ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Σχέσις Ταπεινώσεως πρός άλλας Αρετάς

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Σχέσις Ταπεινώσεως πρός άλλας Αρετάς


 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'


ΣΧΕΣΙΣ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΕΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑΣ ΑΛΛΑΣ ΑΡΕΤΑΣ


ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑΝ ΓΡΑΦΗΝ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 
Γενικά

«Τό θεμέλιον τής πνευματικής ζωής είναι ή ταπεινοφροσύνη. Και αν άκόμη ποίησης μυρίας έλεημοσύνας και εύχάς και νηστείας, αν δεν προΰπάρχη ταπείνωσις, όλα είναι μάταια. 'Ομοιάζουν με τό οικοδόμημα τό όποιον κτίζεται επί τής άμμου. Τολμώ δε να εΐπω, ότι  καί ή σωφροσύνη καί ή παρθενία καί ή άφιλαργυρία είναι βδελυρά καί άκάθαρτα, όταν άπουσιάζη ή ταπεινοφροσύνη» (ιερός Χρυσόστομος). Ό α' ψαλμός λέγει ποιος είναι ό μακάριος άνθρωπος. Εις τον στίχον 3 παρομοιάζει αύτόν ώς θαλερόν δένδρον πεφυτευμένον πλησίον άφθονων δροσερών ύδάτων καί διά τούτο κατάκαρπον, καταπράσινον καί άειθαλές «καί τό ψύλλον αύτοΰ ούκ άπορρυήσεται» (= δεν θά πέσουν τά φύλλα αύτοΰ). Ύπό τό ψύλλον ό Ζιγαβηνός ένεΐδε την τάς άρετάς σκέπουσαν καί συντηρούσαν ταπεινοφροσύνην. (Κ. Καλλινίκου ύπόμν. εις Ιερόν Ψαλτήρα).
Ήρώτησαν ποτέ τον ιερόν Αύγουστΐνον:
        Τί είναι τό πρώτον εις την θρησκείαν;
        Ή ταπείνωσις, άπεκρίθη.
        Καί δεύτερον;
127
        Ή ταπείνωσις, έπανέλαβε.
        Και τρίτον;
        Ή ταπείνωσις'.
Ό όσιος Ισαάκ ό Σΰρος λέγει περί τής σχέσεως τής ταπεινώσεως προς τάς άλλας άρετάς τα εξής: «Τά έργα χωρίς αύτής άνωφελή είσι» «καθάπερ άλας τή τροφή, ούτως ή ταπείνωσις πάση άρετή». «Χωρίς ταύτης, πάντα τά έργα ημών μάταια είσί, καί πάσαι αί άρεταί καί πάσαι αί έργασίαι. Λοιπόν την άλλοίωσιν τής διανοίας θέλει ό Θεός» (εκ Φιλοκ. 105-66).

«Μη έπαίρου (= μη ύπερηφανεύεσαι) όταν πράττης την άρετήν, μήποτε τό ναυάγιον έν τώ λιμένι γένηται» ("Οσιος Νείλος). Ό σοφός καί πολυγραφώτατος άγιος Νικόδημος ό 'Αγιορείτης λέγει Ήμπορεΐ μόνος του ό χριστιανός ν’ άποκτήση όλας τάς χριστιανικάς άρετάς; ’Όχι. Χρειάζεται φωτισμός καί πλούσια Χάρις Θεοϋ. Υποδεικνύει δε την χριστιανικήν μελέτην, την προσευχήν, την έξομολόγησιν καί την θείαν κοινωνίαν ώς ισχυρά πνευματικά δπλα. Δι’ αύτών ό Χριστιανός λαμβάνει θείαν χάριν. Καί προσθέτει Ή Χάρις όμως τοΰ Θεού κατασκηνώνει πλούσια μόνον είς τάς ψυχάς τών ταπεινών. Δι’ αύτό «ή ταπεινή γνώσις τοΰ έαυτοΰ μας, πρέπει νά τιμάται περισσότερον άπό τό ύψος όλων τών επιστημών».

1 [1. Μήπως δέν έγνώριζεν ό άγιος πατήρ, ποια είναι ή πρώτη και μεγάλη έντολή; Ίδέ άπάντησιν εις την § Σχέσις Ταπεινώσεως προς την ’Αγάπην (Κεφ. ς').]
Κατά τον άγιον Νεκτάριον (Αίγίνης) «ή περί τάς προσευχάς καί τάς νηστείας περιοριζομένη ένασχόλησις άνευ τής μελέτης ύμών αύτών δεν είναι επιμέλεια ψυχής ούδέ έπιφέρει ή έργασία αυτή μόνη τούς ποθουμένους καρπούς ή νηστεία, ή άγρυπνία καί ή προσευχή

είναι τά μέσα προς έπίτευξιν τοϋ σκοποϋ και όχι ό σκοπός... Πολλοί νηστευταί και έργάται τών σωματικών άσκήσεων λαβόντες ώς σκοπόν τά μέσα και περί ταϋτα μόνον τον βίον άνύσαντες, έγκατέλιπον τον σκοπόν καί, φοβερόν είπεΐν, άπέτυχον του σκοποϋ και έκοπίασαν μάτην. Άγωνισθήτε, ί'να έκβάλητε τά πάθη τής ψυχής· καθαρίσατε την καρδίαν τηρήσατε αύτήν άγνήν... περί ταϋτα στραφήτω ή φροντίς ύμών, περί ταϋτα άπασα ή άσχολία ύμών γινέσθω... Ζητείτε καθ’ έκάστην τον Κύριον, αλλά εν τή καρδία σας καί ούχί έκτος αύτής... άλλ’ ϊνα εΰρητε τον Κύριον ταπεινωθήτε μέχρις έδάφους ενώπιον Κυρίου, διότι ό Κύριος βδελύσσεται τούς ύψηλοκαρδίους, αγαπά δε καί έπισκέπτεται τούς ταπεινούς την καρδίαν, διό καί λέγει· «προς τίνα έπιβλέψω, ή επί τον πράον καί ταπεινόν την καρδίαν;» έργον ύμών έστω ή έρευνα τής καρδίας ύμών, μη έν αύτή έμφωλεύει, ώς όφις ιοβόλος, ή ύπερηφανία, ή πολύτοκος αϋτη κακία, ή τώ ΐώ αύτής πάσαν αρετήν δηλητηριάζουσα καί άπονεκροΰσα.

Περί ταύτης τής έωσφορικής κακίας δύναμαι νά εΐπω, ότι  πρέπει νά στραφή άπασα ή φροντίς ύμών καί ταύτης τήν έρευναν ήμερινόν καί νυκτερινόν ποιήσασθε έργον άδιάλειπτον, διότι πανταχοΰ έμφωλεύει ώς όφις καί πάντα δηλητηριάζει εάν τολμήσω νά εΐπω ότι  μελέτη έαυτοϋ καί έρευνα τής καρδίας είναι ή έν πάσιν άναζήτησις τής ύπερηφανίας καί τών έκγόνων τής κοιλίας αύτής καί ή ταύτης καταδίωξις, φρονώ ότι  έσομαι έν τή άληθεία. Διότι, έάν άπαλλαγώμεν ταύτης καί άντ’ αύτής κτησώμεθα τήν ταπεινοφροσύνην καί ταύτην ένθρονίσωμεν έν τή καρδία ήμών, έχομεν τό παν διότι άφοϋ ή ταπείνωσις είναι ύψοποιός, έπεται ότι  φέρει μεθ’ έαυτής άπαντα τον χορόν τών αρετών διότι έάν έν τη ταπεινώσει μή εϊποντο απασαι αί άρεται ούκ αν ην ή ταπείνωσις ύψοποιός, διότι ό δλος χορός τών άρετών ύψοΐ και ούχί τινές εξ αύτών... 'Όπου αληθής κατά Χριστόν ταπείνωσις εκεί και απασαι αί άρεταί. Ταύτην λοιπόν έκζητήσατε... όπως ύψωθήτε από γης προς ούρανόν άνευ ταύτης τά εκγονα τής ύπερηφανίας μετ’ αύτής δολίως και κρυφίως συνεργαζόμενα ελκουσιν ήμάς προς την γην καί κωλύουσι την προς τά άνω πτήσιν ημών καί ματαιοΰσι τό εργον τής άποστολής ημών (άπόσπ. Έπιστολ. 11/11/1905).

Εις δε την άπό 13/3/1907 έπιστολήν του, άπευθυνομένην καί αύτήν προς τάς έν Αίγίνη μοναχάς, συνιστά όπως ό αγών των προσλάβη συγκεκριμένην πρακτικήν μορφήν καί νά μή αύταπατώνται με τήν ιδέαν «ότι αί προσευχαί καί αί δεήσεις θά άγάγωσιν αύτάς εις τήν τελειότητα· διότι εις τελείωσιν άγει ό έν ήμΐν ένοικών Κύριος, ού τό θέλημα ποιοϋμεν. Όστις λέγει ότι ένοικεΐ καί έμπεριπατεΐ έν ήμΐν, όταν τάς έντολάς Αύτοϋ ποιώμεν. Μία δε καί πρώτη έντολή είναι, νά γίνεται καί έν ήμΐν τό θέλημα ούχί τό ίδικόν μας, άλλά τοΰ Θεού νά γίνεται δε με τοιαύτην τελειότητα, ώς γίνεται έν ούρανώ ύπό τών άγιων αγγέλων καί νά δυνάμεθα νά λέγωμεν «Κύριε ούχ ώς έγώ θέλω, άλλ’ ώς Σύ γεννηθήτω τό θέλημά Σου, ώς έν ούρανώ καί έπί τήζ γης». ’Άνευ τοΰ έν ήμΐν Χριστού αί προσευχαί καί αί δεήσεις άποπλανώσιν.

Ταϋτα λέγω, διά νά δείξω ύμϊν ποΰ πρέπει νά στραφήτε καί τί νά έπιζητήτε, όπως φθάσητε άσφαλώς εις τό έπιζητούμενον τέλος. Άγωνίζεσθε προ πάντων εις τό νά ταπεινώσητε τον έγωϊσμόν σας.
Αύτή είναι ή άρχή τής αύταπαρνήσεως και τής έπικρατήσεως έν ύμΐν τοΰ θείου θελήματος. Εύχομαι να κατισχύσετε (νά νικήσετε) πάσαι έν τώ κατά τοΰ εγωισμού άγώνι, ό όποίος  είναι κρατερός· διότι ομοιάζει την πολυκέφαλον ΰδραν, τής όποιας όταν κόψης μίαν κεφαλήν, φύεται (= φυτρώνει) έτέρα ύπό άλλην μορφήν καί άλλον χαρακτήρα. Διά τούτο, ενώ κατορθοΰμεν και άφίνωμεν τον κόσμον καί τά τού κόσμου καί άρνούμεθα τώ σώματι πάσαν άπόλαυσιν καί ταλαιπωροΰμεν αύτό, ϊνα μή ποιήσωμεν τό θέλημα αύτού, βλέπομεν έξαίφνης νά παρουσιάζηται ώς ψυχική νόσος (ό έγωϊσμός). Καί συνηθέστατα μεν ώς απείθεια, παρακοή, ώς σύνεσις, ώς γνώσις, ώς φρόνησις, ώς αύταρέσκεια, ώς μεμψιμοιρία  καί τί πρώτον νά άριθμήσω  ύφ’ όλας ταύτας τάς μορφάς ύποκρύπτεται ή άσχημία τού έγωϊσμοΰ. ’Εξετάσατε ολίγον έκάστην έξ αυτών καί θέλετε άνακαλύψει τήν δυσειδή μορφήν του. Σπανιώτερον δε παρουσιάζεται ώς άπαίτησις, ώς άξίωσις, ώς δικαίωμα, ώς έπιθυμία καί σπανιώτατα ώς κενοδοξία, φιλοδοξία καί τά λοιπά. "Ολα ταύτα είσί ποικίλαι μορφαί τοΰ έγωϊσμοΰ».
Τά ένδεικτικώς άναφερόμενα άνωτέρω πάθη άποτελοΰν κλίμακα άπό τών έλαφροτέρων έπί τά βαρύτερα. Διό καί συνιστά δπως, έάν τις άντιληφθή έκ τής έξετάσεως έαυτού ότι  έχει τι έκ τών έλαφροτέρων, «ξερριζώνη τούτο, ΐνα μή φθάση εις μεγαλύτερα πάθη καί χάση τούς κόπους καί έργασθή είς μάτην».

Έν συνεχεία συμβουλεύει τήν προϊσταμένην τά έξής· «Επιθυμώ έπίτηδες νά δοκιμάζης ένίοτε τάς άδελφάς, δπως έπιγινώσκης τον βαθμόν τής αύταπαρνήσεώς των καί τον βαθμόν τής έπικρατήσεώς των έν τώ κατά τοΰ έγωϊσμοΰ άγώνι. Επιθυμώ νά γνωρίσωσιν οά άδελφαί, ότι  αύτή είναι ή πρώτη βαθμίς τής άρετής καί ανευ ταύτης ούδέν άγαθόν».
Ή εν Έφεσ. δ' 2 παρατιθέμενη σειρά τών άρετών, ών πρώτη ή ταπείνωσις, δεν είναι τυχαία άποκαλύπτει την μεταξύ αύτών σχέσιν καί έξάρτησιν. Ό Μέγας ’Αντώνιος εις την πραγματείαν του «περί ήθους καί χρηστής πολιτείας» γράφει «δπως χωρίς τό χρυσάφι ό έμπορος δεν ήμπορεΐ νά έμπορεύεται, καί άν άκόμη είναι πολύ επιτήδειος διά τό έμπόριον, έτσι χωρίς την ταπεινοφροσύνην, εκείνος ό όποίος  επιδιώκει την άρετήν καί άν άκόμη στηρίζεται εις την σύνεσίν του δεν δύναται νά την άπολαύση».


'Όλοι οί άγιοι τής ’Εκκλησίας μας ύπήρξαν ταπεινοί. Καί ό ’Ιωάννης ό Πρόδρομος, ό όποίος  εύρίσκεται εις τό μεταίχμιον τών δύο Διαθηκών, Παλαιάς καί Καινής, ύπήρξε κατ’ εξοχήν ταπεινόφρων. Διά τούτο έτόνιζεν: «Εκείνον δει αύξάνειν, έμέ δε έλαττοΰσθαι». Καί διά τούτο άνεδείχθη «έν γεννητοϊς γυναικών μείζων». ’Αλλά καί ό άγιος Βασίλειος βαθύτατα ταπεινός ήτο, διό καί Μέγας άνεδείχθη. ’Έχει πολλήν σοφίαν ή φράσις του: «Χωρίς ταπείνωσιν τό πάν γίνεται μηδέν. Με την ταπείνωσιν τό μηδέν γίνεται τό πάν» 1
[1.        Σχέσις τής ταπεινώσεως προς την πίστιν και έλπίδα.]


Καί αί δύο αύταί άρεταί είναι ανύπαρκτοι άνευ ταπεινώσεως. Ό άπόστολος Παύλος λέγει «έστι δε πίστις έλπιζομένων ύπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ού βλεπομένων» (Έβρ. ια' 1). Ό άνθρωπος διά τής πίστεως παραδέχεται ώς ύπάρχοντα πράγματα άθέατα, τα όποια ελπίζει δτχ θά κληρονομήση (Ρωμ. η' 24, 25). Καλείται νά παραδεχθή άδιστάκτως ώς βέβαια καί πραγματικά, έκεΐνα περί των όποιων δεν δύναται νά σχηματίση άντίληψιν διά των σωματικών αισθήσεων «ά οφθαλμός ούκ είδε καί ους ούκ ήκουσε καί έπί καρδιάν άνθρώπου ούκ άνέβη» (Α' Κορ. 6' 9). Πόση ταπείνωσις χρειάζεται διά νά κάμη ό άνθρωπος τούτο, μόλις είναι ανάγκη νά τό εΐπωμεν.
Ή πίστις έχει ώς απαραίτητον προϋπόθεσιν την ταπείνωσιν. Χωρίς αύτήν δεν είναι καν δυνατόν νά πιστεύση κανείς, ώς είπεν ό Κύριος· «πώς δύνασθε ύμείς πιστεϋσαι, δόξαν παρ’ άλλήλων λαμβάνοντες;» (Ίω. ε' 44). Ή πίστις τότε μόνον είναι ορθή, όταν βασίζεται έπί τής ταπεινώσεως. Πίστις δε χωρίς ταπείνωσιν είναι πίστις δαιμονιώδης· διότι καί τά δαιμόνια πιστεύουν ότι  ύπάρχει Θεός καί φρίσσουσι προ τής παντοδυναμίας Του (Ίακ. 6' 19), άλλά δεν θέλουν νά ταπεινωθούν ένώπιόν Του. Ή ταπείνωσις χαρίζει την ολοκληρίαν εις την πίστιν, οδηγούσα αύτήν εις τήν ύπακοήν καί ομολογίαν «καί έκ των άρχόντων πολλοί έπίστευσαν εις αύτόν, άλλά διά τούς Φαρισαίους ούχ ώμολόγουν, ϊνα μή άποσυνάγωγοι γένωνταυ ήγάπησαν γάρ τήν δόξαν τών ανθρώπων μάλλον ήπερ τήν δόξαν τού Θεού» (Ίω. ιβ' 42, 43). Ό βαθμός τής πίστεως είναι κατ’ εύθεΐαν άνάλογος προς τον βαθμόν τής ταπεινώσεως.

Τήν άλήθειαν ότι  άνευ ταπεινώσεως είναι άδύνατον νά πιστεύση κανείς καί άκολουθήση τον Χριστόν τονίζει ό Κύριος καί εις τον διάλογόν του μετά τών Φαρισαίων κατά τήν εορτήν τών έγκαινίων λέγων «ύμείς ού πιστεύετε ού γάρ έστε έκ των προβάτων των έμών, καθώς εΐπον ύμΐν. Τά πρόβατα τα έμά τής φωνής μου άκούει κάγώ γινώσκω αύτά, και άκολουθοΰσί μοι» (Ίω. ι' 26, 27). Είναι δε τό πρόβατον, ώς πολλάκις εϊπομεν, είκών τής πραότητος, τής ταπεινώσεως καί ύπακοής· «επονται ύπό τής θεοσδότου χάριτος κατ’ ίχνος Χριστού» (ιερός Κύριλλος). Τό άκολουθεΐν τον Χριστόν είναι θεόσδοτος Χάρις, «ταπεινοΐς δέ δίδωσι χάριν», ώς λέγει ό απόστολος Πέτρος (Α\ ε' 5). Ή πίστις είναι δώρον άνωθεν άποκαλυπτόμενον (Ματ. ια' 25, Γαλ. α' 16) καί διδόμενον εις τούς ταπεινούς (Λουκ. Γ 21). ’Ενδέχεται δέ ή ταπείνωσις αΰτη να κρύπτεται ού μόνον εις τάς έξηγιασμένας καρδίας, ώς τής Παναχράντου Δεσποίνης ήμών Θεοτόκου, άλλα καί εις τάς συντετριμμένας καί τεταπεινωμένας ύπό τό βάρος των αμαρτιών μετανοημένας ψυχάς. «’Ακόμη καί αύτή ή πίστις εις τον Χριστόν δεν είναι ΐδική μας. Ακούσε τον Παύλον λέγοντα «Καί τούτο (ή πίστις δηλ.) δεν είναι ίδικόν μας, άλλα δώρον τού Θεού» (Έφεσ. β' 8).

Άς μή μεγαλοφρονούμεν, λοιπόν, καί ας μή ύπερηφανευώμεθα ημείς οί άνθρωποι, άφοΰ εΐμεθα χώμα καί τέφρα, καπνός καί σκιά» (Χρυσόστομος). Δύναται κανείς νά βλέπη καί όμως νά μή κατανοή ώσάν νά ήτο τυφλός. ’Έβλεπον τον Μεσσίαν καί οί Φαρισαίοι καί οί Γραμματείς καί οί ’Αρχιερείς. Άλλα δεν τον κατενόουν. Ό εγωισμός των ήμπόδιζεν αύτούς νά διακρίνουν, ότι ήτο ό Μεσσίας. Τον έβλεπον καί οί άγράμματοι, άλλα ταπεινοί τή καρδία άλιεϊς. Καί άπό τής πρώτης στιγμής διέκ ρίναν καί κατενόησαν, ότι αύτός ήτο ό Σωτήρ τού κόσμου, ό Χριστός. Όποιον μυστήριον «Ού πάντων ή πίστις» (Β' Θέσ. γ' 2). Δεν είναι όλων αί καρδίαι επιδεκτικά τής πίστεως. Πρωτίστως άπαιτεΐται ταπείνωσις, διά νά κατανόηση κανείς καί αίσθανθή τον μέχρις ημών ταπεινωθέντα καί μορφήν δούλου λαβόντα ένανθρωπήσαντα Υιόν τοΰ Θεού. Είδομεν ανωτέρω, ότι  συμφώνως προς τούς λόγους τοΰ Κυρίου (Ίω. ε' 44), αν δεν ταπεινωθή ό άνθρωπος, είναι άδύνατον νά πιστεύση. 'Όπως, όμως, παρατηρεί νεώτερος έκκλ. συγγραφεύς, καί ό βαθμός τής πίστεως εύρίσκεται εις αιτιώδη σχέσιν προς την ταπείνωσιν. "Οσον μεγαλύτερα ταπείνωσις, τόσον μεγαλύτερα καί ή πίστις καί ή εμπιστοσύνη τοΰ πιστεύοντος εις την Θείαν Πρόνοιαν.

Τό ς' κεφ. τοΰ κατά Ίωάννην Εύαγγελίου είναι μεστόν από βαρυσήμαντους διακηρύξεις τοΰ Κυρίου Ίησοΰ. Έν αύτώ βλέπομεν την έν τή συναγωγή τής Καπερναούμ διδασκαλίαν τοΰ Κυρίου περί τής άναγκαιότητος τής κοινωνίας τοΰ σώματος καί αίματος Αύτοΰ, «ϊνα έχη τις αιώνιον ζωήν» (στίχ. 58). «Πολλοί ούν έκ των μαθητών αύτοΰ είπον Σκληρός έστιν ούτος ό λόγος· τις δύναται αύτοΰ άκούειν;» (στίχ. 60). Πρόκειται περί εύρυτέρου κύκλου μαθητών παρακολουθούντων καί άκουόντων την διδασκαλίαν του συχνότερον τών άλλων. Ό Κύριος προεγνώριζεν, ότι  πολλοί έξ αύτών, παρά τό φαινομενικόν ένδιαφέρον, δεν έπίστευον «έν τή καρδία αύτών». Διό καί τούς είπε «Άλλ’ είσίν έξ ύμών τινες, οΐ ού πιστεύουσιν» (στίχ. 64). «Μεταξύ τών ονομαζόμενων Χριστιανών ύπάρχουν πολλοί, οί όποιοι είναι πραγματικά άπιστοι... Καί όμως έξακολουθοΰν ούτοι νά έχουν θέσιν έν τή Εκκλησία του καί νά κάμνουν χρήσιν τών μυστηρίων του καί τοΰ ονόματος του.
Έντεΰθεν δεν είναι άνεξήγητον διατί «πολλοί άπήλθον έκ τών μαθητών αύτοΰ (= έφυγον)» (στίχ.66). Διά τοΰτο προέλεγεν αύτοϊς ό Κύριος «ότι  ούδείς δύναται έλθεΐν προς με, έάν μή ή δεδομένον αύτώ έκ τοΰ πατρός μου» (στίχ. 65). Έκ τούτων, συνάγεται ότι  ή πίστις είναι μυστήριον άνωθεν διδόμενον και άποκαλυπτόμενον, κατά τό «σαρξ καί αίμα ούκ άπεκάλυψέ σοί, άλλ’ ό Πατήρ μου» (Ματθ. ις' 17). Προσφέρεται δε τό τέλειον αύτό δώρημα προς τούς ταπεινούς (Ίω. ε' 44).


2.    Σχέσις τής ταπεινώσεως προς την μετάνοιαν

Έάν εϊπωμεν, ότι  τό σημεΐον συναντήσεως τής Παλαιάς Διαθήκης μετά τής Καινής είναι ή ταπείνωσις, δεν θά εΐμεθα μακράν τής αλήθειας. Τό κεντρικόν σημεΐον τοΰ κηρύγματος τοΰ Προδρόμου  δπερ ήτο ό συνδετικός κρίκος των Διαθηκών  είναι τό «μετανοείτε»

1. Προς ποιον δε σκοπόν; «"Ινα τή μετανοία γενόμενοι ταπεινότεροι καί καταγνόντες εαυτών εις τό λαβεΐν τήν (διά Χριστού) άφεσιν δράμωσι» (Χρυσόστομος). Δι’ αύτόν τον λόγον καί τό κήρυγμα τού Χριστού καί των ’Αποστόλων αρχίζει ακριβώς άπό τού σημείου εις τό όποιον είχε σταματήσει τό κήρυγμα τού μεγίστου καί εσχάτου τών Προφητών τής Π.Δ. Από τό «μετανοείτε». Ό αύτός ήτο ό σκοπός, τόσον τών θυσιών τοΰ Μωσ. Νόμου «εν αΐς άνάμνησις άμαρτιών» (έβρ. Γ 3), δσον καί τών περί μετάνοιας κηρυγμάτων τών Προφητών, τού Κ.Η.Ι.Χ. καί τών Αποστόλων. Ή ταπείνωσις τού λαού. Αύτή ήτο ή καλύτερα προπαρασκευή καί ή έπιτυχεστέρα μέθοδος, τήν όποιαν έχρησιμοποίησεν ή Θεία Σοφία, διά να έλκύση τον κόσμον εις την διά Χριστού σωτηρίαν, «εις επιθυμίαν τον λυτρωτήν έπιζητεΐν καί τής άφέσεως τυχεΐν» (Χρυσόστομος).
«Ούδείς δύναται σωθήναι χωρίς τής μετάνοιας, επειδή πάντες έσμέν άμαρτωλοί, καθότι έγκειται ή διάνοια ήμών έπί τά πονηρά έκ νεότητος ήμών (Γεν. η' 21). Ούδείς δε δύναται μετανοήσαι χωρίς ταπεινώσεως. ’Εάν μή γνωρίσωμεν των άμαρτιών ήμών τό βάρος καί των άνομιών ήμών τήν αισχρότητα, ού δυνάμεθα μετανοήσαι» (Ν. Θεοτόκη είς Εύαγ. Τελ. καί Φαρ.). Τρία είναι τά άπαραίτητα διά τήν άληθή μετάνοιαν είς τήν καρδίαν συντριβή, είς τό στόμα έξομολόγησις, είς τον βίον διόρθωσις, λέγει ό ιερός Χρυσόστομος. Δηλαδή με άλλους λόγους α) Πνεύμα συντετριμμένον (= συναίσθησις καί ταπεινοφροσύνη), 6) ειλικρινής έξομολόγησις καί γ) έμπρακτος ταπείνωσις διά τής άπαρνήσεως τού βίου τής άποστασίας καί τής έπανόδου είς τήν ύπακοήν (= έφηρμοσμένη ταπείνωσις) καί τής έπανορθώσεως τών άδικιών.

’Ιδού, λοιπόν, αί ταπειναί συνοδοί τής μεγάλης Μετάνοιας. Ή προπορευομένη ταπεινοφροσύνη καί ή έπομένη ταπείνωσις συνοδεύουν ώς συνεσταλμέναι δούλαι τήν δακρυσμένην μεγάλην βασίλισσαν. Ή συντετριμμένη καί τεταπεινωμένη καρδία είναι ή κλείς ή όποια άνοίγει τάς πύλας τής μετάνοιας καί τήν θύραν τού Παραδείσου. Εΐπομεν άνωτέρω, ότι  χρειάζεται καί έπανόρθωσις τών άδικιών. Άλλ’ εδώ γεννάται μία απορία· όταν ό μετανοών είναι πτωχός ή χρονίως άσθενής καί δεν έχει τήν δυνατότητα νά έπιστρέψη τά άρπαγέντα καί άσκηση τήν άγαθοεργίαν, ώς έπραξεν ό Ζακχαίος, τότε τϊ γίνεται; Είς τοιαύτας περιπτώσεις σώζει την κατάστασιν ή ταπείνωσις, ή οποία «άναπληροϊ τά έργα τών άδυνάτων», ώς λέγει ό σοφός συγγραφεύς τής Κλίμακος. «Μετανοήσατε ούν και έπιστρέψατε εις τό έξαλειφθήναι ύμών τάς αμαρτίας» (Πραξ. γ' 19). «Ό απόστολος Πέτρος όμιλεΐ προς άνθρώπους οι όποιοι ήσαν ένοχοι εις τό μεγαλύτερον αμάρτημα άπό όσα  ποτέ συνετελέσθησαν ή και θά συντελεσθοΰν εις τό μέλλον καθ’ δλον τον πλανήτην μας. Καί όμως βέβαιοί, ότι  ήρκει νά μετανοήσουν διά νά έξαλειφθή ή ένοχή των...». Αύτό ήτο καί τό κήρυγμα τοΰ Παύλου «εις πάσαν χώραν τής Ίουδαίας καί τοΐς έθνεσιν άπήγγειλεν μετανοεΐν καί έπιστρέφειν έπί τον Θεόν» (Πραξ. κς' 20). Άς προσέξωμεν τό ρήμα «έπιστρέφειν», τό όποιον καί οί δύο άπόστολοι επισυνάπτουν εις τό «μετανοεΐν». Δεν άρκεΐ ή μεταμέλεια. Χρειάζεται καί επιστροφή, τής όποιας τό πλήρες βάθος καί πλάτος έδίδαξεν ό Κύριος διά τής παραβολής τοΰ Ασώτου.

Ή λυδία λίθος διά τής οποίας έξακριβοϋται ή γνησιότης τής μετανοίας είναι ή ταπείνωσις. Ή μετάνοια, διά νά είναι άληθής, πρέπει νά καταλήγη εις βαθεΐαν ταπείνωσιν. Καί τοΰτο έδίδαξεν Αύτός ό Κύριος διά τής παραβολής τοΰ ’Ασώτου. Έξεκίνησεν άπό τό «εις έαυτόν έλθών» (συναίσθησις), έπροχώρησεν είς τό «πορεύσομαι προς τον Πατέρα μου» (έπιστροφή), κατόπιν είς τό «ήμαρτον είς τον ούρανόν καί ένώπιόν σου» (έξομολόγησις), καί κατέληξεν είς τό «ούκέτι είμί άξιος κληθήναι υιός σου ποίησόν με ώς ένα τών μισθίων σου» (ταπείνωσις καί ύποταγή). Οΰτω, λαμβάνει ό άσωτος την άφεσιν καί ζωήν αιώνιον. Ό δε ιερός Χρυσόστομος λέγει «Τοΰτο ήλθε κατασκευάζων ’Ιωάννης  (ό Βαπτιστής) και πείθων αύτούς μετανοεΐν, ούχ ϊνα κολασθώσιν, άλλ’ ϊνα τή μετανοία γενόμενοι ταπεινότεροι και καταγνότες έαυτών, εις τό λαβεΐν την αφεσιν δράμωσιν» (Ματθ. γ' 2). Μόνη ή συναίσθησις και μεταμέλεια άνευ τής ταπεινώσεως οδηγεί εις άπόγνωσιν καί αύτοκτονίαν δπως τον Ιούδαν καί τόσους άλλους αύτόχειρας (Σαούλ, Άχιτόφελ κ.λπ.). Ή ταπείνωσις καί ή μετάνοια συνδέονται τόσον στενά μεταξύ των, ώστε άν ήθέλαμε νά τάς διαχωρίσωμεν καί νά καθορίσωμεν, ποΰ τελειώνουν τά δρια τής μιας καί άρχίζουν τής άλλης, θά ήτο άδύνατον. Τούτο άντιλαμβανόμεθα καί εκ τού ορισμού τής άμαρτίας, την όποιαν ή μετάνοια άναιρεΐ: «ή άμαρτία έστιν ή άνομία». Δηλαδή ή αμαρτία κατά την φύσιν της είναι ή κατά τού νόμου καί τού θελήματος τού Θεού Έπανάστασις.

Ποιον το έλατήριον τού πρώτου έπαναστατήσαντος σατανά; Ή υπερηφάνεια. 'Όπως, λοιπόν, ή ούσία καί ή καρδία τής άμαρτίας είναι ή ύπερηφάνεια, τοιουτοτρόπως ή ούσία καί ή καρδία τής μετάνοιας είναι ή ταπείνωσις. Δι αύτόν δε τον λόγον καί είναι άναγκαιοτάτη ή ενώπιον τού πνευματικού ειλικρινής ομολογία τών άμαρτιών, διότι είναι έπιστροφή εις τήν ταπείνωσιν.
Ό βιογράφος τού μεγάλου άσκητού καί θαυματουργού ’Ιακώβου τού εκ Πορφυριανής, λέγει, ότι  διά ν’ άπαλλαγή ό όσιος αύτός τής ύπερηφανείας καί ταπεινωθή, παρεχωρήθη νά ύποπέση εις τό διπλοΰν άμάρτημα τού προφητάνακτος Δαυίδ. Μετά τό άμάρτημα τόσον πολύ συνετρίβη καί έταπεινώθη, ώστε άπελθών ένεκλείσθη εις τάφον πλήρη οστών. Εντός αύτού έμεινεν επί δέκα έτη, στενάζων καί κλαίων καί μένων άγνωστος. Τήν νύκτα έξήρχετο κρυφίως και έτρωγεν ολίγα άγριόχορτα τά όποια ύπήρχαν πέριξ τοΰ τάφου. 'Όπως έμιμήθη τον Δαυίδ εις το άμάρτημα, οϋτω τον έμιμήθη καί εις την μετάνοιαν. Διά τούτο καί ό Κύριος «παρεβίβασε τό αμάρτημά του» καί τον προεφύλαξεν «ϊνα μη τή περισσοτέρα λύπη καταποθή» ύπό τοΰ δράκοντος τής άπελπισίας, τού έδωκε δε καί πάλιν την προτέραν χάριν. Αύτά είναι τά θαυμάσια τής ταπεινώσεως, ή όποια άποτελεΐ την καρδίαν τής μετάνοιας· άποκαθιστά τον άνθρωπον εις την κατάστασιν εις την όποιαν εύρίσκετο πριν άμαρτήση. Θέλεις καί άλλα παραδείγματα έκ τής Π. Διαθήκης; Βλέπε τον βασιλέα Μανασσήν, ό όποίος  «έποίησε τό πονηρόν εναντίον Κυρίου» καί διά τούτο ήχθη σιδηροδέσμιος εις τάς φυλακάς Βαβυλώνος... «καί έταπεινώθη σφόδρα... καί έπέστρεψεν αύτόν (ό Θεός), έπί την βασιλείαν αύτοΰ» (Β' Παραλ. λγ'). 3

3. Σχέσις ταπεινώσεως προς την έξομολόγησιν
Τι γίνεται κατά την έξομολόγησιν;

Ό ιερός Χρυσόστομος εις ομιλίαν περί τού συσταυρωθέντος μετά τού Χριστού ληστοΰ γράφει«είδες έξομολόγησιν άπηρτισμένην; (= πλήρη). Είδες πώς έν τώ σταυρώ τά άμαρτήματα άπεδύσατο; (άπέβαλε). Ούδείς ήνάγκασεν αύτόν, ούδείς έβιάσατο, άλλ’ αύτός έαυτόν έξεπόμπευσεν». Αύτή λοιπόν ή ένώπιον τού πνευματικού άποκάλυψις καί ομολογία των άμαρτιών μας, άποτελεΐ διαπόμπευσιν του έαυτού μας, 6αθυτάτην ταπείνωσιν. Δι’ αύτόν τον λόγον εις την άρχαίαν Χριστιανικήν Εκκλησίαν ή έξομολόγησις έγίνετο δημοσία, ένώπιον τού πλήθους των πιστών.
'Ένας Χριστιανός διηγείται: «Εις κεντρικόν ναόν των ’Αθηνών έζήτησα πνευματικόν προς έξομολόγησιν. ’Από ένα άνδρα ό όποίος  ήτο εις τό παγκάρι έλαβον την πληροφορίαν, ότι  δεν ήτο έκεΐ ό πνευματικός· καί προσέθεσε· «τί τον θέλεις τον πνευματικό; δεν πας να τα είπής στην εικόνα;» Είχε βεβαίως άγνοιαν ό άνθρωπος, όπως καί εκείνοι οί όποιοι λέγουν «ό Θεός γνωρίζει τις αμαρτίες μου ζητώ άπό αυτόν συγχώρησιν τί χρειάζεται να τα είπώ στον παπά;» Δεν πρόκειται βεβαίως έδώ νά όμιλήσωμεν περί τής άναγκαιότητος τοΰ μυστηρίου τής ίεράς έξομολογήσεως, περί τοΰ όποιου έχουν γραφή λαμπραί πραγματείαι. Από μίαν εξ αύτών, τό «Μετανοείτε» τοΰ Π. Τρεμπέλα παραλαμβάνομεν τα άκόλουθα. «Περί τής αισχύνης την όποιαν δοκιμάζει ό μετανοών καί ύπό τής όποιας δυσκολεύεται νά όμολογήση τά πάσης έντροπής άξια ήμαρτημένα»... «ώ άδελφέ μου κατάλαβέ το καλά. Ή εντροπή αύτή τήν όποια δοκιμάζεις, όταν τήν κατανίκησης, γεννά ταπείνωσιν καί μεγαλυτέραν συντριβήν. Δεν πρέπει δε νά λησμονής ότι  «θυσία τφ Θεώ πνεύμα συντετριμμένον. Καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ό Θεός ούκ έξουδενώσει». Ήμαρτήσαμεν; Πρέπει νά ταπεινωθώμεν. Ταπεινούμεθα δε καί συντριβόμεθα, όταν κατανικώμεν τήν εντροπήν καί όμολογώμεν τήν αμαρτίαν μας ένώπιον τοΰ πνευματικού ίερέως».

Ό Κύριος έγνώριζε καί τοΰ Πέτρου τήν μετάνοιαν ότι  «έξελθών έκλαυσε πικρώς» μετά τήν τριπλήν άρνησίν του. Έν τούτοις, μετά τήν Ανάστασίν Του, διά τής τριπλής έρωτήσεώς Του «εί φιλεΐς με πλεΐον τούτων», άποσκοπεΐ νά διδάξη αύτόν, άφ’ ένός μεν ότι  αιτία τής πτώσεώς του ήτο ή ύπερηφάνειά του, ή οποία τον ήνάγκαζε νά διαβεβαιοΐ, ότι  και αν οί άλλοι μαθηταί έσκανδαλίζοντο και τον έγκατέλειπον, αυτός και θά έθυσιάζετο ύπέρ αύτοΰ, άφ’ έτέρου δε νά προκαλέση την τριπλήν έκδήλωσιν τής ταπεινώσεώς του διά τοΰ «Σύ πάντα οίδας». ’Όχι εγώ, άλλα Σύ γνωρίζεις καλύτερον τά αισθήματα μου.

Μερικοί διστάζουν καί έντρέπονται νά έξομολογηθοΰν κατ’ ιδίαν ένώπιον τοΰ πνευματικού ίερέως σήμερον. Άλλα τί θά έπραττον, αν έζων κατά τούς πρώτους αιώνας τής Χριστιανικής ’Εκκλησίας, δτε ΐσχυεν ό θεσμός τής δημοσίας, ένώπιον ολοκλήρου τοΰ χριστιανικού πληρώματος, έξομολογήσεως; Βεβαίως, ή άποκάλυψις των αμαρτημάτων προκαλεΐ είς τον έξομολογούμενον αισχύνην καί έντροπήν. Άλλ’ άκριβώς αύτό συνιστά τό στοιχεΐον τής ταπεινώσεώς εις την έξομολόγησιν. Έκτιμάται δε μεγάλως ύπό τού Θεού ή ταπείνωσις αύτή ως άντίδοτον τής υπερηφάνειας, ή όποια άποτελεΐ την ούσίαν τής αμαρτίας. Τούτο έπιβεβαιούται καί άπό τάς παραδόσεις τών αγίων Πατέρων. Οϋτω, επίσκοπός τις ύπέπεσεν είς βαρύ ήθικόν παράπτωμα· έξωμολογήθη τό αμάρτημά του ένώπιον ολοκλήρου τού Εκκλησιάσματος καί, πεσών κατά γής είς τήν έξοδον τού ναού, έζήτησεν δπως δλοι οί έκκλησιαζόμενοι διέλθουν άνωθεν τού σώματός του. Άπεκαλύφθη δε ότι  διά τήν μεγάλην αύτήν ταπείνωσίν του ό ’Επίσκοπος συνεχωρήθη ύπό τού Θεού.
Παρόμοιόν τι γεγονός διηγείται καί ό σοφός συγγραφεύς τής Κλίμακος ’Ιωάννης': Κάποιος αμαρτωλός μετενόησεν είλικρινώς καί ήθελε νά γίνη μοναχός.
1 [1. Ίω. Σιναΐτου Λόγος δ' § 14, 15].

Ο Άββάς τής μονής ύπέδειξεν εις τον υποψήφιον μοναχόν, ότι διά νά γίνη δεκτός, έπρεπε νά προβή εις δημοσίαν έξομολόγησιν, συμφώνως προς την παράδοσιν τοϋ Μοναστηριού. Οΰτος συνεμορφώθη καί έντός τοϋ ναοΰ ενώπιον όλων των μοναχών έξωμολογήθη κλαίων όλας τάς αμαρτίας του. Κατά την διάρκειαν τής έξομολογήσεως αύτής, εις γέρων ασκητής είδεν εις τό ιερόν τής ’Εκκλησίας ένα σεβάσμιον πρόσωπον, τό όποιον ειχεν ύφος δικαστοΰ καί έκράτει βιβλίον άνοικτόν, άπό τό όποιον έσβηνε τά άμαρτήματα, τά όποια έλεγεν ό μετανοημένος.
Ή ταπείνωσις εις την έξομολόγησιν δρα όχι μόνον θεραπευτικώς, ώς εΐδομεν άνωτέρω, αλλά καί προφυλακτικώς. Είναι ισχυρόν ψυχολογικόν μέτρον κατά τής υποτροπής. Ό Χριστιανός σκέπτεται, ότι θά πρέπη καί πάλιν νά εΐπη την άμαρτίαν του εις τον πνευματικόν. Ουτω δέ, ή εντροπή τήν οποίαν αισθάνεται έκαστος άνθρωπος διά τούτο, τον προφυλάσσει, ώστε νά μή έπανέλθη «ώς κύων έπί τό ίδιον έξέραμα (= ξέρασμα), καί ώς υς (= χοίρος) εις κύλισμα βορβόρου». 

4.  Σχέσις ταπεινώσεως προς τήν άγάπην

Ή έντολή τής άγάπης ύπήρχε καί εις τήν Παλαιάν Διαθήκην. "Ομως, ό Κύριος έχαρακτήρισεν αύτήν ώς «καινήν» (= νέαν). Διότι τό μέτρον τής άγάπης, τό όποιον ώριζεν ό Μωσαϊκός Νόμος, ήτο άγάπη ίση με τήν άγάπην προς τον εαυτόν μας, «άγαπήσεις τον πλησίον ώς εαυτόν». "Αλλο είναι τό μέτρον τής Χριστιανικής άγάπης: «αύτοθυσία ύπέρ άναξίων ταύτης». Αύτό είναι ή έννοια καί τό περιεχόμενον καί τό μέτρον τής άγάπης, δπως έφήρμοσεν αύτήν ό Χριστός, και άποδέχονται οί έρμηνευταί. Άλλ’ αύτή ή «αύτοθυσία ύπέρ άναξίων ταύτης», δεν είναι άρεστή εις την άνθρωπίνην φύσιν, ή όποια εις τοιαύτας περιπτώσεις γίνεται «περίλυπος μέχρι θανάτου». Διά νά προσφέρη την θυσίαν, την όποιαν ορίζει ή έντολή τής άγάπης χρειάζεται αύταπάρνησις. Θά άπαρνηθής έαυτόν, καί θά κάμης εκείνο τό όποιον δεν θέλεις. Εις τό σημεϊον λοιπόν αύτό, τό περιεχόμενον τής άγάπης καί τής ταπεινώσεως συναντώνται καί ταυτίζονται. «Αύτοθυσία ύπέρ άναξίων ταύτης» είναι τό φωτεινόν όρόσημον, τό όποιον έστησεν ό Κύριος εις ένα ύψωμα τής Παλαιστίνης. Τό έφθασαν πολλοί έκ των Χριστιανών των πρώτων αιώνων. Δεν ήτο όμως, μόνον δι’ αύτούς, άλλά δι’ όλους μας. Όφείλομεν νά όμολογήσωμεν, ότι τώρα εύρίσκεται πολύ ύψηλά άπό ημάς. Λάμπει ώς φωτεινόν μετέωρον ύπεράνω τής γής μας. ’Όχι διότι ύψώθη περισσότερον, αλλά διότι ήμεϊς έπέσαμε πολύ χαμηλά. ’Έχομεν, λοιπόν, καί έκ τού λόγου τούτου πολλάς άφορμάς ταπεινώσεως, ή όποια μάς απομένει εις τό τραγικόν μας ναυάγιον μοναδική σανίς σωτηρίας.


«Εντολήν καινήν δίδωμι ύμΐν, ϊνα άγαπάτε άλλήλους, καθώς ήγάπησα ύμάς ϊνα καί ύμεΐς άγαπάτε άλλήλους» (Ίωάν. ιγ' 34). Ή παλαιά έντολή ώριζεν: αγαπήσεις τον πλησίον σου ώς έαυτόν. Δεν είναι πολλοί σήμερον έκεΐνοι οί όποιοι θά ήδύναντο νά άποδείξουν, ότι τηρούν τον παλαιόν αύτόν νόμον. Ή καινή όμως έντολή ορίζει άλλο μέτρον, διότι ό Χριστός, ό όποίος  μάς καλεΐ νά τον μιμηθώμεν εις τούτο, «ήγάπησεν ήμάς ύπέρ έαυτόν», «ώς μηδέ έαυτοΰ φείσασθαι άλλ’ άποθανεΐν ύπέρ ήμών» ώς λέγει ό Ζιγαβηνός. Ό δέ Κύριλλος ’Αλεξάνδρειάς λέγει ότι  όφείλομεν «εί δέοι, τον τής σαρκός καταβήναι θάνατον, ϊνα την τοΰ πέλας σωτηρίαν άποκερδάνωμεν». Δεν πρόκειται περί τής φυσικής άγάπης, την όποιαν συναντώμεν και είς τα ζώα, τά όποια θυσιάζονται διά να ύπερασπίσουν τα μικρά των. Άλλα περί τής «εν Χριστώ άγάπης». Ποιος λοιπόν εξ ημών δύναται να εϊπη εν αλήθεια, ότι  έφθασεν είς τό μέτρον αύτό; «Σιγησάτω πάσα σάρξ βροτεία, καί στήτω μετά φόβου και τρόμου» διότι πάντες «έζυγίσθημεν, έμετρήθημεν καί εύρέθημεν ελλιπείς».
Λοιπόν, τί άπομένει; τό «ό Θεός ίλάσθητί μοι τώ άμαρτωλώ». Αύτό είναι ή μόνη έλπίς. ’Ιδού, λοιπόν, ότι  καί ή εντολή τής άγάπης μάς οδηγεί είς την ταπείνωσιν. Ή ταπείνωσις καί ή άγάπη είναι οί δύο θεμελιώδεις νόμοι τής βασιλείας τοΰ Χρίστου. Ό δέ ’Ισίδωρος ό Πηλουσιώτης λέγει, ότι  «ή ταπεινοφροσύνη είναι ό θρόνος τής άγάπης καί δλων τών άλλων άρετών». Ό ιερός Χρυσόστομος, τονίζων την άπεραντοσύνην τής άγάπης, λέγει, ότι  ή άρετή αύτή ή «εν τώ κόσμω μη χωρούσα πληροί άνέτως την ταπεινήν καρδίαν».

«’Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ δλης τής καρδιάς σου καί έξ δλης τής ψυχής σου» (Λουκ. β' 17). ’Αλλά τί είναι άγάπη προς τον Θεόν; Μήπως μερικαί, θερμαΐ έστω, έκδηλώσεις καί προσευχαί προς Αύτόν; Νεώτερος έρμηνευτής έφιστα τήν προσοχή μας έπί τοΰ ζητήματος, διότι είναι εΰκολον νά έξαπατηθή κανείς άπό τοιαΰτα αισθήματα. Ό Κύριος καθώρισε σαφώς ποία είναι ή προς αύτόν άγάπη. «Έάν άγαπάτε με, τάς έντολάς τάς έμάς τηρήσατε». Ή προς τον Θεόν άγάπη «εκ φιληκόου γνώμης διαγινώσκεται», έρμηνεύει καί ό ιερός Κύριλλος. Ή ύπακοή, λοιπόν, προς τάς έντολάς Του, δηλαδή ή έφηρμοσμένη ταπείνωσις, είναι άγάπη προς τον Θεόν. Ό Συμεών ό νέος θεολόγος λέγει, ότι  ή άγάπη διδάσκει την ταπείνωσιν, ή όποια όλα τα κατορθώνει. Καί όταν άποκτήσωμεν αύτήν καί γίνωμεν ταπεινοί, τότε άχώριστος θά ζή εντός μας ή άγάπη. Εις την άπορίαν, πρώτον άγάπη ή πρώτον ταπείνωσις; Άπαντώμεν: Αί άρεταί άποτελοΰν μίαν κλίμακα (= σκάλαν). Ή κλΐμαξ διά τον καταβαίνοντα  δπως ό Κύριος  άρχίζει άπό την κορυφαίαν τών άρετών, την άγάπην, καί καταλήγει είς την βασικήν καί θεμελιώδη ταπείνωσιν. Διά τον άναβαίνοντα όμως  δπως ήμεϊς άρχίζει άπό τήν ταπείνωσιν. Δεν θά κτίσης, άγαπητέ, ούτε θά στερεώσης τήν κορυφήν, τήν στέγην, είς τον άέρα. Χρειάζεται θεμέλιον. Από εκεί θ’ άρχίσης.

Ό καθηγητής Π. Τρεμπέλας γράφει, ότι  έκδήλωσις τής άγάπης τοΰ Ίησοΰ «ύπήρξαν αΐ άρεταί τής πραότητος καί τής ταπεινοφροσύνης» αύτοΰ (’Ιησούς ό άπό Ναζαρέτ σελ. 239). «'Η άγάπη κατέστη άρετή καθολική περιλαμβάνουσα εν έαυτή πάσαν άρετήν» (αύτόθι 214). Ή άγάπη είναι ή ρίζα, ή δε τήρησις τού λόγου καί τών εντολών τού Χριστού ό έξ αύτής προερχόμενος καρπός. 'Όπου ύπάρχει ειλικρινής άγάπη προς τον Χριστόν, εκεί ύπάρχει καί ύπακοή πλήρης είς αύτόν (Ίωάν. ιδ' 23). Ό ιερός Χρυσόστομος λέγει, ότι  ή ταπεινοφροσύνη είναι «μήτηρ καί ρίζα καί τροφός καί ύπόθεσις καί σύνδεσμος τών άγαθών (Πράξ. Όμιλ. λ'). "Οτι αύτή είναι τό θεμέλιον τής πνευματικής ζωής. Ό ’Ιησούς Χριστός είναι τό αιώνιον πρότυπόν μας, προς μίμησιν καί όμοίωσιν τού όποιου πρέπει διαρκώς νά τείνωμεν καί έπί τά ίχνη νά βαδίσωμεν (Α' Πέτρ. 6', 21). Δεν πρέπει, όμως, νά λησμονώμεν ότι  ό Χριστός  «καταβέβηκεν έκ τοϋ ούρανοϋ» (Ίωάν. ζ’ 28). Και ότι  «ό καταβάς αύτός έστι και ό άναβάς (Έφεσ. δ' 10). Διά μιας και τής αύτής κλίμακος κατέβη και άνέβη. Καί όταν μεν κατέβη, ύπό τής ιδίας Αύτοΰ άγάπης έκινήθη εις οίκτον προς τό πλάσμα Του. Ή άγάπη, λοιπόν, είναι ή κορυφαία βαθμίς τής κλίμακος, διά τής οποίας κατέβη ό Θεός, ενώ ή ταπείνωσις είναι ή βάσις τής ύπερφυοΰς αύτής κλίμακος.

Επομένως, ημείς οί καλούμενοι ϊνα «έπακολουθήσωμεν τοίς ΐχνεσιν αύτοΰ», φυσικόν είναι, ότι  άρχόμεθα άναβαίνοντες την κλίμακα άπό τής βασικής ταπεινώσεως, διά νά καταλήξωμεν εις την κορυφαίαν αγάπην, ή οποία άποτελεϊ την στέγην των άρετών. Διά τοΰτο των μακαρισμών εντεύθεν ήρξατο ό Χριστός. «'Ώσπερ γάρ τινα θεμέλιον καί κρηπίδα οικοδομής καταβάλλεσθαι μέλλων, οι3τω την ταπεινοφροσύνην πρώτην έθηκεν», ώς λέγει ό ιερός Χρυσόστομος (είς τό κατά Ίωάν. όμ. λγ').
Άπό τοϋ Κυρίου αί δύο αύταί άρεταί έμφανίζονται εν όργανικώ προς άλλήλας συνδέσμω καί καταλήγουν είς πλήρη ένότητα. Οΰτω, βλέπομεν αύτάς άδελφωμένας έν τώ Χριστώ, όταν διά σπλάχνα ελέους έπεσκέψατο ημάς καί «έτέχθη ήμΐν σωτήρ» ώς «βρέφος έσπαργανωμένον κείμενον έν φάτνη» (Λουκ. 6' 11, 12). "Οταν «ούκ ήλθε διακονηθήναι άλλά διακονήσαι καί δούναι την ψυχήν αύτοΰ λύτρον άντί πολλών» (Ματθ. κ' 28). Καί, τέλος, όταν «έξηγόρασεν ημάς έκ τής κατάρας τού νόμου γενόμενος ύπέρ ήμών κατάρα» (Γαλ. γ' 13).
Κατά τούς χρόνους, κατά τούς οποίους έπατριάρχευεν είς την ’Αλεξάνδρειαν ό άγιος ’Ιωάννης ό έλεήμων, δύο έκ τών ύπ’ αύτόν κληρικών διέπραξαν σοβαρόν σφάλμα. Ό Πατριάρχης, καθ’ δ είχε δικαίωμα, έπέβαλεν εις αύτούς άνάλογον ποινήν. Άλλ’ ένω ό εις έξ αύτών έταπεινώθη καί έσυνετίσθη, άντιθέτως ό άλλος έξηγριώθη καί άπεθρασΰνθη έπί τοσοΰτον, ώστε να άπειλή άκόμη καί τον άγιον καί πραότατον Πατριάρχην. Άλλ’ δτε έφθασεν έπίσημος ήμερα καί ό Πατριάρχης, ίστάμενος προ τοϋ αγίου βήματος, έπρόκειτο να τελέση τό ύπερφυές μυστήριον, ήλθε εις τον νοΰν του ή έντολή τοΰ Κυρίου «εάν ουν προσφέρης τό δώρόν σου έπί τό θυσιαστήριον κάκεΐ μνησθής ότι ό άδελφός σου έχει τι κατά σοΰ, άφες έκεϊ τό δώρόν σου έμπροσθεν τοΰ θυσιαστηρίου, καί ϋπαγε πρώτον διαλλάγηθι τώ άδελφώ σου, καί τότε έλθών πρόσφερε τό δώρόν σου» (Ματθ. ε' 23). ’Αμέσως κατήλθεν άπό τό θυσιαστήριον, έδωσεν έντολήν να παρατείνη ό διάκονος την εκτενή δέησιν, αύτός δέ ό Πατριάρχης έξήλθε τοΰ Ίεροΰ Βήματος καί έστειλεν άνθρωπον να εΐπη προς τον κληρικόν, τον άπειθή εκείνον, ότι τον παρακαλεΐ ό Πατριάρχης νά έλθη έκεΐ πού τον άνέμενεν. 

Πράγματι, ό κληρικός εκείνος ήλθεν καί τότε ό Πατριάρχης έπεσεν εις τούς πόδας ζητών συγγνώμην. 'Όταν ό κληρικός είδεν την ίεράν καί πολιάν έκείνην κεφαλήν έγγίζουσαν σχεδόν τούς πόδας του συνεκινήθη, καί πεσών εις τούς πόδας τοΰ Πατριάρχου έκραζεέγώ πταίω Έγώ σοΰ ζητώ συγγνώμην. ΤΗτο τοΰτο μία σκηνή, τήν όποιαν άσφαλώς θ’ άπεθαύμασαν καί οί άγγελοι. Τότε ό Πατριάρχης ήγέρθη, έλαβεν άπό τής χειρός τον κληρικόν του καί ούτως άδελφωμένοι είσήλθον όμοΰ εις τό ιερόν βήμα, δπου ό Πατριάρχης έτέλεσε τό μυστήριον. Έπί τοσοΰτον δέ έβελτιώθη έκτοτε ό κληρικός εκείνος, ώστε ό Πατριάρχης συντόμως εύρέθη εις την εύχάριστον θέσιν νά τον προαγάγη είς άνώτερον βαθμόν. Αύτά είναι τα τρόπαια τοϋ ύπερόχου συνδέσμου αγάπης καί ταπεινώσεως, τα όποια έπί τοσοΰτον καθίστανται λαμπρότερα, όσον ύψηλότερον ϊσταται ό επιχειρών ταϋτα, καί όσον περισσότερον δίκαιον έχει ό σπεύδων πρώτος προς αύτά.

'Όταν εν τη άπείρω άγάπη ό Θεός συγκαταβαίνη έπί τοσοΰτον, ώστε νά λέγη «έγκοπτέσθω ή έμή λατρεία, ϊνα ή σή άγάπη μένη» (ιερός Χρυσόστομος), ήμεϊς τί νά προσθέσωμεν; Ό άγιος ’Ιωάννης τής Κλίμακος λέγει «’Αγάπη καί Ταπείνωσις ιερά σύζευξις, ή μεν γάρ ύψοΐ ή δέ, τούς ύψωθέντας κρατούσα, ούδέποτε πίπτει».
Ή άγάπη οδηγεί προς την ταπεινήν ύποταγήν. «Έάν άγαπάτε με, τάς έντολάς τάς έμάς τηρήσατε» είπεν ό Κύριος. Διά τής άγάπης δουλεύετε άλλήλοις» παραγγέλλει ό άπ. Παύλος (Γαλ. ε' 13). Ή ταπείνωσις είναι ή οδός, διά τής όποιας ό ταπεινός εισέρχεται είς την καρδίαν τού άγαπωμένου. «Έάν τάς έντολάς μου τηρήσητε, μενεϊτε έν τή άγάπη μου, καθώς έγώ τάς έντολάς τού Πατρός μου τετήρηκα καί μένω αύτού έν τή άγάπη» (Ίωάν. ιε' 10). Κατά την ήμέραν τής Κρίσεως θά εύρεθούν καί θά άνακηρυχθούν τηρηταί τής μεγάλης έντολής τής άγάπης μόνον οί ταπεινοί τούς όποιους είκονίζουν τά έκ δεξιών πρόβατα.

«Μη συγκρίνης καί μη μετράς τον έαυτόν σου με τούς άσθενεστέρους άνθρώπους, άλλά κάμε τόν περισσότερον νά βυθισθή μέσα είς την έντολήν τής άγάπης. Διότι όταν συγκρίνης καί μετράς τόν έαυτόν σου με τούς άσθενεστέρους (πνευματικώς) άνθρώπους, θά πέσης μέσα είς τόν βόθρον τής οίήσεως. "Οταν, όμως, τον κάνης νά διείσδυση δσον ήμπορεΐ βαθύτερα μέσα είς την αγάπην, θά φθάσης εις τό ύψος τής ταπεινοφροσύνης» (Μάξιμος 'Ομολογητής).

5.   Σχέσις τής ταπεινώσεως προς την διάκρισιν

Χωρίς διάκρισιν περιπατεΐς έν καιρώ νυκτός είς ανώμαλον καί δύσβατον τόπον χωρίς φώς. 'Όθεν ό Παύλος γράφει «ού παυόμεθα ύπέρ ύμών προσευχόμενοι καί αίτούμενοι ϊνα πληρωθήτε την έπίγνωσιν τού θελήματος (τού Θεού) έν πάση σοφία καί συνέσει πνευματική, περιπατήσαι ύμάς άξίως τού Κυρίου» (Κολ. Α' 9). «Σύνεσις = ή ίδιότης τού άποφασίζειν τά πρέποντα καί διακρίνειν τά ορθά έν συγκεκριμέναις περιστάσεσιν». Ταυτίζεται, λοιπόν, ή διάκρισις προς τήν σύνεσιν. Χωρίς διάκρισιν ό χριστιανός διατρέχει τον κίνδυνον νά περιέλθη είς δ,τι είπεν ό Κύριος: «έρχεται ώρα ϊνα πας ό άποκτείνας ύμάς δόξη (= νομίση) λατρείαν προσφέρειν τω Θεω» (Ίω. ις' 2). Αύτό δεν είχε πάθει ό Παύλος; Αύτό δεν έπαθον καί οί Χριστοκτόνοι Ιουδαίοι; Καί οί άναθεματίσαντες έαυτούς ϊνα φονεύσουν τον Παύλον; (Πράξ. κγ' 12).

Λίαν ένδιαφέροντα διά τό θέμα μας είναι όσα  ό άπόστολος Παύλος λέγει περί διακρίσεως είς τήν Α' προς Κορ. ιδ' 26  33. Καθορίζων έκεΐ τούς κανόνας οί όποιοι πρέπει νά τηρώνται κατά τήν χρήσιν των διαφόρων χαρισμάτων είς τάς λατρευτικάς συνάξεις τών χριστιανών, λέγει μεταξύ τών άλλων. «Προφήται δε δύο ή τρεις λαλείτωσαν καί οί άλλοι διακρινέτωσαν». Είναι φανερόν, ότι  έδώ όμιλεΐ περί ιδιαιτέρου καί μεγίστου χαρίσματος, τής διακρίσεως. Ό έχων τό χάρισμα τοΰτο τής διακρίσεως ήδύνατο νά διακρίνη «μή πού τις μάντις προφήτης είναι ύποκρίνοιτο»· μήπως δηλαδή κανείς ψευδοπροφήτης ύπεκρίνετο τον προφήτην, ώς λέγει ό ιερός Χρυσόστομος. Τοΰτο διδάσκει καί ό Εύαγγελιστής Ιωάννης λέγων «δοκιμάζετε τα πνεύματα εί έκ τοΰ Θεοΰ έστιν ότι  (= διότι) πολλοί ψευδοπροφήται έξεληλύθασιν εις τον κόσμον» (Α' Ίωάν. δ' 1). Περί τοΰ χαρίσματος τής διακρίσεως όμιλεϊ ό Παΰλος καί εις τό ιβ' κεφ. τής Α' προς Κορ. στίχ. 10 λέγων «άλλω δέ (δίδοται) διακρίσεις πνευμάτων». Τό χάρισμα τοΰ «είδέναι (= νά γνωρίζη) τις ό προφήτης καί τις ό άπατεών» (ιερός Χρυσόστομος).


Έκ των χωρίων αυτών συνάγεται σαφώς, ότι ή διάκρισις ήτο ιδιαίτερον καί μέγα χάρισμα, άφοΰ είχε την δύναμιν νά έλέγχη καί έξακριβώνη την γνησιότητα καί αύτοΰ άκόμη τοΰ προφητικοΰ χαρίσματος. Πόσον αναγκαΐον είναι τό χάρισμα τοΰτο τής πνευματικής συνέσεως καί διακρίσεως, άποδεικνύεται άπό τον κατακλυσμόν τής πλάνης τον όποιον άντιμετωπίζει ή γενεά μας καί άπό την πλημμύραν των αιρέσεων. Χάρισμα, λοιπόν, ή σύνεσις καί διάκρισις διδόμενον άνωθεν. Εις ποιους; είς τούς ταπεινούς. Έπιβεβαίωσις τής αλήθειας, ότι  τό χάρισμα τής διακρίσεως δίδεται ύπό τοΰ Θεοΰ εις τούς ταπεινούς, είναι ή περίπτωσις τοΰ Σολομώντος. Καλείται νά διαδεχθή τον μέγαν πατέρα του Δαυίδ είς τον θρόνον. Συναισθάνεται την αδυναμίαν του καί αποφασίζει νά ζητήση την βοήθειαν τοΰ Θεοΰ. Διατάσσει, λοιπόν, μεγάλην θυσίαν καί προσφοράν, μεθ’ ήν ό Θεός τον καλεΐ νά τούς ζητήση δ,τι θέλει. Καί εΐπεν ό Σολομών «Κύριε ό Θεός μου, σύ έδωκας τον δοΰλον σου (εμέ δηλ. Βασιλέα) άντί Δαυίδ τοΰ πατρός μου, και έγώ είμχ παιδάριον μικρόν και ούκ οίδα (δεν γνωρίζω) την έξοδόν μου καί την είσοδόν μου... καί (σε παρακαλώ) δώσεις τώ δούλω σου καρδίαν άκούειν καί ΔΙΑΚΡΙΝΕΙΝ τον λαόν σου εν δικαιοσύνη καί τοΰ συνιεΐν άνά μέσον άγαθοΰ καί κακοϋ... καί ήρεσεν ενώπιον Κυρίου, ότι  ήτήσατο Σολομών τό ρήμα τοϋτο... Καί είπεν Κύριος προς αύτόν... ιδού πεποίηκα κατά τό ρήμα σου ιδού δέδωκά σοι καρδίαν φρονίμην καί σοφήν». Έν συνεχεία δε ή Γραφή αναφέρει εκπληκτικόν παράδειγμα διακρίσεως, όταν ένεφανίσθησαν ένώπιόν του δύο γυναίκες διεκδικοΰσαι ως ίδικόν της έκαστη τό ίδιον νεογέννητον παιδίον (Γ' Βασιλ. κεφ. γ'). «Καί ήκουσαν πας ’Ισραήλ τό κρίμα τοϋτο, δ έκρινεν ό βασιλεύς, καί έφοβήθησαν άπό προσώπου τοΰ βασιλέως, ότι  ειδον ότι  φρόνησις Θεοΰ έν αύτώ» (στίχ. 28). «Καί πάντες οί βασιλείς τής γής έζήτουν τό πρόσωπον Σολομών τοΰ άκοΰσαι τής φρονήσεως αύτοΰ» (κεφ. Γ 24). Μεγάλην ταπείνωσιν άποπνέει ή προσευχή τοΰ Σολομώντος, δι  αύτό καί «ήρεσεν ένώπιον Κυρίου» καί έδωκεν εις αύτόν τό μέγα χάρισμα τούτο ύπέρ έκ περισσοΰ.

Είναι δυνατόν να νομίζης, ότι  προσφέρεις ολόκληρον τον έαυτόν σου ολοκαύτωμα καί θυσίαν εύάρεστον εις τον Θεόν, όμως ό Θεός ν’ άποστρέφη τό πρόσωπόν Του ώς άπό δυσώδους καπνού. Διότι εις τό βάθος δλων αύτών τών έκδηλώσεων ύπάρχει ή άνθρωπαρέσκεια. Είναι δυνατόν να κάμης θαύματα καί όμως, νά σέ δουλεύη διά τής ύπερηφανείας ό σατανάς καί νά σέ καταρρίψη τελικώς έλεεινόν πτώμα ώς ’Ιάκωβον τον έν ’Ιορδάνη. Είναι δυνατόν νά είσδύσης εις βαθέα πνευματικά νοήματα καί νά διατυπώνης σοφάς γνώμας περί αρετής, τάς οποίας ούδείς άλλος προ σοΰ άντελήφθη ή έδίδαξε, καί νά νομίζης ότι αύτά άποτελοΰν άποκαλύψεις τοϋ Θεού... Και όμως νά είναι τεχνικώτατα φυσήματα τοϋ πονηρού, ό όποίος  ζητεί νά σε παρασύρη εις την ύπερηφάνειαν ’Από την αύτήν αιτίαν, ήτοι άπό τήν λανθάνουσαν ύπερηφάνειαν τοϋ Πέτρου, προήρχοντο και ή άπόπειρά του νά γίνη σύμβουλος τοϋ Κυρίου «ού μη έσται σοι τοΰτο» καί τό «εί πάντες σκανδαλισθήσονται έν σοί, εγώ ούδέποτε σκανδαλισθήσομαι (Ματθ. κς' 33) καί τό «ού μη νίψης τούς πόδας μου είς τον αιώνα» (Ίω. ιγ' 8)· τοϋ λέγει τότε ό Κύριος «έάν μη νίψω...» κ.τ.λ. Τό τελευταΐον τοΰτο μάς άποκαλύπτει μίαν λεπτοτάτην καί δυσδιάκριτον πτυχήν τοϋ εγώ. Είναι δυνατόν αύτό νά έκδηλοΰται ώς άγάπη (Ματθ. ις' 22), (Σαούλ), ώς καθαρότης πνευματική (Πέτρος δραμα οθόνης), ώς ζήλος ύπέρ τοϋ θείου νόμου (Φαρισαίοι, Παύλος), ώς ύπερβολική εύλάβεια (Ίω. ιγ' 6), ώς αύτοθυσία (Σαπρίκιος). Καί όμως, όπισθεν δλων αύτών νά ύπάρχη τό θέλημά μας. ’Όπισθεν των φαινομένων νά ύπάρχη τό έγώ μας. Διό καί δεν έχομεν μέρος μετά τοϋ πράου καί ταπεινού Ίησοΰ.

«Έάν μή νίψω σε... = εί μή καταδέξαιο, φησί τό ξένον τοΰτο καί άηθες τής ταπεινοφροσύνης μάθημα, μερίδα καί κλήρον ούκ αν εΰροις μετ’ έμοΰ» (Κύριλλος ’Αλεξάνδρειάς). Κύριος «άνάγει καί κατάγει». Ό Πέτρος, διά νά λάβη τό δύσκολον μάθημα τής ταπεινώσεως καί άπαλλαγή τοΰ ίδιου θελήματος, έχρειάσθη νά ύποστή τήν κατεργασίαν τοΰ όκτάποδος· ύψοΰτο καί κατήγετο σφοδρώς... (Μάτ. ις' 17, 23). Σχετικώς, ίδέ Φιλοκαλίαν, λόγον τοΰ Αγίου Κασσιανοΰ τοΰ Ρωμαίου προς Λεόντιον ήγούμενον «περί διακρίσεως» δπου ιστορούνται συγκεκριμένα γεγονότα καί άναφέρονται ονόματα ανθρώπων, οί όποιοι, μετά πολυετείς πνευματικούς άγώνας άσκήσεως, κατέπεσαν πτώματα ελεεινά καί έξετράπησαν είς πλάνας φοβέρας, διότι έστεροΰντο δικρίσεως, ώς είπεν ό Μ. ’Αντώνιος προς τούς συγκροτήσαντας όλονύκτιον συνέδρων άγωνιστάς. Ό συμμετασχών τού συνεδρίου Μωϋσής καί διηγηθείς ταΰτα είς τον Κασσιανόν, έπρόσθεσεν, ότι  τό χάρισμα τής διακρίσεως δίδει ό Θεός είς τούς ταπεινούς. Τον ορισμόν τής διακρίσεως διατυπώνει ώς έξής ό άγιος Διάδοχος επίσκοπος Φωτικής: «Φώς έστί γνώσεως άληθινής, τό διακρίνειν άπταίστως τό καλόν έκ τού κακού».
Ό άπόστολος Παύλος λέγει, ότι  την άρετήν καί ικανότητα αύτήν έχουν οί τέλειοι (Έ6ρ. ε' 14). Καί έρωτάταυ ημείς οί άλλοι τί θά γίνωμεν; Τό πρόβλημα λύει ή ταπείνωσις, ή όποια μάς λέγει «έπερώτησον τον πατέρα σου... τούς πρεσβυτέρους σου» καί θά σού εΐπουν τί θά κάμης είς έκάστην δύσκολον περίπτωσιν. Ποιοι είναι αύτοί; είναι οί συνετοί. «Έάν ΐδης συνετόν, δρθριζε προς αύτόν... (δηλαδή σύχναζε)» (Σοφ. Σειρ. ς' 36). «Οίς δε τις όμιλεΐ συνεχώς τούτοις άφομοιοΰται τό ήθος» (ιερός Χρυσόστομος). Ό άγιος ’Ιωάννης ό Δαμασκηνός λέγει, ότι  «μείζων πασών των άρετών ή διάκρισις». Αύτή είναι ό ύπέρτατος οφθαλμός, ό όποίος  έποπτεύει τά πάντα, ρυθμίζει δε όρθώς την χρήσιν δλων των χαρισμάτων. Χωρίς αύτήν καί αύτή ή κορυφαία άγάπη είναι δυνατόν νά άστοχήση. ’Ιδού τό ύπέροχον μεγαλεΐον τού εκλεκτού αύτού καρπού τής ταπεινώσεως.

Χρειάζεται μία διασάφησις. "Οταν λέγωμεν, ότι  ή διάκρισις είναι χάρισμα διδόμενον ύπό τοϋ Θεοΰ εις τούς ταπεινούς, δεν πρέπει νά συγχέωμεν τό χάρισμα με την άμοιβήν. Διότι αν ύποθέσωμεν, ότι  ή διάκρισις είναι άμοιβή τής ταπεινώσεως τοϋ άνθρώπου, τότε παύει νά είναι χάρισμα καί δωρεά, είναι μισθός δι’ έργον, ώς λέγει ό Παύλος (Ρωμ. ια' 6). Ό λόγος διά τον όποιον τό μέγα τούτο χάρισμα δίδεται μόνον είς τούς ταπεινούς, είναι ότι  αύτοί δεν διατρέχουν κίνδυνον νά ύπερηφανευθοΰν διά την μεγίστην αύτήν δωρεάν.
Ό Εύαγγελιστής Ιωάννης λεγει, ότι  οί χριστιανοί λαμβάνουν τό πνεύμα τής διακρίσεως (Έπιστ. Α' κεφ. β' 26, 27). Δι’ αύτού διακρίνουν τούς «πλανώντας». Χορηγείται δε τούτο κατά τό βάπτισμα είς πάντας, διά τού άγιου Χρίσματος, τό όποιον είναι «σφραγίς δωρεάς Πνεύματος Αγίου». Πρέπει, όμως, νά όμολογήσωμεν προς έντροπήν μας, ότι  δεν τό έχομεν δλοι. Καί ή αιτία; Ή άμαρτία, καί μάλιστα ή ύπερηφάνειά μας, ή όποια άμαυρώνει τον φωτισμόν Αύτού. Αλλ’ ευλογητός ό Θεός, ό όποίος  δεν άφήνει νά σβεσθή ό «τυφόμενος λίνος (= τό τρεμοσβήνον φιτίλι τού λύχνου» (Ματθ. ιβ' 20), άλλά τό άναζωπυρώνει διά τής πνοής τού Αγίου Πνεύματος είς τάς. ψυχάς, αί όποΐαι ταπεινούς «τό ζητούν» (Λουκ. ια' 13).
6.   'Αγιασμός και τελειότης
Τό θέμα τής ηθικής τελειοποιήσεως τού άνθρώπου έξηρεύνησαν κατά καιρούς πολλοί. Από των τέκνων τής έρημου μέχρι των σοφών καί δυνατών κατά κόσμον. Αλλ’ ό Θεός, ό όποίος  «έμώρανε την σοφίαν τού κόσμου τούτου» καί «άπέκρυψεν αύτά άπό σοφών και συνετών, άπεκάλυψεν αύτά» εις τά θεωρούμενα νήπια. Οί άγιοι τής Εκκλησίας έπέτυχον την έν τώ κόσμω τούτω έφικτήν τελειότητα. Συνεπώς ώμίλησαν έκ πείρας. Δεν διετύπωσαν άφηρημένας διδασκαλίας. Είχον ώς σύνθημά των τό: «μηδέν διδάξης, ό  ούκ έφθασας ποιήσαι» ('Όσιος Μελέτιος). Είναι δε εύχάριστον, ότι  καί σημερινοί επιστημονικοί θεολογικοί κύκλοι, διερμηνεύοντες την μόνην ορθήν Γραφικήν καί Πατερικήν σοφίαν, τονίζουν, «ότι  ή ήθική τελείωσις δεν είναι καρπός τών άνθρωπίνων αναζητήσεων καί κατακτήσεων, άλλα τής χάριτος τού Θεού, ή όποια δίδεται πλούσια μόνον εις τούς ταπεινούς».


”Αν προσέξωμεν τον ορισμόν τοΰ αγίου Ίωάννου τής Κλίμακος, κατά τον όποιον ή άπάθεια είναι ή «τελεία τών τελείων άτέλεστος τελειότης», θ’ άντιληφθώμεν, ότι  ή τελειότης δεν είναι κατάστασις στατική. Οί εύλογημένοι αυτοί άνθρωποι θά φέρωνται συνεχώς προς μείζονα τελειότητα. Φυσικόν δε, ώς έκ τούτου, νά αίσθάνωνται πάντοτε έλλιπείς καί νά ταπεινοΰνται διά τούτο συνεχώς καί περισσότερον. Έφελκύοντες δε ούτω πλουσιωτέραν χάριν πορεύονται έκ δυνάμεως είς δύναμιν καί άπό δόξης είς δόξαν. Ό άγιος Πέτρος Δαμασκηνός λέγει «ότι  δε καί τούς τελείους πολεμοΰσιν οί δαίμονες, άκούσωμεν τί φησίν (= λέγει) ό άγιος Μακάριος, ότι  ούδείς ένταΰθα τέλειος γίνεται έν τώ νΰν αίώνι» (Λόγ. Γ). Καί κατωτέρω λέγει: «οί άγιοι διά τής ταπεινώσεως φυλάττονται έκ τών τοΰ διαβόλου παγίδων».

Έρώτησις: Καί τί έστιν τελειότης;

Άπάντησις: Βάθος ταπεινώσεως, λέγει ό όσιος ’Ισαάκ ό Σύρος (λόγος πα'). Τούτο ας έχουν ύπ’ όψιν των oi άγωνισταί, ώστε νά μή άπογοητεύωνται και περιπίπτουν εις την φοβέραν κατάστασιν τής ακηδίας. Περί άκηδίας γίνεται λόγος εις τον Ψαλμόν ΡΙΗ' 28 «ένύσταξεν ή ψυχή μου από άκηδίας», καθώς και εις τον προφήτην Ήσαΐαν. «Αυτή ή ώρα πεπλήρωται άπογνώσεως καί φόβου καί ή ελπίς τοΰ Θεοΰ, καί ή παράκλησις τής πίστεως τελείως έκβάλλεται εκ τής ψυχής καί δλη έξ όλου πληροΰται δισταγμού καί φόβου» (Λόγ. νζ' ’Ισαάκ τοΰ Σύρου). Έν τή καταστάσει ταύτη ό άγωνιστής «ού πιστεύει παντελώς ότι δέχεται άλλοίωσιν καί γίνεται έν ειρήνη», ότι  δηλαδή είναι δυνατόν νά άλλάξη καί βελτιωθή ή ψυχική του κατάστασις καί νά είρηνεύση άπό τής ταραχής των πειρασμών (αυτόθι). «Ούκ έά (δεν άφήνει) δε ό Θεός την ψυχήν έν τούτοις ήμέραν τελείαν (= πλήρη ήμέραν), άλλα ταχέως έκβασιν ποιεί», διότι άλλως «εκ τής σκοτώσεως ταύτης», θά κινδυνεύση ό άγωνιστής. Ή τελειότης είναι χάρις άνωθεν διδομένη. «Ούδέ ή χάρις προσάπαξ έρχεται τελείως καί οίκεΐ έν τή ψυχή, αλλά κατά μικρόν... Έν καιρω πειρασμός καί έν καιρώ παράκλησις. Καί έν τούτοις έπιμένει έως τής έξόδου» «οϋτω γάρ εύδόκησεν ό Θεός τήν ζωήν ήμών» (αύτόθι).


Μεγάλη παρανόησις ύπάρχει ώς προς τό ζήτημα τοΰ πνευματικού καταρτισμού μας. Λέγουν πολλοί «δεν θέλω νά είμαι ύπερβολικός», θεωροΰντες ύπερβολήν τήν κάπως άκριβεστέραν τήρησιν των έντολών τοΰ Χριστού, ό όποίος , όμως, μάς παραγγέλλει νά εϊμεθα τέλειοι (Ματθ. ε' 48). Τέλειοι εις τήν τήρησιν τών έντολών Του, αί όποΐαι ούτε βαρεΐαι, ούτε ύπερβολικαί είναι, μάλλον δε καθορίζουν τό κατώτατον, τό έλάχιστον δριον τής άρετής, κάτω τοΰ όποιου δεν έπιτρέπεται νά κατέλθωμεν. Διότι «Αυτός (ό Χριστός), ήμερος ών, τά εις δύναμιν (= τά κατά δύναμιν) απαιτεί, μάλλον δε καί των εις δύναμιν έλάττω (= όλιγώτερα), ήμΐν καταλιμπάνων φιλοτιμεΐσθαι έν τώ πλείονι» (ίερ. Χρυσ. όμιλ. οθ' εις Ματθ.)· «Καί ϊνα μάθης ταΰτα καί διά των έργων αύτών, σκόπει πόσοι ύπερηκόντισαν (= ξεπέρασαν) τά προστάγματα τοϋ Χριστού, σύ δε καί τό μέτρον αύτό δέδοικας (=φοβεΐσαι); (ίερ. Χρυσ. όμ. λθ' εις Ματθ.). Εις την τελειότητα, βεβαίως, θά φθάσωμεν προοδευτικώς, αλλά είς τούτο μεγάλην θά παράσχη είς ημάς βοήθειαν ή ταπείνωσις«τότε θά κατακτήσωμεν την τελειότητα, όταν δεν μάς βλάψη ή άλαζονία, όταν δεν καταντήσωμεν ύπερήφανοι» (Κύριλλος Αλεξάνδρειάς).


Ό άγιος Νικόδημος ό άγιορείτης λέγει «Είναι πολλοί όπου λέγουν πώς ή τοιαύτη ζωή καί τελειότης στέκεται είς τάς νηστείας, άγρυπνίας, γονυκλισίας... καί άλλας παρόμοιας σκληραγωγίας τού σώματος. "Αλλοι πάλιν λέγουσι, πώς στέκεται είς τάς πολλάς προσευχάς καί μακράς άκολουθίας. Καί άλλοι πολλοί νομίζουν, πώς ή τελειότης στέκεται είς την νοεράν προσευχήν, είς την μοναξίαν καί άναχώρησιν». «Αί ρηθεΐσαι, όμως, άρεταί, ήμπορούν νά προξενήσουν είς εκείνους όπου βάλλουν όλον τους τό θεμέλιον είς αύτάς περισσοτέραν βλάβην άπό τάς φανεράς άμαρτίας. ’Όχι έξ αιτίας αύτών (διότι αύτές είναι όλες άγιώτατες), άλλά έξ αιτίας έκείνων όπου τάς μεταχειρίζονται, επειδή αύτοί, προσέχοντες είς αύτάς μόνον, άφήνουν τήν καρδίαν τους νά τρέχη είς τά θελήματα τά ίδικά των καί τού διαβόλου... όθεν καί νομίζουν οί τοιοΰτοι πώς ύψώθησαν έως τά τάγματα τών αγγέλων, και πώς αισθάνονται τον Θεόν μέσα τους. Κάποτε βυθισμένοι όντες εις κάποιες μελέτες και λογισμούς περιέργους και υψηλούς, νομίζουν πώς άφησαν σχεδόν τον κόσμον τούτον καί ήρπάγησαν έως τρίτου ούρανοΰ». «Εις πόσα σφάλματα είναι περιπεπλεγμένοι οί τοιοΰτοι, καί πόσον είναι μακράν άπό την άληθινήν τελειότητα... Αύτοί θέλουν νά προτιμώνται άπό τούς άλλους είς κάθε πράγμα. Είναι ιδιόρρυθμοι καί ίσχυρογνώμονες είς κάθε τους θέλημα...»1.
[1. Νικοδήμου 'Αγιορείτου: ’Αόρατος πόλεμος. Εκδόσεις «Τήνος», ’Αθήναι 1965, σελ. 9  10.]


 Είναι, λοιπόν, σαφές, εξ όσων λέγει άνωτέρω ό άγιος, ότι  ή τελειότης συνίσταται είς την έκκοπήν τού ίδιου θελήματος καί την ταπεινήν ύπακοήν αύτοϋ είς τό θέλημα τού Θεού. Είναι όντως φοβερόν, νά διεξαγάγη κάποιος ένα τόσον σκληρόν αγώνα καί όμως νά ναυαγήση λόγω ύποβοσκούσης ύπερηφανείας, τής όποιας δηλητηριώδεις καρποί είναι ή ίσχυρογνωμοσύνη καί τό ίδιον θέλημα.
Ύπό πολλών προσώπων διετυπώθη ή άποψις, ότι είς την έποχήν μας λείπουν τά αναστήματα, τα μεγάλα ύποδείγματα, οί άγιοι δηλαδή οί όποιοι θά οδηγήσουν καί τούς άλλους είς τον ορθόν δρόμον. Πράγματι, τούτο κατά μέγα μέρος συμβαίνει. Λέγομεν δε «κατά μέγα μέρος» διότι καί τώρα, καίτοι ολίγοι, ύπάρχουν τοιαΰτα ύποδείγματα. Ό άγιος Νεκτάριος. ’Άνθρωπος τής έποχής μας καί τής γενεάς μας είναι. Καί ή αρετή του έκάλυψε καί τά δύο ήμισφαίρια τής ύδρογείου. ’Άνθρωποι έκ παντός έθνους, φυλής, γλώσσης καί δόγματος προστρέχουν είς τήν Αίγιναν διά νά ζητήσουν τήν βοήθειάν του. Ή μεγάλη όσιακή μορφή των ήμερων μας ό Γέροντας τής Πάτμου Άμφιλόχιος Μακρής κατά πνεύμα υιός, συνεργός

και συνεχιστής τοΰ 'Αγίου Νεκταρίου με πανορθόδοξον δράσιν καί άναγνώρισιν, ό όποίος  έκόσμησε την Εκκλησίαν τοΰ Χριστού με Ναούς καί Μοναστήρια κέντρα προσευχής καί πνευματικά Ιδρύματα καί ώδήγησεν εις τον ορθόν δρόμον πολλούς. Εύλογητός ό Θεός ό όποίος  δεν άφήνει άμάρτυρον τήν μεγαλωσύνην Του καί εις τούς καιρούς μας άναδεικνύων πνευματικούς ήγέτας τοΰ άναστήματος τοΰ πατρός Άμφιλοχίου.

Αλλ’ ή προτροπή τοΰ Θεοΰ «άγιοι γίνεσθε» απευθύνεται προς όλους τούς χριστιανούς. Διατί, λοιπόν, τά άγια αύτά ύποδείγματα είναι τόσον ολίγα τώρα; Οί φωτεινοί αύτοί ήγέται δεν γίνονται άπό μόνην τήν ίδικήν των προθυμίαν. Τούς άναδεικνύει ή Χάρις τοΰ Χριστού. Αύτό άπαντα ό άπόστολος Παύλος λέγων «ένί έκάστω ήμών έδόθη ή Χάρις κατά τό μέτρον τής δωρεάς τοΰ Χριστού» (Έφ. δ' 7). Αύτός άναδεικνύει τούς ήγέτας «αποστόλους, προφήτας, εύαγγελιστάς ποιμένας καί διδασκάλους προς καταρτισμόν των άγιων» (Έφ. δ' 11). Αλλ’ ώς πολλάκις εϊπομεν, ό Θεός «ταπεινοΐς δίδωσι χάριν» (Α' Πέτρ. ε' 5).

Έκ των ανωτέρω συνάγεται σαφώς, ότι τό σπανίζον εις τήν εποχήν μας είναι ή ταπείνωσις ή έλκύουσα τήν Θείαν Χάριν, ή όποια άναδεικνύει τά μεγάλα αναστήματα, τούς ύποδειγματικούς ήγέτας. Αλλά μή λησμονώμεν, ότι τό τέρμα τής προσπάθειας μας είναι νά «καταντήσωμεν οί πάντες εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ήλικίας τοΰ πληρώματος τοΰ Χριστού» (Έφ. δ' 13). Ό άγιασμός, λοιπόν, δεν είναι μόνον διά τούς ολίγους, αλλά διά «πάντας». Διό καί ό Παύλος μάς προειδοποιεί νά έπιδιώκωμεν «τον άγιασμόν οΰ χωρίς ούδείς όψεται τον Κύριον» (Έβρ. ιβ' 14).
Πολλοί άκούοντες την φοβέραν αύτήν προειδοποίησή τοΰ Παύλου καί βλέποντες τάς πολλάς ελλείψεις καί άδυναμίας των στενάζουν. «”Ας συνεχίσουν, όμως, τον άγώνα των καί ας μη άπελπίζωνται, διότι «έγγίζει ή άπολύτρωσίς των». Ή συναίσθησίς των αύτή είναι σημείον καλόν. 'Ένας νέος μοναχός παρεπονεΐτο διά τάς άτελείας του προς έμπειρον καί άγιον πνευματικόν. Καί εκείνος τοΰ άπήντησε «δεν ήθελα νά σοΰ τό εΐπω, άλλ’ έπειδή βλέπω ότι  καταπίπτεις, σοΰ λέγω ότι  τώρα είσαι καλλίτερα άπο άλλοτε ταπείνωσις γάρ έστι».

Πνευματικός ήγέτης εξ ’Αθηνών έπεσκέφθη προ έτών επαρχιακήν πόλιν. Οί χριστιανοί τής πόλεως εκείνης τοΰ είπον, ότι  έστεροΰντο πνευματικού ηγέτου. Καί εκείνος τούς άπήντησεν «άναδειχθήτε σείς». ’Αλλά πώς θά άνεδεικνύοντο; ’Άν προσέξωμεν τό προαναφερθέν χωρίον τής προς Έφεσίους, θά ’ίδωμεν ότι  τον δρόμον καί τον τρόπον ύπέδειξεν εις ήμάς ό Χριστός. «Διό λέγει άναβάς εις ΰψος ήχμαλώτευσεν αιχμαλωσίαν καί έδωκε δόματα τοϊς άνθρώποις. Τό δε άνέβη τί έστιν εί μη ότι  καί κατέβη πρώτον εις τά κατώτερα μέρη τής γής; ό καταβάς αύτός έστι καί ό άναβάς ύπεράνω τών ούρανών, ϊνα πληρώση τά πάντα» (Έφ. κεφ. δ' 7  13) καί ώς Θεάνθρωπος. Θά καταβής, λοιπόν, πρώτον διά νά άναβής, Χριστιανέ. Θά ταπεινωθής διά νά ύψωθής καί άναδειχθής (Πρβλ. Φιλ. 6' 7  9).

7.   Ή ταπείνωσις καί ή γνώσις τής αλήθειας

Ή έφεσις και σπουδή προς γνώσιν τής σωτηριώδους άληθείας είναι και αύτή άρετή. Διό ό άπόστολος Πέτρος προτρέπει τούς Χριστιανούς λέγων «σπουδήν πάσαν παρεισενέγκαντες επιχορηγήσατε εν τή πίστει ύμών τήν άρετήν, εν δέ τή άρετή τήν γνώσιν...» (Ε΄ κεφ. α' 5). Χρειάζεται και ή ίδική μας επιμέλεια και συνεργασία. Δεν είναι, όμως, άρκετή. Διά τούτο και ό άπόστολος κατακλείει τήν έπιστολήν του λέγων «αύξάνετε δέ έν χάριτι καί γνώσει τού Κυρίου ήμών καί σωτήρος ’Ιησού Χριστού» δηλ. αύξάνεσθε δέ εις τήν χάριν καί εις τήν γνώσιν, τήν όποιαν δίδει ό Κύριος ήμών καί σωτήρ ’Ιησούς Χριστός.

Τό θαύμα τής έπιστροφής καί σωτηρίας τού εύνούχου Κανδάκης, τό όποιον ιστορούν αί Πράξεις (η' 26...) συνετελέσθη ύπό τού 'Αγίου Πνεύματος, όχι μόνον χάρις εις τήν εύλάβειαν καί τήν έπιμέλειαν τού άνθρώπου αυτού, άλλα καί χάρις εις τήν ταπείνωσίν του. «Δυνάστης», ήτοι άξιωματούχος μεγάλος αύτός, δέχεται τήν έρώτησιν ενός άσημου καί άγνώστου οδοιπόρου. 'Ομολογεί ταπεινώς τήν άγνοιαν του, παρακαλεΐ τον Φίλιππον ν’ άνέλθη είς τό άρμα του καί νά παρακαθήση παρά τον λαμπροφοροΰντα ύπουργόν τών οικονομικών ένας πτωχός άνθρωπος...

Έξ άλλου, δέν πρέπει νά θεωρήσωμεν ώς τυχαίαν σύμπτωσιν, τό ότι  τήν στιγμήν κατά τήν όποιαν τό "Αγιον Πνεύμα είπε προς τον Φίλιππον «πρόσελθε καί κολλήθητι τώ άρματι τούτω» ό Αίθίοψ άνεγίνωσκε τό περίφημον έκεΐνο χωρίον, δπου ό προφήτης Ήσαϊας όμιλεϊ περί τής έν τοΐς παθήμασιν άνεκδιηγήτου ταπεινώσεως τού Κυρίου. Άν «ό φωτισμένος νούς» του άγίου ’Ισαάκ τοϋ Σύρου (ώς έχαρακτήρισε τούτον σπουδαίος Ρώσος θεολόγος), ήσθάνθη ίλιγγον, όταν ήθέλησε νά όμιλήση περί τού θέματος τούτου (Λόγος κ'), πόσον μάλλον ήμεΐς έχομεν άνάγκην, προς κατανόησιν αύτοΰ, ν’ άπευθύνωμεν ταπεινήν έπίκλησιν προς τό Πνεύμα, όπως έλθη καί σκηνώση έν ήμΐν, καί διδάξη ημάς πάσαν την ’Αλήθειαν.

Προ Χριστού ή άνθρωπότης έπλανάτο εις πολλά βασικά καί θεμελιώδη ζητήματα. Ό Κύριος ’Ιησούς ήλθεν εις τον κόσμον «ΐνα μαρτυρήση τή άληθεία» (Ίω. ιη' 37). Είναι ό μοναδικός διδάσκαλος τών ύψίστων άληθειών. Άλλ’ «ούδείς γινώσκει τις έστιν ό Υιός, εί μη ό Πατήρ, καί τις έστιν ό Πατήρ, εί μη ό Υιός καί ω έάν βούληται ό Υιός άποκαλύψαι» (Λουκ. \' 2122). Καί προς τον Πέτρον είπεν, ότι την μεγίστην άλήθειαν περί τής προσωπικότητος τού Χριστού δεν τού την «άπεκάλυψεν σαρξ καί αίμα (δηλ. άνθρωπος), άλλ’ ό Πατήρ μου ό έν τοΐς ούρανοΐς» (Ματθ. ις' 17).
Άλλ’ αύτή ή άνωθεν άποκάλυψις τής άληθείας προς τον άνθρωπον προϋποθέτει συναίσθησιν τής άγνοιας του. Θά παραδεχθής την άγνοιάν σου, θά μαθητεύσης παρά τούς πόδας τοϋ ’Ιησού, ώς ή Μαρία (τοϋ Λαζάρου) καί ό Πέτρος, καί τοιουτοτρόπως θά γνωρίσης την άλήθειαν. Θέλεις τρανό παράδειγμα; Ίδέ τον εύνοϋχον Κανδάκης (Πραξ. η' 26  40). Θέλεις καί άντίστροφον άπόδειξιν; Ίδέ τούς έν Ίω. κεφ. θ' Φαρισαίους, επαναλαμβάνοντας συνεχώς, «οΐδαμεν καί οϊδαμεν δηλαδή γνωρίζομεν, ξεύρομεν». Ή ύψηλή ιδέα τήν οποίαν σχηματίζουν οί άνθρωποι περί εαυτών... καθίσταται έν τή καρδία πυκνόν νέφος άχλύος, παρεμποδίζον τον άνθρωπον, τον φρονοϋντα πλέον ότι δεν έχει άνάγκην τής οδηγίας ούδενός, νά εκτίμηση την άλήθειαν.

"Οταν ό Κύριος έδικάζετο ένώπιον τοΰ Πιλάτου είπε «εγώ εις τούτο γεγέννημαι καί εις τούτο έλήλυθα εις τον κόσμον, ϊνα μαρτυρήσω τή άληθεία. Πας ό ών έκ τής άληθείας ακούει μου τής φωνής, λέγει αύτώ ό Πιλάτος· τί έστιν άλήθεια» (Ίω. ιη' 37). Την άπάντησιν εις τό ερώτημα είχε δώσει προ πολλοΰ ό Κύριος λέγων «έγώ εϊμι ή οδός καί ή άλήθεια καί ή Ζωή» (Ιω. ιδ' 6). «Έάν μείνητε εν τώ λόγω τώ έμώ, άληθώς μαθηταί μού έστε, καί γνώσεσθε την αλήθειαν, καί ή αλήθεια ελευθερώσει ύμάς» (Ίω. η' 3132).

Ή γνώσις, λοιπόν, τής Άληθείας ταυτίζεται προς την γνώσιν τής προσωπικότητος καί τού λόγου τοΰ Χριστού. Διά νά γνωρίσης τον Χριστόν ’Αλήθειαν χρειάζεται αύτογνωσία καί συνεπώς ταπεινοφροσύνη. «Εί δούλη γνώναι τον Θεόν, προλαδών γνώθι σαυτόν» (Γρηγόριος Ναζιανζηνός). Ή γνώσις τής Άληθείας δεν είναι θεωρία καί θέμα άνθρωπίνης έπιστήμης. Υπερβαίνει την πεπερασμένην άνθρωπίνην δύναμιν καί κατάληψιν. Είναι θέμα άνωθεν άποκαλύψεως. Συνδέεται προς τό μυστήριον τής Αγίας Τριάδος. Διά τούτο καί ό Κύριος είπε «καί ούδείς έπιγινώσκει τίς έστιν ό υιός, εί μη ό Πατήρ, καί τίς έστιν ό Πατήρ, εί μη ό Υιός, καί ω έάν βούληται ό υιός άποκαλΰψαι» (Αουκ. ι' 22).

Μία άκόμη άπόδειξις περί τής (διά τής ταπεινώσεως) γνώσεως τής άληθείας είναι καί ή περίπτωσις τού συσταυρωθέντος μετά τοΰ Χριστού ληστοΰ. Πόθεν έμαθεν ό ληστής την ύψηλήν θεολογίαν την οποίαν διετύπωσε κρεμάμενος έπί τού σταυρού του; Διακηρύσσει την αιωνιότητα τοΰ Χριστού. Τον ονομάζει Κύριον και Βασιλέα. Προβλέπει τον θρίαμβόν Του καί ζητεί τό έλεος Του εν τη Βασιλεία Του εκείνη. Εύλογημένη ταπείνωσις Βλέπεις καί κατανοείς όσα δεν κατανοούν οί θεωρούμενοι σοφοί καί επιστήμονες. Προβλέπεις άκόμη καί τά μέλλοντα. Ό ληστής καθορίζει σαφώς την φύσιν καί τον χαρακτήρα τής μελλοντικής βασιλείας τού Χριστού, πράγμα τό όποιον μηδέ οί άπόστολοι καί μετά άκόμη από την άνάστασίν Του εΐχον κατανοήσει (πρβλ. Πραξ. α' 6). «Κύριε εί έν τώ χρόνω τούτω άποκαθιστάνεις την βασιλείαν τώ ’Ισραήλ;».

Αί Άθήναι ήσαν πιθανώτατα τό έκλεκτότερον δείγμα έθνικής πόλεως έξ όσων ό Παύλος ήδύνατο τότε να ϊδη. ΤΗτο κέντρον τών διανοουμένων καί πεπαιδευμένων φιλοσόφων, τών έκλεκτοτέρων καλλιτεχνών, τών διασημοτέρων ρητόρων καί συζητητών. Άλλ’ ό άληθής Θεός ήτο άγνωστος... Ή ύψίστη διανοητική παίδευσις δεν εξασφαλίζει τον άνθρωπον από τήν πλάνην έπί τού θρησκευτικού πεδίου, ούτε ή πρόοδος είς τήν τέχνην προφυλάττει αύτόν άπό τάς χονδροειδεστάρας δεισιδαιμονίας. Τούτο άπεδείκνυεν, ότι ό άνθρωπος δεν δύναται νά γνωρίση τήν περί Θεού καί σωτηρίας τής ψυχής του άλήθειαν άνευ θείας άποκαλύψεως.

Άντιθέτως, μάλιστα, ή δοκησισοφία είναι τό μεγαλύτερον έμπόδιον δι’ αύτήν. Εΐδομεν είς τάς ήμέρας μας διάσημον ατομικόν επιστήμονα (= έρευνητήν τής ατομικής ένεργείας) νά άνακαλύπτεται ότι διατηρεί μυστικάς χαρτοπαικτικάς λέσχας, καί άλλους, τέλος, έκδοτους είς πάθη καί αθλιότητας άκατανομάστους. Ό ιερός Χρυσόστομος λέγει «εύχαρίστήσε τον Δεσπότην, διότι μάς εύηργέτησε με τοιαύτα πράγματα, τα όποια δεν δύναταί τις νά μάθη άνευ τής εξ ούρανοΰ βοήθειας και έμπνεύσεως».

'Υπάρχουν πολλοί δεικνύοντες εξαιρετικήν εύφυΐαν εις ώρισμένα ζητήματα και οί όποιοι θεωρούνται μορφωμένοι... και όμως άγνοοΰν τήν διδασκαλίαν τοΰ Κυρίου καί δεν δεικνύουν, ούδ’ απλήν περιέργειαν δι’ εκείνα εις τά όποια επιθυμούν «άγγελοι παρακϋψαι» (Α' Πέτρ. α' 12). ’Ενδέχεται νά είναι, εις ώρισμένον κλάδον τής Επιστήμης, παγκοσμίου φήμης επιστήμονες καί εις τό σχολεΐον τοΰ Χριστού νά είναι άστοιχείωτοι ή καί ανεπίδεκτοι μαθήσεως... ’Απορεί καί θαυμάζει (κανείς), πώς οί άνθρωποι αύτοί, εις ζητήματα τόσον ούσιώδη διά τήν σωτηρίαν τής ψυχής των, παρουσιάζονται τόσον άμαθεΐς καί παράλογοι. Τήν άπάντησιν είς τήν άπορίαν αύτήν δίδει ό Παύλος λέγων «ούαί οί σοφοί παρ’ έαυτοΐς καί ένώπιον αύτών έπιστήμονες». Ό κομπασμός, λοιπόν, καί ή έωσφορική έπαρσις «έτύφλωσε τά νοήματα των άπιστων είς τό μη αύγάσαι αύτοϊς τον φωτισμόν τού εύαγγελίου τής δόξης τού Χριστού, δς έστιν είκών τού Θεού». Διό καί ό Παύλος έταπείνωσεν έαυτόν έως έδάφους λέγων «ού γάρ έαυτούς κηρύσσομεν, αλλά Ίησούν Χριστόν Κύριον, εαυτούς δε δούλους ύμών διά ’Ιησού (δηλ. προς δόξαν τού ’Ιησού)» (Β' Κορ. δ' 3  5).
Υπέρ κατάληψιν άλήθειαι είναι φυσικόν νά παρουσιάζωνται είς τήν θείαν άποκάλυψιν, διά τής όποιας διδασκόμεθα περί πραγμάτων ύπέρ αϊσθησιν καί τοΰτ’ αύτό ούρανίων. Αύταί, όμως, άποδεικνύουν καί έάν ή πίστις μας είναι πραγματική. Είναι αύταί λίθοι προσκόμματος προς πτώσιν των ύπερηφάνων, καί των μή ταπεινουμένων καρδιών. Περί των ύπέρ αΐσθησιν πραγμάτων μόνον ό ’Ιησούς ώμίλησε μετ’ αύθεντίας και μετά λόγου γνώσεως· «ήν γάρ διδάσκων ώς εξουσίαν εχων» (Ματθ. ζ' 29). "Οσοι, λοιπόν, άναζητοΰν την άλήθειαν, ας άφήσουν τούς πιθανολογοΰντας καί ας εξετάσουν χωρίς προκατάληψιν την προσωπικότητα τοΰ Χριστού. Τούτο, εν τελευταία αναλύσει, είναι το πρόβλημα της γνώσεως τής άληθείας.

«Εκείνοι δε (οι Φαρισαίοι) ούκ εγνωσαν τίνα ήν α έλάλει αύτοΐς» (Ίω. Τ 6). Βαρεία είναι ή ένοχή καί μεγάλη ή καταισχύνη πολλών, οί όποιοι άκούουν μεν τον λόγον τού Θεού, άλλα δεν κατανοούν αύτόν καί τούτο διότι ή θέλησίς των δεν είναι εύθεΐα, τό έσωτερικόν των δεν είναι κεκαθαρμένον καί δι’ αύτό παρανοούν. Οί Φαρισαίοι εΐχον μεγάλην ιδέαν περί τών γνώσεών των. Συχνάκις οί έπί ταΐς γνώσεσιν αύτών καυχώμενοι είναι δλως άστοιχείωτοι εις τά άφορώντα εις τον Θεόν.
"Αν είναι σπουδαϊον να γνωρίζη ό άνθρωπος την άλήθειαν περί παντός πράγματος, άκόμη έτι περισσότερον είναι προκειμένου περί τών μεγάλων μεταφυσικών ζητημάτων. Προς τούτο είχε προικισθή ό άνθρωπος δι’ άξιολόγων διανοητικών ικανοτήτων, διά τών όποιων θά ήδύνατο διά μέσου τών ποιημάτων νά γνωρίση τον ποιητήν καί τάς ιδιότητας Αύτοΰ. Ή πτώσις, όμως, αύτού καί ή άπομάκρυνσις άπό τών στοιχειωδών κανόνων τής ηθικής, ώς είναι πασίγνωστον, ήμβλυνε τάς ικανότητας αύτάς τού άνθρώπου. Εντεύθεν έχει άνάγκην έξωθεν οδηγού, διά νά γνωρίση την άλήθειαν. Διά τούτο καί ό προφήτης παρακαλευ «όδήγησόν με, Κύριε, έπί την άλήθειάν Σου καί δίδαξόν με, ότι  συ εί ό Θεός ό Σωτήρ μου» (Ψαλ. κδ' 50. Παρεμβάλλεται, όμως, εις τοϋτο ένα μέγα έμπόδιον: ή αμαρτία. Διά τοΰτο ό προφήτης παρακαλεύ «μνήσθητι τών οίκτιρμών σου. Κύριε και τα έλέη σου... αμαρτίας νεότητάς μου καί άγνοιας μου μη μνησθής» (στίχ. 6, 7). Ή τοιαύτη άναγνώρισις καί ταπείνωσις τοϋ άνθρώπου άνατρέπει τό σκοτεινόν μεσότοιχον τής ύπερηφανείας καί φωτίζεται οΰτος. Διότι, ώς λέγει καί ό άγιος Έφραίμ, «ή έπαρσις εκτυφλώνει τούς οφθαλμούς τής διανοίας, ή δε ταπείνωσις έν άγάπη θέλει φωτίσει αυτούς, θέλει διδάξει πραεΐς οδούς αύτοΰ». Ό φωτισμός μας, λοιπόν, καί ή γνώσις τής άληθείας έχουν ώς προϋπόθεσιν την ταπείνωσίν μας. Δεν όμιλοΰμεν περί κάποιας ψιλής γνώσεως, άλλά περί έμπεδωμένης καί σταθεράς πεποιθήσεως.

Κατά γενικήν ομολογίαν τό μέγιστον γεγονός εις την ιστορίαν τής άνθρωπότητος είναι ή έμφάνισις τού ’Ιησού Χριστού. Ό προφήτης Συμεών είπε προς την Παναγίαν, ότι Αύτός θά είναι «σημεΐον άντιλεγόμενον». Ό Εύαγγελιστής ’Ιωάννης μάς πληροφορεί, ότι πράγματι «ήτο πολύς γογγυσμός περί αύτοΰ μεταξύ τών όχλων άλλοι μεν έλεγον ότι  είναι καλός· άλλοι δε έλεγον δχι, άλλ’ ότι  πλανά τον όχλον»... Ό ’Ιησούς, όμως, δεν άφήκε την άνθρωπότητα νά κλυδωνίζηται εις τό πέλαγος τής άμφιβολίας καί τής άβεβαιότητος, άλλά μάς έδωκε τον κανόνα διά τού οποίου δυνάμεθα νά διακρίνωμεν την άλήθειαν τού ψεύδους. «Άπεκρίθη (λοιπόν) προς αύτούς (τούς διαφωνούντας) ό ’Ιησούς καί είπεν. Ή ίδική μου διδαχή δεν είναι άπ’ εμού, άλλά τού πέμψαντός με. ’Εάν τις θέλη νά κάμη τό θέλημα Αύτοΰ (δηλ. τού Θεού) θά γνωρίση περί τής διδαχής μου, αν είναι εκ τού Θεού, ή αν έγώ λαλώ άπ’ έμαυτοΰ.

"Οστις λαλεϊ άφ’ έαυτοΰ, ζητεί την δόξαν την ίδικήν του, οστις όμως ζητεί την δόξαν τοΰ πέμψαντος αύτόν, οΰτος είναι άληθής» (Ίω. ζ' 1216). Ή ταπείνωσις, λοιπόν, είναι τό άσφαλέστερον μέσον διά νά γνωρίσωμεν την αλήθειαν, καί διακρίνωμεν αύτήν τής πλάνης (πρβλ. Β' Κορ. α' 35).
Ή έπίγνωσις τοΰ Υίοΰ τοΰ Θεοΰ (Έφ. δ' 13) είναι άναμφισβητήτως τό κορύφωμα τής γνώοεως τής άληθείας. Τοΰτο γίνεται προοδευτικώς. Εις τούς πορευομένους είς Έμμαούς ό Χριστός πρωτίστως διανοίγει τάς Γραφάς, διότι αύταί μαρτυρούν περί αύτοΰ είς τούς έρευνώντας αύτάς. Είτα συναντά τούτους έν τή τραπέζη Του. Ούχί πλέον έν συνήθει, άλλ’ έν τραπέζη μυστική, όπου μεταδίδει τό σώμα του καί τό αίμα του καί έπιγινώσκεται ύπ’ αύτών έν τή κλάσει τού άρτου. Τελειούται δε τό έργον τούτο τής γνωστοποιήσεως διά τής διανοίξεως των οφθαλμών τής διανοίας των δι’ άμέσου έπενεργείας τής Θείας Χάριτος. (Λουκ. κδ' 33).

Ό καθ’ ύπερβολήν αξιωθείς άνωθεν άποκαλύψεων Παύλος, ό όποίος  έγνώρισεν τον Υιόν τού Θεού καί τό Εύαγγέλιον αύτού δι’ άποκαλύψεων (Γαλ. α' 11, 12, 16), έγνώριζεν έκ πείρας την προοδευτικήν ταύτην κλίμακα τών άποκαλύψεων, όταν έγραφε προς τούς Έφεσίους τό «μέχρι καταντήσωμεν οί πάντες είς την ένότητα τής πίστεως καί τής έπιγνώσεως τού Υιού τού Θεού, είς άνδρα τέλειον, είς μέτρον ηλικίας τού πληρώματος τού Χριστού» (δ' 13). Διότι ή έντολή την οποίαν ό Κύριος δίδει είς αύτόν (Πράξ. κβ' 10), έμφαίνει, ότι  αί αποκαλύψεις του θά έγίνοντο είς αύτόν βαθμηδόν. ’Έπρεπε ό Παύλος, δι’ έλευθέρας ύποταγής τής θελήσεώς του, νά δεχθή την ευεργετικήν έπίδρασιν τής μιας, διά νά έπακολουθήση έπειτα και άλλη. ’Έπρεπε πρώτον νά κατανόηση πλήρως, ότι  ήμάρτανε διώκων τον Ίησοΰν, νά ταπεινωθή διά την άμαρτίαν.του αύτήν, νά συναισθανθή αύτήν και νά μετανοήση, διά νά καταστή άξιος και νέου φωτισμού παρά Κυρίου.
Αύτή, λοιπόν, ή συναίσθησις τής ψυχικής άθλιότητος καί ή εντεύθεν ταπείνωσις είναι ή πρώτη κρούσις τής Θείας Χάριτος. Ή Χάρις νύττει τά βάθη τής συνειδήσεως καί διανοίγει τούς οφθαλμούς τού άνθρώπου, ϊνα ϊδη τήν κατάστασιν αύτού καί άναζητήση το μέσον τής σωτηρίας. Άν ή ψυχή άντιδράση εύμενώς εις τήν πρώτην κρούσιν, έπακολουθεΐ ή δευτέρα φάσις τού θείου φωτισμού. «’Έγειρε ό καθεύδων καί άνάστα έκ τών νεκρών, καί έπιφαύσει σοι (= θά σε φωτίση) ό Χριστός» (Έφ. ε' 14).

Πολλοί, έξ εκείνων οί όποιοι δεν ήκολούθησαν είδικάς σπουδάς περί τήν Γραφήν, άλλ’ οί όποιοι είναι ειλικρινείς, ζηλωταί, διά τής τηρήσεως τού Θείου Νόμου καί τής έξ αύτής άποκομιζομένης πείρας καί διά τών προσευχών..., έμβαθύνουν περισσότερον παρ’ όσον μεγάλοι θεολόγοι. Ή κατανόησις ή ή γνώσις αύτή τής άληθείας είναι κάτι πολύ περισσότερον από τήν θεωρητικήν καί έπιστημονικήν γνώσιν. Ή γνώσις καί κατανόησις αύτή ταυτίζεται προς την οίκείωσιν τής άληθείας..., «καί γνώσεσθε τήν άλήθειαν καί ή άλήθεια ελευθερώσει ύμάς» (Ίω. η' 32).
Ή άγνοια τών ’Ιουδαίων είναι άξιόμεμπτος, διότι, εάν άνεγίνωσκον μετ’ ειλικρίνειας καί ταπεινώσεως τήν Π. Διαθήκην, δεν θά κατείχοντο ύπό τής άγνοιας ταύτης. Οί άνθρωποι είναι δυνατόν νά ομιλούν με φαινομενικώς βαθεϊς και λεπτούς συλλογισμούς περί Θεού και όμως να τον άγνοοϋν.

«Έγώ δε οΐδα αύτόν... και τον λόγον αύτοϋ τηρώ». Ό ’Ιησούς είς την ζωήν Του μετέβαλλεν εν πλήρει συνέπεια την περί Θεού άμεσον και τελείαν γνώσιν του είς ένέργειαν ύπακοής προς τον Πατέρα Του. Εκείνοι μόνον γνωρίζουν τον Θεόν πράγματι οί όποιοι τηρούν τον λόγον αύτού (πρβλ. Α' Ιω. β' 3). Ή ύπακοή, ήτοι ή έφηρμοσμένη ταπείνωσις, είναι τό μέτρον τής γνώσεώς μας.
Μετά την άνάληψιν τού Σωτήρος ή άποκάλυψις αύτή συνεχίζεται ύπό τού κατελθόντος καί μένοντος είς την ’Εκκλησίαν 'Αγίου Πνεύματος. Γίνεται δε όσον έγχωρεΐ (= είναι δυνατόν) έκάστω άνθρώπω «κατά τό μέτρον τής δωρεάς τού Χριστού» καί τής έπιδεκτικότητος έκαστου. Πάσας τάς θύρας κρούει ό Κύριος, άλλα δεν ανοίγουν πάσαι. Συμβαίνει δ,τι καί είς την εποχήν μας. Έάν θελήση κανείς να είσέλθη είς πλουσιόσπιτον, εύρίσκει τάς βαρείας θύρας έρμητικώς κεκλεισμένας. Πρέπει ν’ άναγγελθή ύπό τού θυρωρού καί πολλάκις λαμβάνει άπάντησιν, «ότι  δεν είναι εκεί, ή ότι  δεν εύκαιρούν». Είναι οί έχοντες τό αίσθημα τής αύταρκείας, οί πεποιθότες έπί τον πλούτον αύτών, καί «λέγοντες ότι  πλούσιός είμι καί ούδενός χρείαν έχω»· καί δεν γνωρίζουν ότι  αύτοί «είναι οί ταλαίπωροι καί πτωχοί» (Άποκ. γ' 17, 22). Ένώ οί έχοντες συναίσθησιν τής πνευματικής των πτωχείας, άνοίγουν άμέσως καί πλήρεις χαράς συνδειπνοΰν μετά τού Κυρίου. Αύτοί άξιούνται τής άνωθεν άποκαλύψεως καί τού φωτισμού.

Άνακεφαλαιοΰντες, λέγομεν ότι  ή έπίγνωσις της σωζούσης άληθείας γίνεται δι’ άποκαλύψεως άνωθεν εις τούς ταπεινούς· ώς εις τούς μαθητάς (Ματθ. ια' 25) καί τον Πέτρον (Ματθ. ις' 13  17) καί τον Παύλον (Γαλ, α' 11  16) τούς έν Βαβυλώνι 3 παΐδας καί τον Δανιήλ (κεφ. α')· Αύτοί μανθάνουν, οίκειοποιοΰνται, κατέχουν μονίμως, τηρούν τον λόγον τής άληθείας καί καρποφορούν. "Οσοι δεν έχασαν τον κοινόν νοΰν, συμμαρτυρούσης αύτών τής συνειδήσεως, αισθάνονται τό βαρύ φορτίον τού εγωισμού καί τής άσωτείας των, καί ακούουν την φωνήν τού λέγοντος «δεύτε προς με πάντες οί κοπιώντες καί πεφορτισμένοι, κάγώ αναπαύσω ύμάς». Τοιουτοτρόπως συντετριμμένοι καί τεταπεινωμένοι γνωρίζουν την έν Χριστώ ’Αλήθειαν.




Εισαγωγή κειμένων  και αναρτήσεων σε πρώτη αποκλειστική δημοσίευση  στό Ορθόδοξο Διαδίκτυο από το Βιβλίο :
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑΝ ΓΡΑΦΗΝ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Η ηλεκτρονική επεξεργασία αναρτήσων κειμένων, τίτλων  και εικόνων έγινε από τον N.B.B
Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή κειμένων σε Ορθόδοξα Ιστολόγια, αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα ,χωρίς περικοπές που πιθανόν να το αλλοιώνουν για μη εμπορικούς σκοπούς,με βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή :

© ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

 


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Follow by Email

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Γίνεται Μέλος στο Ιστολόγιο

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |