ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: ΛΘ ΄Η συκοφαντία είναι μεγάλη αμαρτία

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

ΛΘ ΄Η συκοφαντία είναι μεγάλη αμαρτία



Μικρός Ευεργετινός
Μοναχού Παύλου Ευεργετινού

ΛΘ. Η ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΑΜΑΡΤΙΑ. ΌΣΟΙ ΤΗΝ ΥΠΟΜΕΝΟΥΝ ΑΓΟΓΓΥΣΤΑ ΤΕΛΙΚΑ ΔΟΞΑΖΟΝΤΑΙ, ΕΝΩ ΟΙ ΣΥΚΟΦΑΝΤΕΣ ΤΙΜΩΡΟΥΝΤΑΙ ΣΥΧΝΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΖΩΗ.
Του Παλλαδίου

ΤΗΝ Καισαρεία της Παλαιστίνης ή παρθένα θυγατέρα ενός πρεσβυτέρου διακορεύτηκε (από κάποιον) και έμεινε έγκυος. Ό διακορευτής της την ορμήνεψε να συκοφαντήσει (σαν ένοχο) κάποιον αναγνώστη της πόλης, (πού λεγόταν Ευστάθιος). Καθώς λοιπόν ανακρινόταν από τον πατέρα της, κατηγόρησε τον αναγνώστη. Ό πρεσβύτερος ενημέρωσε τον επίσκοπο. και ο επίσκοπος, αφού συγκάλεσε το ιερατείο, έφερε στη μέση τον αναγνώστη και άρχισε να τον ρωτάει για το ζήτημα. Εγώ δεν έχω σχέση μ' αυτή την υπόθεση, αποκρίθηκε εκείνος. Ό επίσκοπος αγανάκτησε (με την άρνηση του) και του λέει αυστηρά: Δεν ομολογείς, άθλιε, την αμαρτία σου; Δεν μετανιώνεις; Εγώ, σε παρακαλώ, (δέσποτα), είπα την αλήθεια: Δεν έχω (καμιά) σχέση μ' αυτή την υπόθεση. Δεν είμαι ένοχος για την ανομία πού διαπράχθηκε σε βάρος εκείνης (της νέας). Αν όμως θέλετε να με ακούσετε να ομολογώ αυτό πού δεν έκανα, τότε το έχω κάνει! Όταν είπε αυτό, ο επίσκοπος τον καθήρεσε από το αξίωμα του αναγνώστη. Εκείνος τότε έπεσε στα πόδια του και παρακαλούσε: Αφού έτσι αποφάσισες, άγιε επίσκοπε, ότι δηλαδή, επειδή είπα πώς αμάρτησα, δεν είμαι άξιος κληρικός της αγιοσύνης σου, πρόσταξε να μου δοθεί από τώρα αυτή σαν γυναίκα μου. Ούτε εγώ πια είμαι κληρικός, ούτε εκείνη παρθένα.



 Ό επίσκοπος και ο πατέρας της, νομίζοντας κοντά στα άλλα ότι είχε ξετρελαθεί μαζί της και δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να την αποχωριστεί, του την έδωσαν για σύζυγο. Εκείνος αμέσως την οδήγησε σ' ένα γυναικείο μοναστήρι, και παρακάλεσε την ηγουμένη να την κρατήσει, ώσπου να γεννήσει. και Αφού την άφησε εκεί, αποσύρθηκε σε κάποιον ξερότοπο, κλείστηκε σ' ένα κελί και επιδόθηκε σε υπερβολικά σκληρή άσκηση. Με την καρδιά γεμάτη συντριβή, απευθύνθηκε στο Χριστό, λέγοντας Του με πολλά δάκρυα: Εσύ, Κύριε, πού είσαι ο καρδιογνώστης όλων, γνωρίζεις και τις δικές μου πράξεις, Αφού γνωρίζεις τα πάντα πριν γίνουν και κάθε ανθρώπου τη σκέψη. Εσύ είσαι ο γρήγορος εξεταστής των λογισμών. Εσύ είσαι ο βοηθός όσων αδικούνται και ο δίκαιος υπερασπιστής όσων συκοφαντούνται, γιατί δεν σου αρέσει καμιά αδικία. «Πάσα ροπή ζυγού δικαιοσύνη παρά σοι». (Παροιμ. 16:11). Από δω κι εμπρός λοιπόν, Κύριε, ανήκει στην αμερόληπτη και δίκαιη κρίση Σου ή φανέρωση της αλήθειας και ή αίσια έκβαση της υποθέσεως μου. Ενώ λοιπόν περνούσε τον καιρό του καρτερικά με τέτοιες προσευχές και με νηστείες, ήρθε ο καιρός να γεννήσει εκείνη ή ταλαίπωρη. και τότε ή δίκαιη κρίση του Θεού της φέρνει ξαφνικό και αβάσταχτο πόνο. Σκοτεινά οράματα και φοβερά βάσανα τυραννούσαν εφτά μέρες τη δύστυχη τούτη, μα το παιδί δεν έβγαινε από την κοιλιά της. και οι πόνοι γίνονταν όλο και περισσότερο πιο αφόρητοι. "Άρχισε λοιπόν με σπαραχτικές κραυγές να χτυπιέται και να φωνάζει: Αλίμονο μου της άθλιας! Κινδυνεύω να χαθώ, γιατί έπεσα σε δυο κακά, στην πορνεία και τη συκοφαντία! "Άλλος είναι πού με διακόρευσε, και τον αναγνώστη κατηγόρησα! Καθώς λοιπόν δεν μπορούσε πια ούτε να ζήσει ούτε να πεθάνει, μα ούτε και να γεννήσει, κι από τη άλλη πάλι ούτε οι αδελφές άντεχαν τις δυνατές κραυγές της, έτρεξαν γρήγορα και ήρθαν να πουν στον επίσκοπο τα καθέκαστα. και μολονότι έγινε δέηση στην εκκλησία άπ' όλους, οι προσευχές του αθώου την έκαναν άκαρπη. Σηκώθηκε τότε ο επίσκοπος και πήγε στο κελί, οπού ήταν κλεισμένος ο αναγνώστης. Στάθηκε μπροστά στην πόρτα του και χτυπούσε πολλή ώρα. Επειδή όμως εκείνος μήτε σημασία έδινε μήτε απαντούσε, πρόσταξε ο επίσκοπος να ξηλώσουν την πόρτα. Μπήκε λοιπόν μέσα και τον βρήκε πεσμένο καταγής. Αδελφέ αναγνώστη Ευστάθιε, του είπε σε τόνο απολογητικό, με τις προσευχές σου φανερώθηκε από την κρίση του Θεού ή συκοφαντία σε βάρος σου. Λυπήσου τώρα πια κι εσύ εκείνη πού σου έκανε το κακό, γιατί παραβασανίστηκε από τα δεινοπαθήματα, και απάλλαξε την από την αμαρτία της. Γιατί αυτά τα υποφέρει εξαιτίας των προσευχών σου. Παρακάλεσε λοιπόν το Θεό να τη λυτρώσει από τους ανυπόφορους πόνους της γέννας. Ό αναγνώστης έκανε μαζί με τον επίσκοπο εκτενή προσευχή. Χωρίς άλλη καθυστέρηση, εκείνη ή ταλαίπωρη ελευθερώθηκε από την αγωνία και γέννησε το παιδί. και τότε ικέτευε όλους να της συγχωρήσουν την ανομία πού έκανε σε βάρος του δικαίου. Από κει κι έπειτα θεωρούσαν όλοι τον αναγνώστη σαν μάρτυρα. Εκείνος πάλι, αφού εγκατέλειψε κάθε μέριμνα, έφτασε σε ύψη αγίας ζωής, αξιώθηκε μάλιστα να λάβει και πνευματικό χάρισμα. Από το βίο του αγίου Γρηγορίου του θαυματουργού Ο μέγας Γρηγόριος, αφού σπούδασε ολόκληρη την ελληνική σοφία και γνώρισε εμπειρικά πόσο αβάσιμες, αντιφατικές και αψήφιστες ήταν οι δοξασίες της, έγινε μαθητής του Ευαγγελίου του Χρίστου. και πριν ακόμη αναγεννηθεί με το βάπτισμα, έκανε τέτοια ζωή, ώστε καμιά κηλίδα αμαρτίας να μη φέρει στο (ιερό) λουτρό. Έμενε λοιπόν στην Αλεξάνδρεια, όπου μαζεύονταν όλοι όσοι είχαν ζήλο για τη φιλοσοφία και την ιατρική. και ή παρουσία του ήταν ενοχλητική στους συνομηλίκους του παρουσία ενός νέου στολισμένου με σωφροσύνη ανώτερη από των γερόντων , γιατί του αγνού ο έπαινος αποτελούσε ντροπή για τους αμαρτωλούς. Για να έχουν λοιπόν κάποια δικαιολογία οι ακόλαστοι και να μη φαίνονται ότι μόνο αυτοί είναι τέτοιοι (άνθρωποι), μηχανεύονται ένα τέχνασμα, για να ρίξουν λάσπη στη ζωή του μεγάλου (Γρηγορίου). και για να τον συκοφαντήσουν, παρουσιάζουν κάποια κοινή γυναίκα, από ένα παλιόσπιτο, γνωστή για την έξαχρείωσή της. Καθώς λοιπόν εκείνος συζητούσε με σεμνότητα, όπως συνήθιζε, για κάποιο φιλοσοφικό ζήτημα με τους λόγιους άνδρες (του τόπου), πλησιάζει ή (διεφθαρμένη εκείνη) γυναίκα κουνιστή και λυγιστή, δείχνοντας, με όλα όσα έλεγε και έκανε, πώς τον γνωρίζει τάχα καλά. "Ύστερα άρχισε να παραπονιέται, ότι δεν της δίνει όσα της χρωστάει, προσθέτοντας με αδιαντροπιά και τους λόγους, για τους οποίους δεν της πλήρωνε δήθεν την αμοιβή (της ακολασίας). "Όσοι γνώριζαν τη ζωή του αγίου, αγανάκτησαν και στράφηκαν οργισμένοι εναντίον της γυναίκας. Εκείνος, απεναντίας, ούτε ταράχθηκε, όπως αυτοί πού θύμωσαν για χάρη του, ούτε είπε τίποτα πού να δείχνει τη δυσφορία του, όπως θα 'ταν φυσικό, για τη συκοφαντία, ούτε κάλεσε κανένα μάρτυρα για το βίο του, ούτε με όρκο αρνήθηκε την κατηγορία, ούτε καυτηρίασε την κακία εκείνων πού έστησαν τη σκευωρία εναντίον του. Άλλα με ηρεμία και με φωνή κανονική στράφηκε σ' έναν από τους φίλους του και του είπε: Δώσε της τα χρήματα (πού ζητάει), για να μη μας ενοχλεί περισσότερο και να μην εμποδίζει τη συζήτηση πού κάνουμε. Ή πόρνη του είπε πόσα ζητούσε από τον άγιο, και αμέσως της τα μέτρησε όλα. "Έτσι πήρε τέλος ή επιβουλή των ακολάστων εναντίον του αγνού. Καθώς όμως εκείνη ή ξεδιάντροπη κρατούσε στα χέρια της τα κέρδη, τότε κιόλας έρχεται από το Θεό τόσο ή απόδειξη της αγνείας του νέου όσο και ο έλεγχος της συκοφαντίας των συνομηλίκων του. Τη στιγμή δηλαδή πού έπαιρνε στα χέρια τα χρήματα, (κυριεύθηκε από) δαιμονικό πνεύμα, (πού) την παραμόρφωσε. Έβγαλε ένα σπαραχτικό μουγκρητό θηρίου περισσότερο παρά ανθρώπου κι έπεσε στη γη μπρούμυτα, ανάμεσα στους συγκεντρωμένους. Την ίδια στιγμή οι παρόντες βρέθηκαν μπροστά σ' ένα φρικτό και φοβερό θέαμα: Ξερίζωνε και μαδούσε τα μαλλιά της με τα ίδια της τα χέρια, ενώ τα μάτια της είχαν γυρίσει ανάποδα κι από το στόμα της έβγαζε αφρούς! Το δαιμόνιο, (πού την είχε κυριέψει), δεν σταμάτησε να την καταπνίγει, ώσπου ο ίδιος ο μέγας εκείνος (Γρηγόριος) επικαλέστηκε το Θεό και Τον παρακάλεσε να τη λυπηθεί. Τέτοια ήταν τα περιστατικά των νεανικών χρόνων του θαυμαστού Γρηγορίου άξια προοίμια της κατοπινής βιωτής του. Από το Γεροντικό Ένας γέροντας διηγήθηκε, ότι στα χρόνια του μεγάλου Ισιδώρου, του πρεσβυτέρου της Σκήτης, ήταν εκεί κάποιος διάκονος (Παφνούτιος). Αυτόν, για τη μεγάλη του αρετή, (ο άββάς Ισίδωρος) θέλησε να τον κάνει ιερέα, σκοπεύοντας να τον αφήσει διάδοχο του μετά την κοίμηση του. Εκείνος όμως, από ευλάβεια, δεν δέχθηκε τη χειροτονία και παρέμεινε διάκονος. Κάποιος λοιπόν από τους γέροντες, παρακινημένος από τον εχθρό (διάβολο), τον φθόνησε. και καθώς όλοι ήταν στην εκκλησία για την ακολουθία, πήγε κι έκρυψε το βιβλίο του στο κελί του διακόνου. Ύστερα ήρθε στον άββά Ισίδωρο και του είπε: Κάποιος άπ' τους αδελφούς μου έκλεψε το βιβλίο. Κατάπληκτος ο άββάς Ισίδωρος αποκρίθηκε: Ποτέ δεν έχει γίνει τέτοιο πράγμα στη Σκήτη! Τότε ο γέροντας εκείνος, πού είχε κρύψει το βιβλίο, λέει στον πρεσβύτερο: Δώσε μου δυο πατέρες, για να κάνουμε έρευνα στα κελιά. Αφού λοιπόν πήγαν κι έψαξαν πρώτα στα κελιά των άλλων, ήρθαν υστέρα και στο κελί του διακόνου. και μόλις βρήκαν εκεί το βιβλίο, το έφεραν στον πρεσβύτερο, στην εκκλησία, και του ανακοίνωσαν που το βρήκαν. Ό διάκονος ήταν εκεί και το άκουσε. Βάζει αμέσως μετάνοια στον αββά Ισίδωρο, μπροστά σ' όλο το εκκλησίασμα, και του λέει: Αμάρτησα! Βάλε μου επιτίμιο. Του έβαλε πράγματι κανόνα να μην κοινωνήσει για τρεις εβδομάδες. Κάθε φορά λοιπόν πού ο αδελφός ερχόταν στη (λατρευτική) σύναξη, στεκόταν μπροστά στην εκκλησία κι έβαζε μετάνοια σε όλους τους ανθρώπους, λέγοντας: Συγχωρέστε με, γιατί αμάρτησα. Μετά από τρεις εβδομάδες έγινε δεκτός στη θεία κοινωνία. Αμέσως όμως δαιμονίστηκε ο γέροντας πού τον συκοφάντησε! Άρχισε τότε να κραυγάζει και να ομολογεί (την αμαρτία του), λέγοντας: Συκοφάντησα το δούλο του Θεού! Όλο το εκκλησίασμα έκανε προσευχή γι' αυτόν, αλλά δεν θεραπευόταν. Τότε ο μέγας Ισίδωρος (γυρίζοντας προς το διάκονο) του λέει, μπροστά σ' όλους τους αδελφούς: Προσευχήσου γι' αυτόν. Αφού εσύ συκοφαντήθηκες, δεν θα θεραπευθεί παρά μόνο με τη δική σου μεσολάβηση. Πράγματι, μόλις προσευχήθηκε, αμέσως ο γέροντας έγινε καλά. Στο ορός Σινά ζούσε, ανάμεσα στους άλλους πατέρες, και κάποιος πού λεγόταν Νίκων. "Όχι πολύ μακριά του κατοικούσε κάποιος Φαρανίτης, πού είχε μια κόρη. Ένας άνθρωπος λοιπόν, πού πήγε στο σπίτι του Φαρανίτη και βρήκε την κόρη του μονάχη, γιατί ο ίδιος έλειπε, τη διέφθειρε. Με τα τη συμβούλεψε να πει στον πατέρα της, ότι ο άββάς Νίκων της έκανε το κακό. Όταν γύρισε ο Φαρανίτης κι έμαθε τι είχε γίνει, άναψε άπ' την οργή και τη στενοχώρια. Άρπαξε το ξίφος του κι έτρεξε στο γέροντα. Στάθηκε έξω (από το κελί του) και χτύπησε (την πόρτα). Μόλις πρόβαλε ο γέροντας, ο Φαρανίτης άπλωσε το χέρι για να τον χτυπήσει με το ξίφος. Μα παρευθύς το χέρι του ξεράθηκε! Έτσι, μην μπορώντας πια να σκοτώσει το γέροντα, πήγε και τον κατήγγειλε στους πρεσβυτέρους, πού αμέσως έστειλαν και κάλεσαν το γέροντα. Όταν ήρθε, του επέβαλαν πολλές σωματικές τιμωρίες, και μετά αποφάσισαν να τον διώξουν. Μα εκείνος τους παρακαλούσε: Αφήστε με εδώ, για το θεό, να μετανοήσω! και τότε τον απομάκρυναν για τρία χρόνια από την εκκλησία και τη μετάληψη των θείων Δώρων, δίνοντας εντολή να μην τον πλησιάσει κανείς (σ' όλο αυτό το διάστημα). , Έτσι πέρασε τρία χρόνια, μένοντας κάθε Κυριακή γονατιστός στην είσοδο της εκκλησίας και παρακαλώντας όλους: Κάντε προσευχή για μένα! Ύστερα όμως (άπ' αυτόν τον κανόνα του άββά Νίκωνα), δαιμονίστηκε εκείνος πού έκανε την αμαρτία και συκοφάντησε το γέροντα. και καθώς τον τυραννούσε ο δαίμονας, ομολόγησε στην εκκλησία (την αλήθεια). Τίποτα δεν ξέρει ο δούλος του Θεού, είπε. Εγώ έκανα την αμαρτία, και έβαλα (την κόρη) να συκοφαντήσει αυτόν! Το εκκλησίασμα, μόλις το άκουσε, κίνησε σύσσωμο για το γέροντα, πού ησύχαζε στο κελί του. Του έβαλαν μετάνοια και του είπαν: Συγχώρεσέ μας, αββά. Κι εκείνος τους αποκρίθηκε: Ό Θεός να σας συγχωρέσει! Εγώ όμως δεν μένω πια μαζί σας, γιατί δεν βρέθηκε ούτε ένας (ανάμεσα σας) με διάκριση, για να μου δείξει κάποια συμπάθεια. και αμέσως ο γέροντας αναχώρησε από κει. Νομίζω πάντως ότι ο γέροντας δεν έφυγε μόνο γι' αυτό πού τους είπε, καυτηριάζοντας τη σκληρότητα και την αδιακρισία τους και παρακινώντας τους έτσι σε διόρθωση, αλλά και για ν' αποφύγει την τιμή και τον έπαινο τους. Γιατί θα τον τιμούσαν βέβαια από τότε κι έπειτα, γνωρίζοντας πια τη μεγάλη του αρετή και την πνευματική ανδρεία και γενναιοφροσύνη του. Του αγίου Μαξίμου Όταν δουν οι δαίμονες ότι καταφρονούμε τα πράγματα του κόσμου, με σκοπό να μη μισήσουμε για χάρη τους τους ανθρώπους και ξεπέσουμε έτσι από την αγάπη, τότε ξεσηκώνουν εναντίον μας συκοφαντίες, για να μισήσουμε τους συκοφάντες, μην υποφέροντας τη λύπη. Δεν υπάρχει βαρύτερος πόνος από τη συκοφαντία, είτε στην πίστη του είτε στη διαγωγή του συκοφαντείται κάποιος. και κανείς δεν μπορεί να μείνει αδιάφορος μπροστά στη συκοφαντία, παρά μόνο οποίος στρέφει το βλέμμα του στο Θεό, όπως ή Σωσάννα (Δαν. Σωσ.: 35, 60, 62). Μόνο Εκείνος μπορεί να μας λυτρώσει από τις δύσκολες περιστάσεις, όπως έκανε και στην περίπτωση της Σωσάννας, και να φανερώσει στους ανθρώπους την αλήθεια και να παρηγορήσει την ψυχή με την ελπίδα. Όσο εσύ προσεύχεσαι με την ψυχή σου για χάρη εκείνου πού σε συκοφάντησε, τόσο και ο Θεός πληροφορεί (για την αθωότητα σου) όσους σκανδαλίστηκαν (λόγω της συκοφαντίας). Του αγίου Έφραίμ Αν σου συμβεί να συκοφαντηθείς, και μετά αποκαλυφθεί ή καθαρότητα της συνειδήσεως σου, να μην υψηλοφρονήσεις, αλλά να υπηρετείς με ταπεινοφροσύνη τον Κύριο, πού σε λύτρωσε από συκοφαντίες ανθρώπων (Ψαλμ. 118:134), για να μην καταντήσεις «πτώμα έξαίσιον» (Ιώβ 20:5).


Μ. ΠΩΣ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΙΛΑΜΕ Η ΝΑ ΚΡΑΤΑΜΕ ΤΗ ΣΙΩΠΗ. Η ΑΡΓΟΛΟΓΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΜΑΡΤΙΑ.
Από το Γεροντικό

ΕΝΑΣ γέροντας είπε: Υπάρχει άνθρωπος πού νομίζει ότι σωπαίνει, μα ή καρδιά του κατακρίνει τους άλλους. Αυτός πάντοτε μιλάει. Και υπάρχει άλλος πού μιλάει άπ' το πρωί ως το βράδυ, μα φυλάει τη σιωπή, γιατί δεν λέει τίποτα πού να μην είναι ωφέλιμο. Ρώτησαν ένα γέροντα: Ποια είναι ή σημασία του ρητού, «πάν ρήμα άργόν ο εάν λαλήσωσιν οι άνθρωποι, άποδώσουσι περί αυτόν λόγον» (Ματθ. 12: 36); Και αποκρίθηκε: Κάθε λόγος πού αναφέρεται σε υλικά πράγματα, εκτός από τα απαραίτητα, είναι αργολογίας. Μόνο ή ομιλία για σωτηρία "ψυχής δεν είναι αργολογία. Ωστόσο, και σ' αύτη την περίπτωση, είναι καλύτερο ν' αποφεύγει κανείς τα πολλά λόγια. Γιατί καθώς μιλάς για το καλό, έρχεται και το κακό. Πήγε κάποιος αδελφός σ' ένα γέροντα και του λέει: Αββά, πες μου μια συμβουλή για τη σωτηρία μου. Αν επισκεφθείς κάποιον, του απάντησε εκείνος, μη βιαστείς να μιλήσεις, πριν σκεφτείς καλά (αυτά πού πρόκειται να πεις). Ό αδελφός κατανύχθηκε από τη συμβουλή και του έβαλε μετάνοια, λέγοντας: Πραγματικά, πολλά βιβλία διάβασα, αλλά τέτοια σοφία πουθενά δεν συνάντησα. Και έφυγε ωφελημένος. Ό άββάς Ησαΐας είπε: Σοφία δεν είναι το να μιλήσεις. Σοφία είναι το να γνωρίζεις πότε πρέπει να μιλήσεις και τι να πεις. Κι αν έχεις γνώση, δείξε πώς δεν γνωρίζεις τίποτα, για να ξεφύγεις από πολλούς κόπους· γιατί εκείνος πού εμφανίζεται σαν γνωστικός, φορτώνει τον εαυτό του με κόπους. Να μην καυχιέσαι για τις γνώσεις σου, γιατί (στην πραγματικότητα) κανείς δεν γνωρίζει τίποτα. Ό άββάς Ποιμήν είπε: Αν ο άνθρωπος θυμηθεί το ρητό πού είναι γραμμένο (στο Ευαγγέλιο), «εκ των λόγων σον δικαίωθήση και εκ των λόγων σου καταδικασθήση» (Ματθ. 12:37), θα προτιμήσει μάλλον τη σιωπή. Ό ίδιος (άββάς) είπε: Ένας αδελφός ρώτησε τον άββά Παμβώ, αν είναι καλό να επαινούμε τον πλησίον. Και του είπε: Καλύτερα είναι να σωπαίνουμε". Ό άββάς Σισώης είπε: Έχω τριάντα χρόνια τώρα, πού δεν παρακαλώ το Θεό για αμαρτία, δηλαδή για οποιαδήποτε άλλη, παρά για τούτο μόνο προσεύχομαι: "Κύριε Ιησού", λέω, "φύλαξε με από τη γλώσσα μου". Και όμως, μέχρι σήμερα, καθημερινά πέφτω και αμαρτάνω με τη γλώσσα. Του αγίου Έφραίμ Εκείνος πού λέει πολλά λόγια, (όταν βρίσκεται) ανάμεσα σε αδελφούς, θα προκαλέσει πολλές φιλονικίες και πολλή αντιπάθεια εναντίον του. "Αν όμως δύσκολα ανοίγει τα χείλη του, θα γίνει αγαπητός. Αδελφέ, όταν ο αθλητής αγωνίζεται, κρατάει σφιχτό το στόμα του. Σφίγγε κι εσύ το στόμα σου, (συγκρατώντας το) από τα περιττά (λόγια), και θα έχεις (ψυχική) ανάπαυση. Όποιος λέει πολλά λόγια, γίνεται αντιπαθητικός. "Όποιος όμως προσέχει το στόμα του, γίνεται αγαπητός. Όποιος φυλάει το στόμα του, φυλάει Και την ψυχή του. Απεναντίας, ο αυθάδης αυτοκαταστρέφεται ή (πάντως) «εγγίζει συντριβή», όπως είναι κάπου γραμμένο (Παροιμ. 10:14). Ό κήπος πού δεν έχει φράχτη, ποδοπατιέται Και ερημώνεται. Κι αυτός πού δεν φράζει το στόμα του, χάνει τους (πνευματικούς) καρπούς του. Άντιόχου του Πανδέκτη Σ όλες τις περιστάσεις μας συμφέρει ή σιωπή. "Αν πάλι ρωτήσει κανείς, γιατί ο Παύλος «παρέτεινε τον λόγον μέχρι μεσονυκτίου» (Πράξ. 20:7), θα μπορούσαμε να του απαντήσουμε: Πρώταπρώτα, επειδή έμελλε να φύγει. Κι έπειτα, επειδή (οι ακροατές του) ήταν νεοκατήχητοι. Το κήρυγμα δηλαδή βρισκόταν τότε ακόμα στην αρχή του, Και γι' αυτό είχαν ανάγκη από πιο πολλή στήριξη. Πέρα άπ' αυτά όμως, ο Παύλος ήταν γεμάτος από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, κι έτσι δεν μιλούσε εκείνος, αλλά το Πνεύμα με το στόμα εκείνου, καθώς Και ο ίδιος λέει: «...δοκιμήν ζητείτε του εν εμοι λαλούντος Χρίστου...» (Β' Κορινθίους 13:3). Οι, πνευματοφόροι λοιπόν δεν μιλάνε οπότε θέλουν αυτοί, μα όταν τους παρακινεί το Άγιο Πνεύμα, πού κατοικεί μέσα τους. Και αν κάποτε πουν πολλά, δεν βλάπτονται καθόλου, γιατί έχουν τη χάρη του Πνεύματος, πού τους φωτίζει και διατηρεί το νου τους αθόλωτο. Ωστόσο Και γι' αυτούς είναι μάλλον πιο ωφέλιμη ή σιωπή, πού επιβάλλεται στη συγκεκριμένη ώρα από τις περιστάσεις. Όσο για τα γνωρίσματα εκείνου πού έχει μέσα του το Άγιο Πνεύμα, είναι ή πραότητα, ή ήσυχαστικότητα, ή ταπεινοφροσύνη, συνδυασμένη με πολλή σοφία Και (πνευματική) γνώση, ή έλλειψη επιθυμίας για κάθε ηδονή και δόξα του κόσμου τούτου, καθώς Και ή ακόρεστη επιθυμία για τα επουράνια. Του αγίου Διαδόχου Όπως όταν ανοίγονται συνεχώς Οι πόρτες των λουτρών, διώχνουν γρήγορα την εσωτερική θερμότητα προς τα έξω, έτσι Και ή ψυχή, όταν θέλει να λέει πολλά, ακόμα Και καλά, διασκορπίζει την περισυλλογή της από τη φωνητική πύλη (δηλαδή το στόμα). Γι' αυτό στερείται τα θεμελιώδη (πνευματικά) νοήματα και γίνεται ενοχλητική, μιλώντας στους τυχόντες για τους ανόητους λογισμούς της, καθώς δεν έχει πια το Άγιο Πνεύμα, πού της διατηρεί το νου χωρίς φαντασίες. Γιατί το αγαθό (Πνεύμα) αποφεύγει την πολυλογία, πού προξενεί κάθε ταραχή και φαντασία. Καλή είναι λοιπόν ή σιωπή, πού γίνεται στον κατάλληλο καιρό, γιατί δεν είναι τίποτ' άλλο παρά μητέρα πολύ σοφών νοημάτων. Του αγίου Μαξίμου Εκείνος πού υποκρίνεται σιωπή για να πράξει κάτι κακό, μηχανεύεται απάτη κατά του πλησίον. Αν αποτύχει σ' αυτήν, φεύγει, προσθέτοντας στο πάθος του οδύνη (για την αποτυχία του). Αντίθετα, εκείνος πού σωπαίνει για να ωφελήσει, αυξάνει τη φιλία Και φεύγει με χαρά, γιατί έλαβε φωτισμό πού διώχνει το σκοτάδι. Εκείνος πού σε μια συγκέντρωση διακόπτει με αυθάδεια την ακρόαση των λόγων, δεν κρύβει ότι πάσχει από φιλοδοξία. Και, υποδουλωμένος σ' αυτήν, παρουσιάζει μύριους λόγους και προτάσεις, θέλοντας να διασπάσει τον ειρμό των λεγομένων (από τους άλλους). Του αββα Ισαάκ Αν φυλάξεις τη γλώσσα σου, θα λάβεις από το Θεό τη χάρη της καρδιακής κατανύξεως, μέσα στην οποία θ' αντικρίσεις την ψυχή σου· δηλαδή θα λάβεις το φωτισμό του νου και θα γεμίσεις με τη χαρά του Πνεύματος. "Αν όμως σε νικά ή γλώσσα σου, ποτέ δεν θα μπορέσεις να βγεις από το σκοτάδι (του νου). "Αν δεν έχεις καθαρή καρδιά, έχε τουλάχιστον καθαρό στόμα, όπως είπε κάποιος άγιος.


ΜΑ. Ο ΟΡΚΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΜΑΡΤΙΑ. ΠΟΛΥ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ Η ΕΠΙΟΡΚΙΑ ΠΟΥ ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΑ ΤΙΜΩΡΕΙΤΕ. ΑΝ ΔΩΣΟΥΜΕ ΕΠΙΠΟΛΑΙΟ ΟΡΚΟ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΣΑΝ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΕΝΤΟΛΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΝΑ ΤΟΝ ΑΝΑΚΑΛΟΥΜΕ.

Από το Βίο του αγίου Ευθυμίου

ΕΝΑΣ άνθρωπος, πού λεγόταν Κυριάκος και καταγόταν από την κωμόπολη Φαράν, ήταν βοσκός προβάτων και έβοσκε το κοπάδι του στις ερημικές εκείνες περιοχές. Κάποιος άλλος, φτωχός κι αυτός, από την ίδια κωμόπολη, του εμπιστεύθηκε δέκα πρόβατα ακόμα, για να τα βόσκει κι αυτά μαζί με τα δικά του. Πέρασε κάποιο χρονικό διάστημα, και ο φτωχός βρέθηκε σε μια μεγάλη ανάγκη. Επειδή λοιπόν δεν είχε τίποτ' άλλο, ο νους του πήγε αμέσως στο μικρό του κοπάδι. Αποφάσισε βιαστικά να το πουλήσει, γιατί τον έσφιγγε ή ανάγκη. Επειδή όμως, όπως φαίνεται, ο Κυριάκος ήταν (άνθρωπος) με μοχθηρή καρδιά και δεν έβαζε την αλήθεια πιο πάνω κι από το παραμικρότερο κέρδος, του έδωσε πίσω τα οχτώ μονάχα (από τα δέκα πρόβατα), επιμένοντας ότι από την αρχή τόσα του είχε δώσει. Και όσο εκείνος απαιτούσε και τα` αλλά δυο τόσο ο Κυριακός αρνιόταν κατηγορηματικά, ώσπου η διαφωνία τους έφτασε σε φιλονικία και σ` έντονη διαμάχη. Τότε μπήκαν στη μέση μερικοί για να τους συμβιβάσουν, και πρότειναν να ορκιστεί κάποιος από τους δύο, ώστε να σταματήσει έτσι αυτός ο διαπληκτισμός. Ό Κυριάκος λοιπόν φάνηκε πρόθυμος να ορκιστεί. Τότε ο φτωχός ζήτησε να δώσει τον όρκο μπροστά στη λάρνακα του λειψάνου του μεγάλου Ευθυμίου. Ορίστηκε κιόλας ή μέρα (της ορκωμοσίας). Τη μέρα εκείνη ο Κυριάκος κατέβαινε μαζί με τον φτωχό προς το μοναστήρι, (οπού ήταν το τίμιο λείψανο του αγίου Ευθυμίου), με πρόθεση (να ορκιστεί) ή, σωστότερα, να επιορκήσει. .  Αφού πέρασαν περπατώντας το δρόμο πού οδηγεί από τα Ιεροσόλυμα στην Ιεριχώ και έβλεπαν πια το μοναστήρι, ο φτωχός, διαπιστώνοντας πώς ο Κυριάκος ήταν πέρα για πέρα αποφασισμένος να επιορκήσει και πώς είχε τον όρκο στην άκρη, θα λέγαμε, της γλώσσας του, φοβήθηκε, σαν να έμελλε να ορκιστεί ή να επιορκήσει ο ίδιος. "Έλα, του λέει τότε, ας γυρίσουμε πίσω, αδελφέ. Ή απόφαση σου και μόνο να ορκιστείς, μου είναι αρκετή για να σε πιστέψω. Δεν χρειάζεται λοιπόν να κάνεις τίποτα περισσότερο. , Αυτό του είπε, και τον παρακαλούσε να μην ορκιστεί. Αυτός όμως δεν τον άκουγε. Απεναντίας, νόμιζε ότι δεν θα έκανε τίποτε, αν δεν πραγματοποιούσε την επιορκία. Αφού λοιπόν μπήκε στο μοναστήρι αποτόλμησε τη φοβερή εκείνη πράξη μπροστά στη λειψανοθήκη, δηλαδή πραγματοποίησε την επιορκία. Και σαν (ανόητος και) «άφρων» πού πραγματικά ήταν «είπε εν καρδία αυτόν ουκ εστί Θεός» (Ψαλμ. 13:1). "Η μάλλον, επειδή αυτός ξέχασε το Θεό, νόμιζε ότι κι Εκείνος θα τον ξεχάσει. "Έτσι, γύρισε τότε στο σπίτι του ανόητα ευχαριστημένος, σαν οπαδός του Έρμη, από το κέρδος της επιορκίας. Την άλλη νύχτα όμως, γύρω στα μεσάνυχτα, καθώς ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του αλλά ξύπνιος ακόμα, του φάνηκε πώς ή πόρτα του σπιτιού άνοιξε μόνη της, και πώς μπήκε μέσα κάποιος ηλικιωμένος μοναχός με πέντε νεώτερους. Στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα ραβδί. Το σπίτι το πλημμύρισε με άπλετο φως, αλλά στον ίδιο είπε με αυστηρή φωνή και βλέμμα άγριο: Τι ήταν αυτό πού τόλμησες, αθεόφοβε, (να κάνεις) μπροστά στη λάρνακα του Ευθυμίου; Ό Κυριάκος είχε μείνει τελείως άφωνος και δεν μπορούσε τίποτα να βρει για ν' απολογηθεί. Γι' αυτό (ο γέροντας μοναχός) τον παρέδωσε αμέσως στους συνοδούς του και τους πρόσταξε να τον τιμωρήσουν. Αφού οι τέσσερις τον τέντωσαν, έδωσε στον πέμπτο το ραβδί του με τη διαταγή να τον χτυπάει δυνατά, για (να μάθει) να μην καταφρονεί το Θεό ούτε να δίνει ψεύτικους όρκους ούτε να ιδιοποιείται τα ξένα πράγματα. Όταν (ο γέροντας) έκρινε πώς (ο Κυριάκος) είχε φάει αρκετό ξύλο, τον άρπαξε άπ' τα μαλλιά, Αφού πρώτα κράτησε το χέρι του νέου (πού τον έδερνε). Δεν κατάλαβες ακόμη, ασεβέστατε, πώς υπάρχει Θεός, πού τιμωρεί τέτοιες πράξεις στη γη; Να, «ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σον άπαιτούσιν από σον» (Λουκ. 12:20). Αυτά λοιπόν πού άτιμα στέρησες (από το φτωχό), σε ποιόν θα μείνουν; Γι' αυτό σου επέβαλα και τούτη την τιμωρία, για να μπορέσουν χάρη σ' αυτήν οι άλλοι (πού θα την πληροφορηθούν) να γίνουν καλύτεροι, κι έτσι ν' αποφεύγουν τον κίνδυνο της επιορκίας ή μάλλον να μην ορκίζονται καθόλου, έστω κι αν σκοπεύουν να πουν την αλήθεια. Αφού είπε αυτά και φοβέρισε τον Κυριάκο (ο γέροντας), έφυγε αμέσως βιαστικά μαζί με τους συνοδούς του. Ό Κυριάκος πάλι, κατατρομαγμένος από το δράμα αλλά και μην μπορώντας να υποφέρει τους πόνους από τα χτυπήματα, άρχισε να φωνάζει δυνατά και να ζητάει βοήθεια από τους δικούς του. (Μόλις έτρεξαν κοντά του), τους έδειχνε (τα σημάδια από) τα χτυπήματα, ομολογούσε με συντριβή την επιορκία του και τους εξηγούσε με θρήνους τη συμφορά (πού τον είχε βρει). Έπειτα τους παρακαλούσε να τον μεταφέρουν μπροστά στη λειψανοθήκη του αγίου, γιατί, όπως έλεγε, αυτός πού του έδωσε τα ανυπόφορα τούτα χτυπήματα, θα μπορούσε ευκολότερα και να τον γιατρέψει, σαν μαθητής Εκείνου πού από τη φύση Του περισσότερο ευεργετεί παρά τιμωρεί, Αφού μάλιστα και των γιατρών τα μέσα και τα χέρια δεν μπορούν να κάνουν πολλά σε τόσο φρικτούς πόνους. Οι δικοί του λοιπόν, όταν τ' άκουσαν αυτά και είδαν υστέρα πόσο βαριά πληγωμένος ήταν, φοβήθηκαν κι εκείνοι πολύ. Ικανοποιώντας όμως την επιθυμία του, σοφίστηκαν να τον μεταφέρουν με τον έξης τρόπο: Γέμισαν δυο σακιά με άχυρα και τα έδεσαν καλά στις πλευρές ενός γαϊδουριού. Μετά τον έβαλαν εκεί ανάμεσα, και τον έφεραν έτσι στο μοναστήρι, μπροστά στη λειψανοθήκη. Αυτοί (πού τον μετέφεραν) μας διηγήθηκαν και όλα όσα τον αφορούσαν, δείχνοντας μας και τις πληγές πού είχε στην πλάτη. και τόσο πολύ φόβο προκάλεσαν στους αδελφούς (της μονής), ώστε από τότε δεν άφηναν πια κανέναν να ορκίζεται μπροστά στη λάρνακα του αγίου, ούτε και νόμιζαν σωστό να επιβάλλουν όρκο σε άλλον. Εκείνοι λοιπόν έμειναν τότε μαζί μας όλη την ημέρα. Καθώς όμως έβλεπαν ότι ο Κυριάκος έχανε κι αυτές τις λίγες και αμυδρές ελπίδες (πού είχε) να ζήσει και πλησίαζε στο θάνατο, αφού ή κοιλιά του είχε ήδη ανοίξει και το στόμα του ούτε για λίγο δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον εμετό, τον σήκωσαν πάλι και τον έφεραν στο σπίτι. Έζησε μόνο εκείνη τη νύχτα. Την άλλη μέρα πέθανε. Του αββα Ζωσιμά Όταν κάποτε πήγα στην "Αγία Πόλη, (την Ιερουσαλήμ), με πλησίασε κάποιος ευσεβής και μου λέει: Αββά, μένω μαζί με τον αδελφό μου, και από δαιμονική ενέργεια δημιουργήθηκε ανάμεσα μας κάποια εχθρότητα. Εγώ τώρα έχω μετανοήσει, εκείνος όμως δεν θέλει να συμφιλιωθούμε. Σε παρακαλώ λοιπόν, για τον Κύριο, μίλησε του για να μονοιάσουμε. Μόλις τ' άκουσα, κάλεσα χωρίς καθυστέρηση τον αδελφό του και του είπα όσα συντελούν στην αγάπη και την ομόνοια. Εκείνος στην αρχή φάνηκε να πείθεται. Ύστερα όμως, αφού συλλογίστηκε, μου λέει: Δεν μπορώ να συμφιλιωθώ μ' αυτόν, γιατί ορκίστηκα στο Σταυρό να μην τα φτιάξω ποτέ μαζί του! Χαμογέλασα τότε συγκρατημένα και του είπα: Μεγάλη δύναμη έχει ο όρκος σου, αδελφέ! Σαν να είπες δηλαδή: "Μα τον τίμιο Σταυρό Σου, Χριστέ, δεν θα φυλάξω τις εντολές Σου, αλλά θα κάνω το θέλημα του εχθρού Σου, του διαβόλου!". και όμως, αδελφέ, όχι μόνο δεν έχεις υποχρέωση να τηρήσεις εκείνο, για το όποιο κακώς ορκίστηκες, άλλ' απεναντίας, και να μετανοείς πρέπει και να λυπάσαι γι' αυτό και να καταδικάζεις τη θρασύτητα σου, για να μη σε παγιδέψει άλλη φορά. Γιατί κι ο Ηρώδης, αν μετανοούσε και δεν τηρούσε τον όρκο του, δεν θα έκανε τον τόσο φοβερό εκείνο φόνο, αποκεφαλίζοντας τον Πρόδρομο του Χριστοί] (Ματθ. 14:112). Μ' αυτά τα λόγια ήρθε σε κατάνυξη κι έβαλε μετάνοια στον αδελφό του και σε μένα. "Έτσι, με τη χάρη του Θεού, συμφιλιώθηκαν και πάλι.

Εισαγωγή και δημοσίευση κειμένων απο το Βιβλίο:

ΜΙΚΡΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ

Επιλογή και νεοελληνική απόδοση κειμένων «πάνυ ωφέλιμων μοναχοίς τε και κοσμικοίς» από τη
ΣΥΝΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΘΕΟΦΘΟΓΓΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΩΝ ΤΩΝ ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
του μοναχού Παύλου Ευεργετινού ( 1054)
ΕΚΔΟΣΗ ΤΡΙΤΗ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2001

Επίτρέπεται η αναδημοσίευση κειμένων στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο με αναφορά πηγής το
Ιστολόγιο
ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

http://www.alavastron.net/






Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Follow by Email

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Γίνεται Μέλος στο Ιστολόγιο

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |