαλαίση με τα πνεύματα, θανατούται ύπ' αυτών». Απαριθμών τα καλά ήθη μερικών, είπε- «Εις τούτους παντελώς αντίκειται ή μετά των ανθρώπων συνδιατριβή, διότι δύνανται με τον οδηγούντα να ανέρχωνται εκ της ησυχίας ως εκ λιμένος εις τον ούρανόν καί να παραμένουν ανενδεής καί άπειροι των κοινοβιακών θορύβων και σκανδάλων». «Οί υπό των ψυχικών παθών νικώμενοι ούτε καν να άπτονται της ησυχίας, —διέταξαν οί Πατέρες—, μάλιστα δε της κατά μονάς». Ψυχικά πάθη είναι ή κενοδοξία, ή οιήσεις, ή πονηρία καί τα λοιπά, τα όποια προέρχονται εκ τούτων.
           «Ό εκ τούτων πάσχων καί την ησυχίαν αρχίζων είναι όμοιος προς εκείνον, όστις απεπήδησεν από το πλοιον καί νομίζει, ότι επί σανίδος θα εξέλθει ακινδύνως εις την γήν», λέγει ό της Κλίμακος. «Όσοι δε με τον πηλόν μάχονται, τουτέστιν με τα σωματικά πάθη, καί αυτοί δεν πρέπει απλώς καί ως έτυχε να αρχίσουν την ησυχία άλλ' εν καιρώ οικείο καί όχι την κατά μονάς ησυχίαν, αλλά μόνον όταν έχουν οδηγόν, διότι ή κατά μονάς ησυχία απαιτεί αγγελικήν ίσχύν». Καί άφ' ου μνημόνευσεν ακόμη μερικά ψυχικά πάθη, λέγει· «Μη τολμήσει ό υπό τούτων ενοχλούμενος να ιδεί ίχνος ησυχίας, δια να μη πάθη έκστασιν». Καί αλλά πολλά ευρίσκομεν εις τάς Αγίας Γραφάς, τα όποια οί θαυμαστοί καί μεγάλοι Πατέρες ούτως δίδαξαν καί έπραξαν. Διότι ό άγιος Ισαάκ μακάρισε την ησυχία καί ωνόμασε τον μέγαν Αρσένιον τέλειον ησυχαστή· καί αυτός ούτος είχε υποτακτικό καί μαθητές. Ωσαύτως και ό Νείλος ό Σιναΐτης και ό Δανιήλ ό Σκητεώτης είχον μαθητές, όπως διηγούνται αί Γραφαί περί αυτών, καί άλλοι πολλοί. Και πανταχού επαινείται εις τάς Αγίας Γραφάς ή μεθ' ενός ή δύο ησυχία, καθώς και είδομεν ως αυτόπται εν τω Άγίω Όρει Άθω καί εν ταίς χώραις της Κωνσταντινουπόλεως. Καί εις άλλους τόπους υπάρχουν διαμοναί κατά τον έξης τρόπον όταν κάπου υπάρχη πνευματικός Γέρων έχων ένα ή δύο μαθητές, καί αν έχη χρείαν ενίοτε και τρίτον, καί όταν μερικοί ησυχάζουν πλησίον, προσέρχονται εν οικείο καιρό καί διαφωτίζονται με πνευματικός ομιλίας. Ημείς δε οί άφρονες συνετιζόμεθα  καί στηριζόμεθα ύπ' αλλήλων,  καθώς είναι γεγραμμένον «Αδελφός ύπ' αδελφού βοηθούμενος ως πόλις οχυρά», καί έχομεν ως απλανή διδάσκαλον τάς θεοπνεύστους Γραφάς. Δια τούτο μας φαίνεται εύλογος ή εν τω έργω του Θεού διαμονή με ένα ή δύο πιστούς και ομόφρονος αδελφούς δια να διδασκώμεθα από τάς Αγίας Γραφάς το θέλημα του Θεού - καί αν ό Θεός δώση εις κάποιον να κατανόηση περισσότερα, ό αδελφός εκείνος να οικοδόμηση τον αδελφό καί ό ένας να βοηθήση τον άλλον «πολεμούμενοι υπό των δαιμόνων καί θλιβόμενοι υπό των παθών», όπως λέγει ό άγιος Έφραίμ, καί ούτω Χάριτι Θεού κατευθυνόμεθα προς έργα καλά. «Προ παντός δε πρέπει να προπαρασκευασθώμεν με την προσευχή, όταν θέλωμεν να κτίσωμεν το οικητήριον της ησυχίας, δια να μας δώση ό Θεός τα προς τελείωσιν ιδιώματα», —καθώς λέγει ό της Κλίμακος—, «το όποιον είναι το καρτερικόν κάθισμα, δια να μη γίνωμεν μετά την καταβολήν του θεμελίου γέλως εις τους εχθρούς καί εμπόδιον εις τους άλλους εργάτες», αλλά να φυλαττώμεθα εις έργα καλά Χάριτι του Κυρίου και Θεού ημών Ιησού Χριστού, πρεσβείαις της πανάχραντου Δεσποινίς ημών Θεοτόκου και πάντων των Αγίων, των εν εργασίες των αρετών διαλαμψάντων.
Και τούτο εννοούμεν λοιπόν, ότι «όχι δια να πράξωμεν τα περιττά έργα των κανόνων εκλέγομεν την κατοίκησιν της ησυχίας», —όπως λέγει ό άγιος Ισαάκ—«διότι είναι γνωστόν ότι ή μετά των πολλών κοινωνία μάλλον χείρα παρέχει εις τούτο». Άλλα δια να αναχωρήσωμεν από τάς ταραχάς και ανωφελείς θορύβους και τα λοιπά μη αρεστά εις τον Θεόν και δια να παραμένωμεν εις τάς έντολάς Του, αποκτώντες την αναγκαίαν χρείαν εκ των ιδίων κόπων. Εάν όχι, τότε να λαμβάνωμεν λίγη ελεημοσύνη, οθενδήποτε οικονομήσει ή Αγαθότης Του, από δε τα περιττά πρέπει παντελώς να απέχωμεν. —Μάχας δε και δίκας και έριδας δια τάς σωματικάς πλεονεξίας αποφεύγουμε ως θανατηφόρο ιόν. Και πράττομε τάς ερ-γασίας ταύτας, άιτινες είναι άρεσται εις τον Θεόν ψαλμωδία, προσευχή, άνάγνωσιν και μελέτην περί των πνευματικών πραγμάτων, εργόχειρον και την διακονίαν οποιουδήποτε έργου, και γινόμεθα εις τον εσωτερικό άνθρωπον κατά δύναμιν κοινωνοί του Θεού. Και ού-τως αναπέμπομεν δι' έργων καλών δόξαν τω Πατρί και τω Υιό και τω Άγίω Πνεύματι, τω εν Τριάδι μόνω Θεώ, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Ταύτα λοιπόν εγράψαμεν ημείς οί άφρονες κατά το μέτρον της ευτέλειας ημών προς υπόμνησιν του εαυτού μου και των ομοίων μου, οίτινες ευρίσκονται εν τη τάξει των διδασκομένων, εάν έχουν και προαίρεσιν. Δεν έγραψα ταύτα από τον εαυτόν μου, καθώς καί ειπών εν τη αρχή του συγγράμματος τούτου, άλλ' από τάς Θεόπνευστους Γραφάς των αγίων Πατέρων, των φωτισθέντων την διάνοιαν. Πάντα λοιπόν τα εδώ ευρισκόμενα δεν είναι χωρίς την μαρτυρίαν των Θείων Γραφών. Και αν ευρέθη εις αυτά κάτι το μη αρεστό εις τον Θεόν και ανωφελές δια την ψυχήν εξ αιτίας της αφροσύνης ημών, ας μη γίνη τούτο  αλλά το θέλημα του Θεού ας γίνη τέλειον και ευπρόσδεκτο. Εγώ δε ζητώ συγχώρεση. Εάν κανείς γνωρίσει περί τούτων περισσότερα και ωφελιμότερα, ας πράξη ούτως  όπως νομίζει, και ημείς χαίρομεν δι' αυτό Αν  κανείς  όμως εύρει   ωφελείαν  εκ  τούτων των παρόντων, ας προσευχηθή και υπέρ εμού του αμαρτωλού, δια να εύρω έλεος ενώπιον του Κυρίου



Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Follow by Email

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Γίνεται Μέλος στο Ιστολόγιο

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |