ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: 1. Προσκύνημα στο Άγιον Όρος

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

1. Προσκύνημα στο Άγιον Όρος


agioros


Περιεχόμενα
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΨΑΛΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ        4
Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ           10
ΟΜΙΛΙΕΣ       13
Η Σπουδαιότητα του Αγιορειτικού Μοναχισμού για την ζωή της Εκκλησίας            17
Μοναχική Αναχώρησις και Μαρτυρία στο Άγιον Όρος των Δυσμών του Εικοστού Αιώνος            21
Η αναχώρησις στο Άγιον Όρος σήμερα         22
Η μοναχική μαρτυρία  24
Η μαρτυρία του Αγίου Όρους σήμερα           24
Μοναχικός βίος, Οίκος Θεού και Πύλη του Ουρανού            26
Β. ΔΕΝΔΡΟΝ (Μοναχική πολιτεία)   26
Γ. ΚΟΡΜΟΣ (Αγιορείτικη πολιτεία)  29
Δ. ΒΛΑΣΤΟΣ (Σιμωνόπετρα) 30
Ε. ΦΥΤΕΥΜΑ ΚΥΡΙΟΥ ΕΙΣ ΔΟΞΑΝ (Γέροντας)  33
ΣΤ. Η ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ (Αντί επιλόγου)           34
Η Παραβολή του Ασώτου Υιού         35
Η ανταρσία του νεώτερου υιού και η διαγωγή του πατέρα     36
Το ψεύτικο χάνεται, μας εγκαταλείπει            37
Το αληθινό μένει, μας σώζει  38
Συνάντηση νεώτερου υιού με τον πατέρα       38
Επιστροφή που σε ελευθερώνει         40
Επιστροφή που σε πνίγει        41
Χαρακτηριστικά του πρεσβύτερου υιού         43
Αντιπαραβολή των δύο υιών  44
Χαρακτηριστικά του Πατέρα  45
Η παραβολή και εμείς 46
Εμείς ως πατέρες πνευματικοί            47
Λόγιοι κι ενάρετοι Αγιορείτες των τελευταίων χρόνων         49
ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ   55
Οι Μοναστηριακοί Περίβολοι 55
Τα Καθολικά   56
Τα Κυριακά     57
Τα Παρεκκλήσια         58
Οι Τράπεζες    58
Οι Πτέρυγες του Περιβόλου   59
Τα Μαγειρεία  60
Οι Πύργοι       60
Οι Φιάλες        61
Οι Κρήνες       61
Οι Αρσανάδες 62
Τα Κελλιά       62
ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΚΟΥ ΒΙΟΥ            64
Μοναχική Μύηση (Κουρά)     66
Ο Λειτουργικός Κύκλος μιας Ημέρας στο Άγιον Όρος         67
Κηδεία Μοναχού        69
ΤΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ   70
Ι. Μ. ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ  70
Ι. Μ. ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ           72
Ι. Μ. ΙΒΗΡΩΝ            72
Ι. Μ. ΧΕΛΑΝΔΑΡΙΟΥ         73
Ι. Μ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ    74
Ι. Μ. ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΟΥ            75
Ι. Μ. ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ    76
Ι. Μ. ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ        77
Ι. Μ. ΖΩΓΡΑΦΟΥ     77
Ι. Μ. ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ  78
Ι. Μ. ΚΑΡΑΚΑΛΛΟΥ          79
Ι. Μ. ΦΙΛΟΘΕΟΥ     80
Ι. Μ. ΣΙΜΩΝΟΣ ΠΕΤΡΑΣ    80
Ι. Μ. ΣΤΑΥΡΟΝΙΚΗΤΑ        82
Ι. Μ. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ            84
Ι. Μ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ     84
Ι. Μ. ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ 85
Ι. Μ. ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ΡΩΣΙΚΟΥ   86
Ι. Μ. ΚΩΝΣΤΑΜΟΝΙΤΟΥ   87
ΚΑΡΥΕΣ        88
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ       90
12 ΕΝΟΤΗΤΑ            93
Η ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ           93


Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΨΑΛΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ
Μία χώρα υπάρχει στον κόσμο, το Όρος Άθως, είπε ο Βυζαντινός χρονογράφος Γρηγοράς. Το Άγιον Όρος, τόπος στον οποίον ο χρόνος συνετρίβη. Παρελθόν και παρόν συναντώνται εις μίαν υπερκόσμιον πραγματικότητα, τον Ορθόδοξον Μοναχισμόν. Μεγάλες προσωπικότητες έζησαν εδώ και δημιουργήσαν ένα λαμπρό μουσικό έργο. Σπάνια χειρόγραφα βρέθηκαν στις Ιερές Μονές του Αγίου Όρους. Μουσικά όργανα και πρόσωπα εσώθηκαν σε κώδικες και τοιχογραφίες. Στην Αθωνιάδα Σχολή εδίδαξαν σπουδαίοι διδάσκαλοι και ανέδειξαν καλούς μαθητές και αγίους ακόμη.
Στην Κιβωτό της Ορθοδοξίας και της Σωτηρίας η ψαλτική τέχνη κατέγραψε μια μακραίωνη και λαμπρά ιστορία. Πλήθος αγίων και λογίων ασχολήθηκαν με αυτήν και την επλούτισαν με την αγάπη τους και την γνώση τους.


Τα τάλαντα, και οι κωδωνοκρουσίες με τους ρυθμικούς ήχους και την γλυκεία μουσική στρέφουν εξʹ ολοκλήρου την προσοχή μας στο ευωδιαστό Περιβόλι της Παναγίας, στον πνευματικό αγιορείτικο φάρο.
«Κώδωνας άνω λαμπρόν ηχούντας φέρει πιστούς καλούντας προς Θεού υμνωδίαν» (δίπτυχο ανωνύμου).
Από την εποχή ήδη των μεγάλων βυζαντινών αυτοκρατόρων (π.χ. εποχή των Παλαιολόγων 12611453), που υπήρξε ακμή στις τέχνες και τα γράμματα, η εκκλησιαστική μουσική παρουσίασε ιδιαίτερη άνθηση. Μεγάλοι συνθέτες, γραφείς και δάσκαλοι, διαφύλαξαν, μελέτησαν και διαμόρφωσαν το βυζαντινό μέλος, έτσι ώστε να δημιουργηθεί με τον καιρό μια μεγάλη βυζαντινή μουσική παράδοση. Στους χρόνους αυτούς έδρασαν οι: Ιωάννης ο Κουκουζέλης και Γρηγόριος Κουκουζέλης (12ος αιώνας), Ιωάννης Πλουσιαδηνός ή Κουκουμάς (γνωστός απʹ την σοφωτάτη παραλλαγή και την αγιορείτικη μέθοδο), Θεόδουλος ή Θωμάς Θηκαράς (ήκμασε τον 14ο αιώνα, εποίησε μελοποιήσεις και
μεθόδους), Ιωάννης Κλαδάς (στα 1400), Θεοφάνης Καρύκης, Δ. Ραιδεστηνός (αρχές 15ου αιώνα), Γρηγόριος Αλυάτης (αρχές 15ου αιώνα), Συνέσιος κ.α. Η παράδοση αυτή έκλεισε με τον Μανουήλ Δούκα τον Χρυσάφη, ο οποίος άφησε πολυάριθμες συνθέσεις και εμελοποίησε και ολοκλήρωσε το παλαιό Στιχηράριο, το οποίο καλλώπισεν ο Κουκουζέλης.
Τον 16ο αιώνα το Άγιον Όρος γίνεται σπουδαίο κέντρο βιβλιογραφικής δραστηριότητος.
Πολλοί γραφείς μας άφησαν σπουδαία χειρόγραφα, τα οποία παρουσιάζουν εξαιρετική φιλοκαλία και κομψότητα, όπως οι Μακάριος διάκονος (1527), Γαβριήλ ιερομόναχος (1572), Λεόντιος Μοναχός (1551) κ.α.
Τον 17ο αιώνα δρουν οι ιερομόναχοι εξ Αγχιάλου Γαβριήλ και Γεννάδιος στο όνομα των οποίων σώζονται του πρώτου ασματικά τρισάγια, δοχές και μέλη και του δεύτερου ορισμένα κοινωνικά του ενιαυτού. Στις αρχές του 17
ου αιώνα στο Άγιον Όρος ζουν και δρουν δύο ακόμη δάσκαλοι και καλοί εκκλησιαστικοί συνθέτες ο Ιωάσαφ μοναχός (ή επωνυμούμενος νέος Κουκουζέλης) και ο Αρσένιος ιερομόναχος ο Βατοπαιδηνός. Ωραιότατοι ύμνοι που έγραψαν οι μοναχοί αγαπήθηκαν πολύ όπως το μέλος «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον» (σε ήχο πλάγιο βʹ) του Γαβριήλ ή Γενναδίου, επίσης το μέλος «Νυν αι δυνάμεις» του μοναχού Ιωάσαφ (αρχές 17ου αιώνα). Μελοποιήσεις χερουβικών, κοινωνικών και κρατημάτων έκανε τον ίδιο καιρό ο ιερομόναχος Αρσένιος. Ο Ιωάσαφ μελοποίησε το ειρμολόγιο, σμίκρυνε και παρήλλαξε κρατήματα και ηχήματα παλαιοτέρων δάσκαλων, φέρεται μάλιστα ως καλλιγράφος της μουσικής απαράμιλλος. Ο Αρσένιος εμελοποίησε χερουβικά, κοινωνικά, κρατήματα και έναν καλοφωνικό ειρμό. Τον αιώνα αυτόν γίνεται επιμελής αντιγραφή των χειρογράφων  και αυτά διαδίδονται. Πολλοί επώνυμοι και ανώνυμοι γραφείς μνημονεύονται τους
χρόνους αυτούς (Νεόφυτος ιερομόναχος, Άνθιμος, Κοσμάς ο εκ της Μονής των Ιβήρων, ο Γεράσιμος, Μελέτιος, Λουκάς ο Αγιορείτης, ο μοναχός Παγκράτιος, Ναθαναήλ κ.α.)


Στην πρώτη μεγάλη ακμή κορυφαίος είναι ο Χρυσάφης ο Νέος (ακμή 1650 1685), ο οποίος μελοποίησε αρκετά είδη της εκκλησιαστικής μουσικής, όπως παρατηρούμε από τα σωζόμενα σήμερα αυτόγραφά του. Επίσης ο Μπαλάσιος ιερεύς, μαθητής του Γερμανού Νέων Πατρών, ειρμολόγιο του οποίου βρίσκεται στην Ι. Μ. Ιβήρων. Ο Μπαλάσιος καλλώπισε το παλαιότερο ειρμολόγιο (έγραψε πολλούς και έντεχνους καλοφωνικούς ειρμούς), έγραψε έντεχνα μαθήματα, αρκετές δοξολογίες και έκανε πολλές μελοποιήσεις. Η αντιγραφική του δράση ήταν πλούσια. Μαθητής του Αγιορείτη μοναχού Δαμιανού του Βατοπαιδηνού υπήρξε κι άλλος ένας μεγάλος μουσικός της εποχής ο Πέτρος Μπερεκέτης (ακμή 1680 1715), η παπαδική του οποίου υπάρχει σε κώδικα της Ι. Μ. Ξηροποτάμου. Υπήρξε ο λαϊκότερος συνθέτης της Τουρκοκρατίας, μελοποίησε χερουβικά, κοινωνικά κ.α.
Στο Άγιον Όρος στα τέλη του 17ου αιώνος δρα ο Κοσμάς ο Μακεδών (ακμή 1665 1700) συμφοιτητής του Μπαλασίου. Ο Κοσμάς ο Μακεδών έκανε πολλές μελοποιήσεις (Στιχηράριο, Ειρμολόγιο) σύνθεσε παπαδικά μέλη (όπως πασαπνοάρια του Όρθρου, τιμιωτέρες, δοξολογίες, χερουβικά, θεοτοκία κ.α.), υπήρξε επιδέξιος αντιγραφέας και καλός δάσκαλος της μουσικής. Σώζονται 28 μουσικά χειρόγραφά του τα οποία διακρίνονται για την κομψότητα και την φιλοκαλία της γραφής τους. Είναι ο σημαντικότερος μουσικός του Αγίου Όρους την περίοδο αυτή και τα αυτόγραφά του αποτελούν τα ωραιότερα δείγματα μουσικών χειρογράφων της Τουρκοκρατίας. Αξιόλογος και φιλόκαλος γραφέας, που δρα στο Άγιον Όρος στα χρόνια 1680 1700 είναι και ο Κοσμάς ιερομόναχος, του οποίου επισημάνθηκαν τρία ωραιότατα χειρόγραφα. Την ίδια περίπου εποχή ζει και δημιουργεί μουσικό έργο στο Άγιον Όρος ο Δαμιανός ο Βατοπαιδηνός, μαθητής του Κοσμά του Μακεδόνα. Πρόσωπο σημαντικό με πολλές γνώσεις, δάσκαλος της μουσικής, συνθέτης και γραφέας. Ποιητής καλοφωνικών ειρμών, κοινωνικών, χερουβικών, μελών. Έτσι στα τέλη του 17ου αιώνα ο Κοσμάς ο Μακεδών και ο μαθητής του Δαμιανός Βατοπαιδινός έγιναν οι κύριοι εκπρόσωποι της μουσικής παράδοσης. Μαθητής του Δαμιανού υπήρξε ο Παναγιώτης Χαλάτζογλου (+ 1748), ο οποίος δημιούργησε διδακτική και ψαλτική παράδοση, που ως σήμερα αποκαλείται «ύφος και προφορά της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας».
Τον 18ο αιώνα επίσης έχουμε πλήθος μουσικών χειρογράφων από αντιγραφείς και συνθέτες. Την περίοδο αυτή έχουμε μια δεύτερη μεγάλη ακμή στην ιστορία της εκκλησιαστικής μουσικής της Τουρκοκρατίας. Δρουν οι άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (1749
1809) ο υμνογράφος, ο Ιωάννης Πρωτοψάλτης ο Τραπεζούντιος, παπαδική του οποίου βρίσκεται στην Ι. Μ. Μεγίστης Λαύρας, ο Πέτρος Γλυκύς ή Μπερεκέτης, παπαδική του βρίσκεται στην Ι. Μ. Ξηροποτάμου, ο Πέτρος Πελοποννήσιος συνθέτης απολυτικίων, κοντακίων, προσομοίων κ.λ.π. αναστασιματάριο του οποίου βρίσκεται στην Ι. Μ. Ιβήρων, ο μελοποιός Πέτρος Βυζάντιος, ο οποίος ήταν μαθητής του Πέτρου Πελοποννήσιου κ.α. καθώς και πολλοί Αγιορείτες γραφείς και μελωποιοί.


Πλήθος μουσικών χειρογράφων σώζονται στις Ι. Μονές του Αγίου Όρους. Τα περισσότερα στην Ι. Μ. Ιβήρων δηλ. 348 τον αριθμό, ακολουθούν η Ι. Μ. Βατοπαιδίου με 290 χειρόγραφα, η Μ. Παντελεήμονος με 150, η Μ. Μεγίστης Λαύρας με 130, η Μ. Ξηροποτάμου με 130, η Μ. Δοχειαρίου με 107, η Χιλανδαρίου με 103 και άλλες μονές με λιγώτερα από 100 μουσικά χειρόγραφα. Υπάρχουν βέβαια και χειρόγραφα Αγιορειτών διεσκορπισμένα στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Στην Ι. Μ. Ιβήρων βρέθηκαν και δέκα τρία δημώδη άσματα σεσημασμένα στην βυζαντινή μουσική σημειογραφία που ανάγονται στον 16ο αιώνα και στηρίζονται στους οκτώ ήχους της βυζαντινής μουσικής (κώδικες με ψαλμούς και ωδές βρίσκουμε και
στην Μ. Παντοκράτορος). Τις εικόνες μουσικών και τις συνθέσεις τους τις βλέπουμε στους ωραίους κώδικες των Μονών Ιβήρων, Μεγίστης Λαύρας, Ξηροποτάμου κ.α. Στην Ι. Μ. Ιβήρων βρίσκουμε την παπαδική και το Μέγα Ίσον του Ιωάννη του Κουκουζέλη καθώς και μουσικά του ποιήματα (βιόλα, χορός, του βασιλέως, ανηφαντής κ.α.). Σε κώδικες της ίδιας Μονής βρίσκουμε την βιογραφία του Ιωάννη Κλαδά (15ος αιώνας) και του Παχώμιου μοναχού του Ρουσάνου, που ήταν από τους σπουδαιότερους μουσικούς του 16ου αιώνος. Επίσης την ερμηνεία μουσικής που ορίζει την παραλλαγή και την μετροφωνία. Στην Ι. Μ. Ιβήρων υπάρχει χειρόγραφο ειρμολόγιο του Μπαλασίου ιερέως και το Δοξαστάριόν του, μια πραγματεία του Μανουήλ Δούκα Χρυσάφη, τρία χειρόγραφα του Κοσμά Ιερομόναχου (το ένα του 1686), το Αναστασιματάριον του Πέτρου Πελοποννησίου.
Σε κώδικες της Ι. Μ. Μεγίστης Λαύρας βλέπουμε την εικόνα του Ιωάννη Κουκουζέλη (ο οποίος μετά τον θείο Δαμασκηνό αποτελεί την δευτέρα πηγή της βυζαντινής μουσικής), βρίσκουμε την ιδιόχειρο παπαδική του Ιωάννη Τραπεζούντιου. Σε κώδικα της Ι. Μ. Ξηροποτάμου ο Κουκουζέλης επωνυμείται ως Παπαδόπουλος. Στην ίδια Μονή υπάρχει και η εικόνα του Πέτρου Γλυκύ ή Μπερεκέτη καθώς και η παπαδική του. Στην Ι. Μ. Δοχειαρίου βλέπουμε σε κώδικα την εικόνα του Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού του μουσικότατου. Σε κώδικα της Μ. Μεγίστης Λαύρας βρίσκουμε τον Άγιο Ιωάννη Γλυκύ τον Πρωτοψάλτη.
Το Άγιον Όρος, όπως ανέφερε ο Πατριάρχης Ισίδωρος, ήταν διδασκαλείον των μοναχών και αρετής εργαστήριον. Κατά την υπερχιλιετή ιερά πορεία του εδέχθη εις τους κόλπους του και φιλοξένησε άνδρας φιλόμουσους, λογίους και σοφούς. Αυτοί ως απλoί μοναχοί ή
διάκονοι, ως πρεσβύτεροι, ηγούμενοι ή και ιερείς δια της ζεούσης πίστεως, της παιδείας, της ταπεινώσεως, της αυστηράς εναρέτου πολιτείας αυτών, εβοήθησαν τόσο την Εκκλησία και τον κόσμο, όσο και τις τέχνες. Προσέφεραν εις στην Αγίαν Εκκλησίαν τα ιερά τους συγγράμματα, τα θρησκευτικά ποιήματα, τις ακολουθίες των αγίων, ακόμη και τους ίδιους εαυτούς των, εθελόθυτα θύματα του Κυρίου, του οποίου εμιμήθησαν τον βίον επί γης. Το Άγιον Όρος δεν σταμάτησε μέχρι σήμερον να προσφέρει τις πολύτιμες υπηρεσίες του προς την ανθρωπότητα. Η μουσική ηδέως και συγκινητικά ζωοποιεί τα εγηγερμένα αισθήματα και δεν απορροφά τις αισθήσεις με την γοητεία της. Το ήθος των ήχων της αγιορείτικης ψαλτικής είναι σεμνό, σοβαρό και διασταλτικό σύμφωνα με την θέληση του Θεού που ζητά πνεύμα, συντετριμμένο, καρδία «συντετριμμένη και ταπεινωμένη». Στις Μονές του Αγ. Όρους βρίσκουμε και άλλους πολλούς εικονογραφημένους κώδικες με θρησκευτικά βυζαντινά άσματα όπως στην Μ. Μεγίστης Λαύρας, Μ. Παντοκράτορος, Μ. Ιβήρων. Σε χαρτώο κώδικα της Ι. Μ. Ιβήρων βρίσκουμε και μια προπαιδεία της Εκκλησιαστικής μουσικής, επίσης την όλη ιερατική ακολουθία (εσπερινό, λειτουργία, λειτουργία προηγιασμένων, θεοτόκια κ.λ.π.) με ερυθρά σημαδόφωνα.

agion

Το 1749 ιδρύθηκε η Αθωνιάς Σχολή από τον φιλόμουσο προηγούμενο Βατοπαιδίου Μελέτιο μετά των πατέρων της Μονής του και την συμπαράσταση του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Στην Αθωνιάδα εδίδαξαν σπουδαίοι διδάσκαλοι του Γένους και ανέδειξαν πολλούς ήρωες, λόγιους, αγίους. Στην Σχολή διδασκόταν και συνεχίζονται τα μαθήματα μέχρι σήμερα βυζαντινής μουσική, καθʹ όσον η ψαλτική τέχνη ως ένδυμα της θρησκείας είναι στενά συνδεδεμένη με την υπερχιλιετή αγιορείτικη ιστορία και παράδοση. Καθηγητής της Αθωνιάδος Ακαδημίας υπήρξε ο Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης, ακμάσας κατά το 1760, ανήρ σοφός, μουσικός και υμνογράφος, αριθμούμενος στους ακολουθιογράφους.
Η μουσική στον Άθωνα (συνθέσεις, μελοποιήσεις, ψαλτική) συνεχίζεται εντατικά τόσο στον 19ο αιώνα, όσο και στον αιώνα μας. Εις αυτήν επιδίδονται τις ελεύθερες ώρες αρκετοί αδελφοί των ιερών Μονών. Μοναχοί, Αναχωρηταί, Σκητιώται, Κελλιώται, εκτός της εκπληρώσεως των άλλων καθηκόντων τους και της χειροτεχνίας καλλιεργούν τα γράμματα και εξελίσσονται άριστοι καλλιτέχναι εις την ποιητικήν και υμνογραφίαν, εις  την μουσικήν και την μελοποιίαν. Διάσημοι ποιηταί και υμνογράφοι ανεδείχθησαν όπως είδαμε στο παρελθόν και συνεχίζουν να αναδεικνύονται μέχρι το παρόν.
Τον 19ο αιώνα κορυφή στην μουσική αναδεικνύεται ο μαθητής του Χουρμουζίου Χαρτοφύλακος Ιωάσαφ Διονυσιάτης. Εποίησεν μελοποιήσεις, καταγραφές, έκανε εξηγήσεις από την παλαιά στη νέα γραφή, πολυέλαιους, δοξολογίες, (χειμώνος, θέρους) δοξαστικά εσπερινού, λιτής, Όρθρου, κ.α. Συμμαθητές του ήσαν οι Νικόλαος Βατοπαιδηνός, Νικόλαος Δοχειαρίτης. Μελίρρυτα άσματα εποίησε και ο Νεκτάριος Βλάχος, μαθητής των τριών διδασκάλων, πεφημισμένος για την ηδυφωνία του και την μουσική του εμπειρία (πρωτοψάλτης της Ρουμάνικης Σκήτης του Ι. Προδρόμου στο Αγίου Όρος).
Μέχρι τις ημέρες μας δρούσε ο εξαίρετος υμνογράφος Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης (1905 1991) αυτοδίδακτος και σχεδόν αυτοδημιούργητος, τιμηθείς από το Οικουμενικό Πατριαρχείο με το οφφίκιον του «Υμνογράφου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας». Εβδομηκονταετής περίπου υπήρξε η ενασχόλησή του με την υμνογραφία. Το υλικό του έργου του 47 ογκώδεις τόμοι (36.000 σελίδες) άγνωστο και ανέκδοτο φυλάσσεται στην Σκήτη της Μικράς Αγίας Άννης του Αγίου Όρους. Πρόσφατα εκδόθηκε και βιβλίο: Ο Υμνογράφος Γεράσιμος Μοναχός Μικραγιαννανίτης και οι ακολουθίες του σε Αγίους της Θεσσαλονίκης του Αρχ. Γεωργίου Χ. Χρυσοστόμου (εκδ. Οργανισμού Θεσσαλονίκη Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης). Ποιήματα του βρίσκουμε και σε άλλες εκδόσεις όπως σʹ αυτή της Ι. Μ. Βατοπαιδίου Ασματική ακολουθία εις τον Άγιον και δίκαιον Λάζαρον τον τετραήμερον. Απολυτίκια, κοντάκια και Μεγαλυνάρια του Γερασίμου Μικραγ. εκδόθησαν και υπό του Γέροντος Αγιαννανίτου Μοναχού Χαραλάμπου Ταμπάκη.

Πολλοί Αγιορείται στον αιώνα μας διεκρίθησαν ως μουσικοί και μελοποιοί, ως ιεροψάλται και καθηγηταί της Βυζαντινής μουσικής και Βυζαντινής Τεχνοτροπίας. Αναφέρω τον Μελέτιο Μοναχό Συκιώτη (εκλεκτό καλλιγράφο βυζαντινογράφο και καθηγητή της Βυζαντινής Μουσικής και Βυζαντινής Αγιογραφίας), τους Δανιηλαίους και τον παπά Γρηγόρη, τους Θωμάδες, τον Ανδρέα Μοναχό (κατά κόσμον Χαρ. Θεοφιλόπουλο, καθηγητή της Βυζαντινής μουσικής, συγγραφέα και μελοποιό) τέως γραμματέα της Ιεράς Κοινότητος καθώς και πολλοί άλλοι αφανείς ήρωες, οι οποίοι είναι άξιοι πολλών επαίνων και βραβείων, διότι δια της επιμελούς φιλοπονίας των ετίμησαν και συνεχίζουν να τιμούν το Άγιον Όρος, εμφανίζοντες το «Περιβόλι της Παναγίας» (σύμφωνα με τον Καισάριο Δαπόντες) ως πηγήν εμπνεύσεως Καλλιτεχνίας. Ανάμεσα στις σύγχρονες μορφές Αγιορειτών ψαλτών γνωστοί είναι οι ιερομόναχοι Παντελεήμων Αγιαννανίτης (Κάρτσωνας) και Γαβριήλ Καρυώτης (Μακαβός), ο ιεροδιάκονος Διονύσιος Καρυώτης (Φιρφιρής), και ο μοναχός Ιγνάτιος Βατοπαιδινός.
Πολυάριθμοι πιστοί προτιμούν να αγοράζουν τις ηχογραφημένες κασέτες, όπου ψάλλει ο χορός των Αγιορειτών Πατέρων ή και μεμονωμένων μοναχών, οι οποίοι μάλιστα εκτός των ύμνων έχουν κάνει και σειρά μαθημάτων της Βυζαντινής μουσικής ξεκινώντας από το Αναστασιματάριον (όπως π.χ. του Ανδρέου Μοναχού). Η ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας έχει ηχογραφήσει αρκετές κασέτες όπως την Ακολουθία του οσίου Σίμωνος, το Ψαλτήριον Τερπνόν (ψαλμοί, και τεριρέμ), το γνωστό Αγνή Παρθένε κ. ά.

Στην εκκλησιαστική μουσική πρωτεύοντα ρόλο έχει η μελωδία, διότι αυτή συγκροτεί το ουσιώδες μέρος κάθε μουσικής σύνθεσης, με ψυχή της τον χρόνο. Τα θρησκευτικά άσματα των μοναχών προέρχονται από την ευγενή, περιπαθή και συγκινούμενη καρδιά τους. Όπως και η εκκλησία, οι ιερομόναχοι στο Άγιον Όρος αναλώνονται για να διακονήσουν τον κόσμο εις τύπον Χριστού. Έχουν ως στόχο όχι να αφομοιωθούν με τον κόσμο, αλλά να αφομοιώσουν τον κόσμο παράλληλα φυσικά με τον ενοποιητικό ρόλο της Εκκλησίας.
Μοναχός και προσευχή (τετυπωμένη κοινή προσευχή ακολουθία ή κατά μόνας νοερά προσευχή) με μυστικά βιώματα είναι ταυτόσημα. Οι ακολουθίες μιας κοινής ημέρας κατέχουν το 1/4 του 24ωρου. Προσευχές, όρθρος, ώρες, θεία λειτουργία, ενάτη ώρα, προσηλωμένοι οι μοναχοί στα πνευματικά στην καθημερινή τους λατρεία. Κάθε Μονή έχει διαμορφώσει ελεύθερα το δικό της τυπικό, ίδια όλα στην ουσία, όμως διαφέρουν ως προς τις λεπτομέρειες. Οι ακοουθίες σε μια μονή είναι μια μικρογραφία της ουράνιας λειτουργίας. Όλοι παίρνουν μέρος στην λειτουργία αυτή, ηγούμενος, εφημέριος, τυπικάρης, κανονάρης, διαβαστής, ψάλτες. Κύριο βάρος της μελωδίας ο λόγος που διεγείρει τα ενθουσιαστικά αισθήματα.
Οι ύμνοι διακρίνονται σε οίκους, καθίσματα, εξαπολιστειλάρια, στιχηρά, απολυτίκια, κοντάκια, αναβαθμοί, εωθινά, αντίφωνα, ειρμούς, υπακοές, καταβασίες, ευχές, προκείμενα, βιβλικές περικοπές, ανάλογα με την λατρευτική τους χρήση ορίζονται σε τριαδικά, δογματικά, δοξαστικά, (σταυρο)αναστάσιμα, (σταυρο)θεοτοκία, μεγαλυνάρια, φωταγωγικά, μαρτυρικά, νεκρώσιμα, ευλογητάρια. Θεία μουσική ξεχύνεται σε όλο τον Άθωνα και θαρρούν οι επισκέπτες ότι κι αυτή η Φύση μαζί συμμετέχει και τα ουράνια με όλα τα αστέρια. Αυτό είναι το Αγιον Όρος, τόσο μικρό σε έκταση όμως τόσο φωτεινό που αγκαλιάζει τον κόσμο όλο. Η μουσική παρουσιάζει ακόμη έναν ιδιαίτερο πλούτο εδώ.
Οι θαυμάσιες τοιχογραφίες των Μονών Μεγίστης Λαύρας, Δοχειαρίου, Διονυσίου, Σταυρονικήτα, Γρηγορίου, Κουτλουμουσίου κ.α. μας πληροφορούν για τα μουσικά όργανα της μεσαιωνικής εποχής. Παρατηρούμε τόσο τα χορδόφωνα, αερόφωνα και μεμβρανόφωνα όργανα, όσο και τους ποικίλους χορούς. Περί τούτων μπορεί να γραφτούν ολόκληρα βιβλία. Μουσικά όργανα βρίσκουμε και σε μικρογραφίες όπως αυτές από τις Μονές Σταυρονικήτα και Εσφιγμένου. Στο Άγιον Όρος ακόμη και ο ήχος απʹ τα κουδουνάκια και η κίνηση του θυμιατού έχουν στενή σύνδεση με την ψαλμωδία και την λειτουργία. Παλιά χειροσήμαντρα υπάρχουν στις Μονές όπως αυτό του 1622 στην Ι. Μ. Μεγίστης Λαύρας.
Οι μοναχοί του Αγίου Όρους δεν σταμάτησαν να συλλέγουν, να μελοποιούν ύμνους και να εκδίδουν βιβλία. Προπολεμικά και τελείως ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε τον Νεκτάριο Μοναχό Ιεροψάλτη, Γέροντα του εν Καρυαίς του Αγίου Όρους Λαυριωτικού Κελλίου «Άγιος Αθανάσιος» (Καλλίφωνος Αηδών, Μουσικός θησαυρός της Λειτουργίας και του Εσπερινού). Στις ημέρες μας ο Ανδρέας Μοναχός πρώην Σιμωνοπετρίτης (Αναστασιματάριον, Όρθρος, Εγκόλπιον Εσπερινού, Μουσικόν απάνθισμα Ιωάννου Πρωτοψάλτου και τόσα άλλα). Ωραιότατες εκδόσεις κάνουν και οι Μονές όπως π.χ. το ΨΑΛΤΗΡΙΟΝ ΤΕΡΠΝΟΝ της Ι. Μ. Σίμωνος Πέτρας.
Μετά από κάποια ακμή το Άγιον Όρος σωπαίνει, ησυχάζει ακολουθεί στασιμότητα και έπειτα άλλη μεγάλη ακμή και ούτω καθεξής.

Βιβλιογραφία

Ανδρέου Μοναχού, Άγιον Όρος, Αθήναι 1977.
Χατζηφώτη Μ. Ι., Η καθημερινή ζωή στο Άγιον Όρος, εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη.
Χατζηγιακουμή Κ. Μανόλη, Χειρόγραφα Εκκλησιαστικής μουσικής 14531820, Έκδοση
Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1980.
Παπαδοπούλου Ι. Γεωργίου, Ιστορική επισκόπησις της Βυζαντινής Εκκλησιαστικής μουσικής, εκδ. Τέρτιος Κατερίνη.
Ψάχου Α. Κωνσταντίνου, Η παρασημαντική της Βυζαντινής μουσικής, Αθήναι (1917),
Επανέκδοσις εκδ. Διόνυσος, 1978 Αθήναι.
Κοψαχείλη Ι. Στέλιου, Μουσική Ιστορία Χαλκιδικής (αρχείο Ι. Λ. Ε. Χ.) και περιοδ. ΑΓΩΓΗ τευχ. 401, 1993.
Μαζαράκη Β. Δέσποινα, Μουσική ερμηνεία δημοτικών τραγουδιών από αγιορείτικα χειρόγραφα, εκδ. Φίλ. Νάκας, Αθήνα 1992.
Στάθης Γρηγόριος, Τα χειρόγραφα Βυζαντινής μουσικής, Άγιον Όρος, τομ. Αʹ, Βʹ Ίδρ.
Βυζαντινής Μουσικολογίας, Αθήνα 1975,76.
Χρυσοστόμου Χ. Γεωργίου αρχιμ., Ο υμνογράφος Γεράσιμος Μοναχός Μικραγιαννίτης και οι ακολουθίες του σε αγίους της Θεσ/νίκης, εκδ. Οργανισμού Πολιτιστικής Πρωτεύουσας.
Ι. Μ. Βατοπαιδίου, Ασματική ακολουθία εις τον Άγιον και δίκαιον Λάζαρον τον τετραήμερον (ποίημα Γερ. Μικραγιαννίτη).
Καρακάση Στ., Ελληνικά μουσικά όργανα, εκδ. Δίφρος, Αθήνα 1970.
Ανωγιαννάκη Φ., Ελληνικά λαϊκά μουσικά όργανα.
Καλοκύρη Δ. Κωνσταντίνου, Ορθοδοξία και χορευτικές εκδηλώσεις μέσα και γύρω στις εκκλησίες, Θεσ/νίκη 1983.
Χρήστου Παν., Οδοιπορικό στο Άγιον Όρος, 1989
Κοτόπουλου Χρήστου, Ο κοινωνικός ύμνος «Αινείτε» ψαλμ. 148 Πέτρου Πελοποννησίου Θεσ/νίκη 1992 (διπλωματική εργασία).
Χρήστου Παν., Πνευματική δραστηριότης στο Αγ. Όρος Κατά τους χρόνους της Δουλείας,
Αθήναι 1984.
Τολίκα Ολυμπίας, Επίτομο Εγκυκλοπαιδικό λεξικό της Βυζ. Μουσικής, Εκδ. Ευρωπαϊκό κέντρο Τέχνης, Αθήνα 1993.
Λάμπρου Σπ., 13 άσματα της Ι. Μ. Ιβήρων, Αθήνα 1960.
Πατρινέλη Χρήστου, Πρωτοψάλτες, Λαμπαδάρια, Δομέστικα της Μ. Εκκλ. 14531821,
Αθήνα 1969.
Στέλιος Ι. Κοψαχείλης


oros



Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Αν και με τον όρο ζωγραφική συνήθως εννοούμε την τέχνη που απεικονίζει μορφές στους τοίχους, για το Άγιον Όρος δεν ισχύει το ίδιο. Εδώ εκτός από τις τοιχογραφίες που καλύπτουν το εσωτερικό των Ναών και των Τραπεζών των χώρων δηλαδή που χρησιμοποιούν οι μοναχοί για τα κοινά γεύματα η τέχνη της ζωγραφικής απλώνεται και στις φορητές λατρευτικές εικόνες και το πιο χαρακτηριστικό στα εικονογραφημένα χειρόγραφα. Με άλλα λόγια, κάθε επιφάνεια που συμμμετείχε στην λατρευτική ζωή, μπορούσε να ζωγραφιστεί, άσχετα αν ήταν τοίχος, ξύλο ή περγαμηνή και χαρτί. Έτσι μια μεγάλη ποικιλία έργων τέχνης ζωγραφικής που διασώθηκαν στο Άγιον Όρος σε απίστευτα μεγάλους αριθμούς, έρχεται να καλύψει τις γνώσεις μας για τον μεσαιωνικό κόσμο της δεύτερης χιλιετίας. Γιατί είναι αλήθεια ότι πολλές φορές από το παρελθόν γνωρίζουμε μόνον λίγα πράγματα και προσθέτοντας πολύ φαντασία προσπαθούμε να αναπαραστήσουμε την ζωή που πέρασε. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με το Όρος, καθώς εκεί έχουν διασωθεί μεγάλοι αριθμοί έργων και κειμηλίων από τα οποία με ασφάλεια μπορεί κανείς να γνωρίσει το παρελθόν.
Η ζωγραφική στους τοίχους, η τοιχογραφία, διασώζει στο Όρος παραδείγματα σε έκταση χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων, αριθμός που ακούγεται και είναι στην πραγματικότητα απίστευτος. Έργα αιώνων συσωρεύθηκαν στους τοίχους των εκκλησιών και των λοιπών κτισμάτων, δημιουργήματα πίστης αλλά και οικονομικής δύναμης σε καιρούς πολλές φορές χαλεπούς.


Το παλαιότερο δείγμα αυτής της τέχνης στο Άγιον Όρος (γύρω στα 1200) είναι οι μορφές των πρωτοκορυφαίων αποστόλων Πέτρου και Παύλου που διατηρήθηκαν σε τμήμα τοιχογραφίας στην βιβλιοθήκη της Μονής Βατοπαιδίου. Οι μορφές παρουσιάζονται σε εναγκαλισμό και εκείνο που χαρακτηρίζει την τέχνη αυτής της εποχής είναι η έντονη σχηματοποίηση και ο διακοσμητικός χαρακτήρας με τον οποίο αποδίδονται όλες οι λεπτομέρειες. Στο ίδιο κλίμα κινείται και η κεφαλή του Ευαγγελιστή Μάρκου από το εικονοφυλάκιο της ίδιας Μονής και δεν αποκλείεται να πρόκειται για αποσπάσματα από τα έργα που εκτελέστηκαν στην Μονή Βατοπαιδίου στο τέλος του 12ου αιώνα από ζωγράφους της Θεσσαλονίκης ή της Κωνσταντινούπολης.
Στην ίδια εποχή, ίσως στις αρχές του 13ου αιώνα, ανήκει η ζωγραφική που διατηρήθηκε στο κελλί του Ραβδούχου, εξάρτημα της Μονής Παντοκράτορος στις Καρυές κοντά στην Μονή Κουτλουμουσίου. Πρόκειται για τις μορφές και πάλι των αποστόλων Πέτρου και Παύλου, αυτή την φορά ζωγραφισμένων σε παραστάδες της δυτικής πλευράς του ναού. Εδώ εκτός από την σχηματοποίηση και την διακοσμητική τάση εμφανίζεται και ο πλαστικός όγκος, χαρακτηριστικό της τέχνης των Παλαιολόγων που αντιπροσωπεύεται στο Άγιον Όρος με πλήθος μνημείων και έργων τέχνης.
Αν ο 12ος και 13ος αιώνας αντιπροσωπεύονται από σπαράγματα μόνον τοιχογραφιών, δεν συμβαίνει το ίδιο και με την τέχνη του 14ου αιώνα που αποτελεί σταθμό για την τέχνη που διασώθηκε στο Άγιον Όρος, γεγονός που τονίστηκε από όλους τους περιηγητές και μελετητές του Άθω. Αντιπροσωπευτικότερο μνημείο για την τέχνη της εποχής αυτής, της εποχής των Παλαιολόγων όπως συνηθίζεται να αποκαλείται, είναι αναμφίβολα ο κεντρικός και παλαιότερος ίσως ναός του Όρους, ο ναός του Πρωτάτου. Σε σχήμα τρίκλιτης βασιλικής φιλοξενεί τοιχογραφίες σε όλες τις εσωτερικές επιφάνειες των τοίχων αλλά με μεγάλες φθορές από την υγρασία. Η ζωγραφική οργανώνεται σε ζώνες και ο Πανσέληνος, ζωγράφος με υψηλές ικανότητες, προσάρμοσε τις θεολογικές απαιτήσεις στα δεδομένα της αρχιτεκτονικής που είχε στην διάθεσή του. Αυτό, σε συνδυασμό με την λαμπρότητα των χρωμάτων και την πλαστικότητα των μορφών, την εφευρετικότητα των λεπτομερειών και την σωστή ρυθμολογία των κινήσεων, στάθηκε αφορμή να θεωρηθεί ως πρότυπο για τις μελλοντικές διακοσμήσεις των ναών του Αγίου Όρους και όχι μόνον.

Στην ίδια εποχή, στα 1312 χρονολογείται και η ζωγραφική του Καθολικού (κεντρικού) ναού της Μονής Βατοπαιδίου. Έργο άγνωστου αγιογράφου, δεν αποκλείεται να εκτελέστηκε
από το εργαστήριο ή ακόμη και από τον ίδιο τον Πανσέληνο σε μια ωριμότερη φάση της τέχνης του, 1015 χρόνια δηλαδή αργότερα από την τοιχογράφηση του Πρωτάτου. Και εδώ τα χαρακτηριστικά της τέχνης είναι σε γενικές γραμμές τα ίδια: ρεαλισμός, μορφές με μεγάλο όγκο και δραματικές κινήσεις, λαμπρά χρώματα και άνεση στην διαπραγμάτευση των εικονογραφικών λεπτομερειών σε όλες τις σκηνές.
Στο ίδιο γενικά καλλιτεχνικό κλίμα του 14ου αιώνα εντάσσονται και άλλα μεγάλα ζωγραφικά σύνολα που διασώθηκαν στο Όρος. Τα κυριότερα από αυτά είναι οι τοιχογραφίες του Καθολικού της Μονής Χελανδαρίου (γύρω στα 1320), οι τοιχογραφίες του Καθολικού της Μονής Παντοκράτορος (β΄μισό του 14ου αιώνος), οι τοιχογραφίες του παρεκκλησίου του αγίου Δημητρίου της Μονής Ξενοφώντος, κ.α. Κοινό χαρακτηριστικό στα έργα αυτά είναι η προσπάθεια μίμησης των τοιχογραφιών του Πρωτάτου, γεγονός που δηλώνει με τον καλύτερο τρόπο το πρωτοποριακό πνεύμα της τέχνης του Πανσελήνου και την αποδοχή που έτυχε από την αυστηρή μοναχική κοινωνία του Αγίου Όρους.
Αντίθετα από τον 14ο στον 15ο αιώνα λίγα μόνον έργα μπορούν να ενταχθούν. Και είναι προφανές ότι η παραγωγική εποχή των Παλαιολόγων είχε περάσει οριστικά μαζί με την ελευθερία που χάθηκε για τις διάφορες περιοχές της Ελλάδας κάτω από το βάρος του Τούρκου κατακτητή. Τώρα στον 15ο αιώνα τα νέφη του σκότους ήταν ορατά, η οικονομία εξαρτημένη από τον φόβο των πολιτικών μεταβολών και τα ερωτήματα για τον χαμό του γένους βαθειά χωρίς απάντηση. Αποτέλεσμα και η πενία της καλλιτεχνικής παραγωγής.
Στο τέλος του 15ου αιώνα χρονολογείται η ζωγραφική της τράπεζας της Μονής Ξενοφώντος και είναι φανερή η υποχώρηση της τέχνης σε εκφραστικά μέσα αν συγκριθεί με την τέχνη των Παλαιολόγων. Το ύφος και η περιορισμένη χρωματική διαπραγμάτευση προαναγγέλουν την τέχνη του 16ου αιώνα, μια τέχνη που φαίνεται ότι στάθηκε πιο κοντά στις μοναχικές αρχές για «αποταγή βίου».
Αν η εποχή του 14ου αιώνα χαρακτηριζόταν ως η λαμπρή εποχή της ζωγραφικής για το Άγιον Όρος, η εποχή του 16ου αιώνα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η εκφραστική του μοναχικού ιδεώδους περίοδος, ως η ζωγραφική που αποτύπωνε ταυτόχρονα τόσο τις δυσκολίες των καιρών όσο και την αυστηρότητα της αναχωρητικής ζωής. Στοιχείο που συνδέεται άμεσα με την παραγωγή των έργων τέχνης είναι και η οικονομική ευρωστία του αγοραστικού κοινού αλλά και η κοινωνική καταξίωση του καλλιτέχνη μέσα από το έργο του. Φαίνεται λοιπόν ότι και οι δύο αυτοί παράγοντες έφτασαν σε σημαντική αύξηση κατά τον 16ο αιώνα, γεγονός που είχε ως συνέπεια την δημιουργία μεγάλων ζωγραφικών συνόλων σε έκταση που παρουσιάστηκε για πρώτη ίσως φορά. Η οικονομική πλευρά είχε ως έρεισμα τόσο την σταθερότητα που δημιούργησε η οθωμανική κατάκτηση όσο και την γεναιοδωρία των ηγεμόνων των παραδουναβίων περιοχών. Η εκφραστική ανανέωση και
τα νέα πρότυπα είχαν την πηγή τους στην επαφή του Όρους με την Κρήτη η οποία δεν είχε υποταχτεί ακόμη στους Τούρκους αλλά βρισκόταν υπό Ενετική κυριαρχία.

Στον 16ο αιώνα χρονολογούνται τα περισσότερα από τα μεγάλα ζωγραφικά σύνολα του Όρους. Το Καθολικό και η Τράπεζα της Μονής Μεγίστης Λαύρας, η Τράπεζα της Μονής Φιλοθέου, το Καθολικό της Μονής Ιβήρων, το Καθολικό και η Τράπεζα της Μονής Σταυρονικήτα, το Καθολικό της Μονής Δοχειαρίου, το Καθολικό της Μονής Ξενοφώντος,
το Καθολικό της Μονής Κουτλουμουσίου, το Καθολικό και η Τράπεζα της Μονής Διονυσίου και τέλος το Παρεκκλήσι του αγίου Γεωργίου στην Μονή Αγίου Παύλου είναι τα κυριότερα από τα μνημεία της περιόδου. Σε όλα τα παραδείγματα αυτά τηρείται με θρησκευτική ευλάβεια η εκφραστική γλώσσα της Κρητικής Σχολής, του ρεύματος δηλαδή της ζωγραφικής που απλώθηκε από Κρητικούς και όχι μόνον ζωγράφους για να σημαδέψει με την αυστηρότητά του όχι μόνον τον 16ο αλλά και τους κατοπινούς αιώνες. Κυριότεροι εκπρόσωποι της Σχολής αυτής είναι ο Θεοφάνης ο Στρελίτζας και τα παιδιά του, ο Φράγγος Κατελάνος από την Θήβα και ο Αντώνιος.
Ο 17ος αιώνας χαρακτηρίζεται από την αδυναμία των καλλιτεχνών να δημιουργήσουν νέο ρεύμα και καλλιτεχνικές αρχές στην ζωγραφική. Ο κύκλος της Κρητικής Σχολής είχε ολοκληρωθεί αλλά οι νέες αναζητήσεις δεν είχαν καρποφορήσει ακόμη. Στο γύρισμα του αιώνα ζωγραφίστηκε η τράπεζα της Μονής Διονυσίου (1603) όπου η αυστηρότητα, η ακινησία και ο χρωματικός περιορισμός δείχνουν έναν δρόμο χωρίς ένταση και προβληματισμό. Στο ίδιο κλίμα κινείται και η ζωγραφική της τράπεζας της Μονής Δοχειαρίου (1676), ενώ σαφέστερα αποτελέσματα στις αναζητήσεις του είχε ο ζωγράφος της τράπεζας της Μονής Χελανδαρίου Γεώργιος Μητροφάνοβιτς, χωρίς όμως και αυτός να ανανεώσει τα εκφραστικά του μέσα.
Πιο αληθινοί εμφανίζονται οι ζωγράφοι του 18ου αιώνα καθώς αποφασίζουν χωρίς ενδοιασμούς να μιμηθούν την τέχνη του μακρυνού προγόνου τους, του Πανσελήνου. Τώρα πια συνειδητά και με διδασκαλική προτροπή αντιγράφουν τα έργα του Πρωτάτου προσπαθώντας να μιμηθούν κάθε λεπτομέρειά τους. Έτσι εμφανίζονται ζωγράφοι, όπως ο μοναχός Διονύσιος από τον Φουρνά, που δίνουν οδηγίες για την αποτελεσματικότερη αντιγραφή, φτάνοντας είναι η αλήθεια σε εξαιρετικά αποτέλεσματα. Η προσπάθειά τους συνεχίζεται και στον 19ο αιώνα και είναι χαρακτηριστική η διακόσμηση του παρεκκλησίου του Προδρόμου της Μονής Παντοκράτορος στα 1812 που θα μπορούσε να ξεγελάσει με την ακρίβειά του και να οδηγήσει τον απλό θεατή σε χρονολόγηση γύρω στα 1300.
Παράλληλα με την ζωγραφική των τοίχων αναπτύσσεται και η ζωγραφική πάνω σε ξύλο, την γνωστή σε όλους θρησκευτική εικόνα. Είναι μάλιστα βέβαιο ότι οι ίδιοι αγιογράφοι που εκτελούσαν τις τοιχογραφίες, οι ίδιοι έκαναν και φορητές εικόνες για χρήση στους Ναούς και στα παρεκκλήσια ή ακόμη και για προσωπική χρήση. Έχει για παράδειγμα βεβαιωθεί ότι ο γνωστός ζωγράφος Μανουήλ Πανσέληνος ζωγράφιζε και φορητές εικόνες στις αρχές του 14ου αιώνα ενώ ο άλλος μεγάλος ζωγράφος του 16ου αιώνα, ο Θεοφάνης Στρελίτζας ακολούθησε το παράδειγμα των άλλων μεγάλων ζωγράφων.
Εκείνο που πρέπει να παρατηρήσει κανείς σε σχέση με την τοιχογραφία, είναι ότι ο ζωγράφος της εικόνας έπρεπε να ασκεί ένα είδος «μικρογραφικής» δουλειάς καθώς πολλές φορές ο χώρος είναι περιορισμένος και η ανάπτυξη του θέματος δυσχερέστατη. Έτσι μεγεθύνοντας κανείς λεπτομέρειες από εικόνες αντιλαμβάνεται την εκφραστική
ικανότητα του αγιογράφου. Στα εικονογραφημένα χειρόγραφα η εξέλιξη της τέχνης ήταν παράλληλη με αυτή των τοιχογραφιών και των εικόνων μέχρι την ανακάλυψη της τυπογραφίας στον 15ο αιώνα. Την ίδια εποχή η πτώση της Πρωτεύσουσας στα χέρια των Τούρκων δημιουργούσε ένα τεράστιο κενό, γεγονός από το οποίο ουσιαστικά ποτέ δεν ανέκαμψε η τέχνη των μικρογραφημένων χειρογράφων. Αν και οι λειτουργικές ανάγκες και η καλλιτεχνική διάθεση διατήρησαν σε ζωή την υπόθεση των χειρογράφων, σιγά σιγά η δικόσμηση υποχωρούσε χάνοντας και την τελευταία ικμάδα της στον 18ο αιώνα σε αντίθεση με την ζωγραφική των τοίχων και των φορητών εικόνων που παρά την καλλιτεχνική πενία συνεχίζεται από καθαρή ανάγκη μέχρι σήμερα στο Άγιον Όρος.





ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Ξυγγόπουλος, Μανουήλ Πανσέληνος, Αθήναι 1956.
A. Ξυγγόπουλος, Σχεδίασμα ιστορίας της θρησκευτικής ζωγραφικής μετά την ΄Αλωσιν,
Αθήναι 1957.
Α. Ξυγγόπουλος, Μνημειακή ζωγραφική του Αγίου ΄Ορους, Νέα Εστία τ. 1285(1981)σσ. 86
100 και τ. 1286(1981)σσ. 153162.
Χ. ΠατρινέληςΑ. ΚαρακατσάνηΜ. Θεοχάρη, Μονή Σταυρονικήτα. Ιστορία, Εικόνες,
Χρυσοκεντήματα, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος 1974.
Σ. ΠελεκανίδηςΠ. ΧρήστουΧ. ΜαυροπούλουΤσιούμηΣ. Καδάς, Θησαυροί του Αγίου
Ορους, Εικονογραφημένα χειρόγραφα, τόμ. ΙΙV, Aθήνα 19731991
Μ. Χατζηδάκης, Ο Κρητικός ζωγράφος Θεοφάνης. Οι τοιχογραφίες της Ι. Μονής
Σταυρονικήτα, ΄Αγιον ΄Ορος 1986.
E. A. de Mendietta, Lʹ art au Mont Athos, Thessalonique 1977. G. Millet, Monuments de lʹ Athos, I., Les peintures, Paris 1927.
Ιωάννης Ταβλάκης

jesus



Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Follow by Email

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Γίνεται Μέλος στο Ιστολόγιο

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |