ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: 22 Β΄ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

22 Β΄ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ




ΓΡΑΦΗ

Εισαγωγή

   Το βιβλίο “Β' Μακκαβαίων" δεν αποτελεί συνέχεια του προηγούμενου ομώνυμου βιβλίου, αλλά ανεξάρτητο έργο. Ο τίτλος του οφείλεται στο περιεχόμενό του, που α-ναφέρεται σε γεγονότα της ίδιας με το A' Μακκαβαίων περιόδου.
   Το Β'Μακκαβαίων γράφτηκε πρωτοτύπως στα ελληνικά ως επιτομή ενός πεντάτομου έργου κάποιου Ιάσονα Κυρηναίου. Στην ελληνική μετάφραση των Εβδομήκοπα (θ') κατατάσσεται στα "Ιστορικά Βιβλία" της Παλαιάς Διαθήκης, ενώ δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των βιβλίων της Εβραϊκής Βίβλου.
   Η αφήγηση, που καλύπτει περίοδο 15 ετών, αρχίζει με το τέλος της βασιλείας του ΣελεύκουΔ'του Φιλοπάτορα (187-175 π.Χ.) και ολοκληρώνεται με την τελευταία νίκη του Ιούδα Μακκαβαίου, λίγο πριν από το θάνατό του (161 π.Χ.). Στα δύο πρώτα κεφάλαια περιέχονται δύο επιστολές των Ιουδαίων της Ιερουσαλήμ προς τους συμπατριώτες τους της Αιγύπτου, με τις οποίες τους πληροφορούν για τη γιορτή των Εγκαινίων του ναού και τους καλούν να γιορτάσουν μαζί τους. Ακολουθεί αναφορά στην πολιτική των Σελευκιδών κατά των Ιουδαίων, αλλά και στις διαμάχες για την εξασφάλιση του αρχιερατικού αξιώματος. Η ενότητα τελειώνει με την περιγραφή του μαρτυρίου του γέροντα γραμματέα Ελεάζαρου, καθώς και των εφτά αδερφών και της μητέρας τους.
   Το υπόλοιπο έργο είναι αφιερωμένο στην έκθεση της ιστορίας που περιγράφεται στα 7 πρώτα κεφάλαια του A' Μακκαβαίων. Η έκθεση γίνεται σε δύο ενότητες που ολοκληρώνονται, η πρώτη με το θάνατο του Αντιόχου Δ' του Επιφανούς, ο οποίος βεβή-λωσε το ναό, και η δεύτερη με το θάνατο του στρατηγού Νικάνορα, ο οποίος απείλησε το ναό. Στο τέλος της κάθε ενότητας γίνεται Λό/ος για τη θεσμοθέτηση μιας αντίστοιχης γιορτής, στις οποίες αναφέρονται και τα δύο εόρτια γράμματα των δύο πρώτων κεφαλαίων.

   Μέοα από την ιστορική αφήγηση ο συγγραφέας επιχειρεί να τονίσει τη θρησκευτική πλευρά της μακκαβαικής εξέγερσης και να δώσει τη θεολογική ερμηνεία των γεγονότων. Το ενδιαφέρον του επικεντρώνεται στο ναό, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην πιστότητα στο νόμο και προβάλλεται η ιδέα του μαρτυρίου υπέρ της πίστεως, ενώ ταυτόχρονα διακηρύσσεται η πίστη στην ανάσταση των νεκρών.
  
Διάγραμμα του περιεχομένου
    1 Εόρτιες επιστολές:
    2. Πρόλογος:
1,1-2,18
2,19-32
     3.  Η αντιιουδαίκή πολιτική των Σελευκιδών και οι διαμάχες για την αρχιερατεία:
     4.  Η μακκαβαίκή επανάσταση:
       8,1-10,8:  Πρώτες νίκες του Ιούδα - θάνατος του Αντιόχου
0,9-15,39: Συνέχιση του απελευθερωτικού αγώνα - θάνατος του Νικάνορα 3,1-7,42
8,1-15,39






 


Β΄ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ 1
Πρώτη επιστολή προς τους Ιουδαίους της Αιγύπτου με την ευκαιρία των Εγκαινίων του ναού
1Οι Ιουδαίοι των Ιεροσολύμων και της Ιουδαίας εύχονται στ’ αδέρφια τους στην Αίγυπτοα κάθε χαρά και ειρήνη.
2Είθε ο Θεός να σας ευεργετεί και να τηρεί τη διαθήκη που έκανε με τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ, τους πιστούς δούλους του. 3Να εμπνεύσει σε όλους σας το σεβασμό του και τη διάθεση να κάνετε το θέλημά του με όλη την καρδιά σας και την ψυχή σας. 4Να σας βοηθήσει να κατανοήσετε το νόμο και τις εντολές του και να σας χαρίζει ειρήνη. 5Ν’ ακούσει τις δεήσεις σας και να συμφιλιωθεί μαζί σας και ποτέ να μη σας εγκαταλείψει σε δύσκολες περιστάσεις. 6Εμείς εδώ τώρα στην Ιουδαία προσευχόμαστε για σας.
7Το έτος 169, όταν βασιλιάς της Συρίας ήταν ο Δημήτριος και τα δεινά μας ήταν σε μεγάλη έξαρση εκείνα τα χρόνια, σας είχαμε γράψει για τον Ιάσονα και τους άντρες του, οι οποίοι στράφηκαν εναντίον του βασιλιά Θεού μας στους αγίους τόπους.β 8Έβαλαν φωτιά στις πύλες του ναού και κατέσφαξαν πολλούς αθώους. Τότε προσευχηθήκαμε στον Κύριο κι ο Κύριος μας άκουσε· του προσφέραμε ολοκαυτώματα και αναίμακτες θυσίες, ανάψαμε τις λυχνίες του ναού και τοποθετήσαμε τους άρτους στην τράπεζα της προθέσεως.
9Τώρα εσείς φροντίστε να τηρήσετε τη γιορτή της Σκηνοπηγίας του έτους 188,γ το μήνα Χασελεύ.
Δεύτερη επιστολή (1,10–2,18)
(9,1-29· Α΄ Μακ 6,1-16)
10Οι Ιουδαίοι των Ιεροσολύμων και της Ιουδαίας, οι πρεσβύτεροι και ο Ιούδας εύχονται κάθε χαρά και υγεία στον Αριστόβουλο, απόγονο ιερέων και δάσκαλο του Πτολεμαίου,δ καθώς και στους Ιουδαίους που είναι εγκατεστημένοι στην Αίγυπτο.
11Ευχαριστούμε το Θεό που μας έσωσε από μεγάλους κινδύνους· ήταν σαν να είχαμε παραταχθεί σε πόλεμο ενάντια στο βασιλιά.ε 12Αλλά ο Θεός κατατρόπωσε αυτούς που είχαν έρθει να πολεμήσουν ενάντια στην άγια πόλη. 13Όταν ο βασιλιάς Αντίοχος έφτασε στην Περσία με το στρατό του, που θεωρείτο αήττητος, οι ιερείς της θεάς Ναναίαςς τους έσφαξαν όλους μέσα στο ναό της με τέχνασμα. 14Αυτό έγινε επειδή ο Αντίοχος είχε πάει εκεί με τους δικούς του, με σκοπό να παντρευτεί τη θεά και μετά να πάρει όλους τους θησαυρούς του ναού ως γαμήλιο δώρο από τη νύφη. 15Όταν οι ιερείς της Ναναίας έφεραν μπροστά στον Αντίοχο τα χρήματα κι εκείνος πλησίασε με λίγους άντρες του στο εσωτερικό του ναού για να τα πάρει, οι ιερείς έκλεισαν τις πόρτες του ναού. 16Μετά άνοιξαν μια κρυφή πόρτα στην οροφή και τους έριχναν από πάνω πέτρες, ώσπου τους σκότωσαν. Μετά τους τεμάχισαν τα σώματα, τους έκοψαν και τα κεφάλια και τους πέταξαν σ’ εκείνους που περίμεναν απ’ έξω. 17Ας είναι ευλογητός για όλα ο Θεός μας, που παρέδωσε στο θάνατο τους ασεβείς.
18Επειδή, λοιπόν, πρόκειται να γιορτάσουμε τον καθαρισμό του ναού στις είκοσι πέντε του μήνα Χασελεύ, θεωρήσαμε απαραίτητο να σας δώσουμε όλες αυτές τις διευκρινίσεις, ώστε να θυμηθείτε να τηρήσετε κι εσείς αυτή τη γιορτή, όπως τηρείτε τη γιορτή της Σκηνοπηγίας.
Το θαύμα της φωτιάς την εποχή του Νεεμία
Επίσης να θυμάστε τη γιορτή της φωτιάς που καθιερώθηκε όταν ο Νεεμίας πρόσφερε θυσία, αφού είχε χτίσει το ναό και το θυσιαστήριο. 19Εκείνο τον καιρό, όταν οι πρόγονοί μας οδηγούνταν αιχμάλωτοι στην Περσία, οι ευσεβείς ιερείς πήραν κρυφά φωτιά από το θυσιαστήριο και την έκρυψαν καλά στο κοίλωμα μιας ξερής δεξαμενής, ώστε κανείς να μην ξέρει πού ήταν κρυμμένη. 20Μετά από πολλά χρόνια, όταν ο Θεός έκρινε κατάλληλη τη στιγμή και στάλθηκε από το βασιλιά των Περσών ο Νεεμίας στην Ιερουσαλήμ, έστειλε τους απογόνους εκείνων των ιερέων να φέρουν από την κρυψώνα τη φωτιά. Αυτοί γύρισαν και είπαν ότι δε βρήκαν καμιά φωτιά, παρά μόνο βούρκο. Ο Νεεμίας τους παράγγειλε να βγάλουν λίγο βούρκο και να του τον πάνε. 21Όταν ετοιμάστηκαν οι θυσίες, ο Νεεμίας είπε στους ιερείς να ραντίσουν με το βούρκο τα ξύλα και τα σφάγια για τη θυσία. 22Όταν έγινε κι αυτό, μετά από λίγη ώρα βγήκε ο ήλιος, γιατί πρωτύτερα ήταν συννεφιά και άναψε μεγάλη φωτιά. Όλοι έμειναν κατάπληκτοι. 23Τότε, ενώ καιγόταν η θυσία, ο αρχιερέας Ιωνάθαν οδηγούσε το λαό σε προσευχή και όλοι οι άλλοι, ακόμα κι ο Νεεμίας, ανταπαντούσαν. 24Η προσευχή ήταν η εξής:
«Κύριε, Κύριε Θεέ, δημιουργέ των πάντων, είσαι φοβερός και δυνατός, δίκαιος και σπλαχνικός. Ο μόνος βασιλιάς, ο μόνος καλός. 25Είσαι ο μόνος χορηγός, ο μόνος δίκαιος, παντοδύναμος κι αιώνιος κι ελευθερώνεις το λαό του Ισραήλ από κάθε συμφορά. Εσύ διάλεξες τους προγόνους μας και τους ξεχώρισες για λαό σου. 26Δέξου αυτή τη θυσία για χάρη όλου του λαού σου, των Ισραηλιτών. Προστάτεψέ μας, τους εκλεκτούς σου, και αγίασέ μας. 27Λύτρωσε όσους από μας είναι υπόδουλοι ανάμεσα στα έθνη και συγκέντρωσε ξανά τους διασκορπισμένους του λαού μας. Ρίξε το σπλαχνικό σου βλέμμα στο λαό μας, που πολλοί τον περιφρονούν και τον μισούν, κι ας μάθουν τα έθνη ότι εσύ είσαι ο Θεός μας. 28Τιμώρησε εσύ όσους μας καταπιέζουν και μας προσβάλλουν με αλαζονεία 29κι εγκατάστησε πάλι το λαό σου στον άγιο τόπο σου, όπως το έχει πει ο Μωυσής».
30Μετά οι ιερείς άρχισαν να ψάλλουν ύμνους. 31Όταν αποκάηκε όλη η θυσία, ο Νεεμίας διέταξε να χύσουν πάνω σε μεγαλύτερες πέτρες τον υπόλοιπο βούρκο. 32Όταν έγινε αυτό, πετάχτηκαν φλόγες, που κι αυτές απορροφήθηκαν από τη φωτιά του θυσιαστηρίου.
33Το γεγονός αυτό έγινε γνωστό. Αναγγέλθηκε στο βασιλιά των Περσών ότι στον τόπο που οι αιχμάλωτοι ιερείς είχαν κρύψει τη φωτιά, βρέθηκε βούρκος, που ο Νεεμίας και οι σύντροφοί του τον χρησιμοποίησαν για ν’ ανάψουν τη θυσία στο θυσιαστήριο. 34Ο βασιλιάς επαλήθευσε το γεγονός κι έβαλε να περιφράξουν τον τόπο εκείνο ως άγιον, 35κι έπαιρνε από τα έσοδα και τα πρόσφερε δώρα στους ευνοουμένους του.
36Ο Νεεμίας και οι σύντροφοί του ονόμασαν το βούρκο εκείνο «νεφθάρ», που σημαίνει «καθαρισμός», ενώ από πολλούς ονομάζεται «νεφθαεί».ζ
Β΄ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ 2
Αποσπάσματα από παλαιά αρχεία
1Επίσης στα αρχεία βρίσκεται γραμμένο ότι ο προφήτης Ιερεμίας διέταξε το λαό που οδηγείτο στην αιχμαλωσία να πάρουν λίγη φωτιά από το θυσιαστήριο, όπως έχει παραπάνω αναφερθεί. 2Αναφέρεται επίσης ότι ο προφήτης, αφού τους έδωσε το νόμο, τους διέταξε να μη λησμονήσουν τις εντολές του Κυρίου και να μην πλανηθούν όταν θα βλέπουν τα χρυσά και τ’ ασημένια αγάλματα των ειδώλων με όλα τα στολίδια τους. 3Αυτά κι άλλα παρόμοια τους έλεγε ο προφήτης και τους παρότρυνε να μην αποβάλουν ποτέ το νόμο από την καρδιά τους.
4Ακόμη στα αρχεία ήταν γραμμένο ότι όταν έφτασαν στο βουνό όπου ο Μωυσής ανέβηκε κι αντίκρυσε τη χώρα που ήταν ιδιοκτησία του Θεού, ο προφήτης ειδοποιήθηκε από το Θεό και διέταξε να τον ακολουθήσουν η σκηνή του Μαρτυρίου και η κιβωτός της διαθήκης. 5Όταν ο Ιερεμίας ανέβηκε στο ίδιο σημείο, βρήκε μια μεγάλη σπηλιά. Έβαλε μέσα εκεί την κιβωτό, τη σκηνή και το θυσιαστήριο του θυμιάματος και έφραξε την είσοδο.
6Μερικοί από τους φίλους του Ιερεμία τον ακολούθησαν για να επισημάνουν το δρόμο της σπηλιάς, αλλά δεν μπόρεσαν να τον βρουν. 7Όταν το έμαθε ο Ιερεμίας τους επιτίμησε αυστηρά και τους είπε: «Ο τόπος θα παραμείνει μυστικός, ώσπου ο Θεός να λυπηθεί το λαό του και τον συγκεντρώσει πάλι. 8Τότε αυτός θα φανερώσει πού είναι κρυμμένα αυτά τα πράγματα και θα ξαναφανεί η δόξα του Κυρίου στη νεφέλη, όπως φαινόταν τον καιρό του Μωυσή, καθώς κι αργότερα, όταν ο βασιλιάς Σολομών προσευχήθηκε να καθαγιαστεί ο ναός με τη δόξα του Θεού».
9Επίσης στα αρχεία αναφερόταν ότι ο σοφός βασιλιάς Σολομών πρόσφερε θυσία καθιερώσεως όταν ολοκληρώθηκε ο ναός. 10Προσευχήθηκε και κατέβηκε φωτιά που κατέκαψε τα ολοκαυτώματα, όπως στο παρελθόν είχε προσευχηθεί κι ο Μωυσής στον Κύριο και κατέβηκε από τον ουρανό φωτιά και κατέκαψε τη θυσία. 11Ο Μωυσής είχε πει τότε ότι η προσφορά αυτή για την αμαρτία είχε καεί τελείως, γιατί δεν έπρεπε να φαγωθεί. 12Ο Σολομών διοργάνωσε ειδική γιορτή για οκτώ μέρες.
13Αυτά τα ίδια γεγονότα αναφέρονταν επίσης στα βασιλικά αρχεία και στ’ απομνημονεύματα του Νεεμία. Αυτός ίδρυσε βιβλιοθήκη και συγκέντρωσε τα γραπτά του Δαβίδ, διάφορες επιστολές βασιλέων σχετικές με τ’ αφιερώματα, καθώς και τα βιβλία τα σχετικά με τις πράξεις των βασιλέων και των προφητών. 14Επίσης και ο Ιούδαςη συγκέντρωσε τα βιβλία που είχαν διασπαρεί λόγω του πολέμου, κι έτσι τώρα τα έχουμε εμείς. 15Αν, λοιπόν, τα χρειάζεστε, στείλτε μας ανθρώπους να τα πάρουν και να σας τα φέρουν.
Τέλος της δεύτερης επιστολής
16Όλα αυτά σας τα γράψαμε επειδή πρόκειται να γιορτάσουμε τη γιορτή των Εγκαινίων. Καλό θα είναι, λοιπόν, να γιορτάσετε κι εσείς αυτές τις μέρες. 17Ο Θεός είναι αυτός που έσωσε το λαό του κι έδωσε σε όλους μας τη γη μας, το βασίλειο, την ιεροσύνη και το ναό, 18όπως ακριβώς τα υποσχέθηκε στο νόμο του. Ελπίζουμε στο Θεό ότι γρήγορα θα μας ελεήσει και θα μας ξανασυγκεντρώσει από κάθε σημείο της γης στον άγιο ναό. Αυτός μας έχει γλιτώσει από μεγάλες συμφορές κι έχει καθαγιάσει το ναό.
Πρόλογος του συγγραφέα
19Ο Ιάσων ο Κυρηναίος έχει καταγράψει σε πέντε τόμους τα γεγονότα τα σχετικά με τον Ιούδα το Μακκαβαίοθ και τους αδερφούς του, καθώς και για τον εξαγνισμό του μεγάλου ναού και τα εγκαίνια του θυσιαστηρίου. 20Επίσης έχει περιγράψει τους πολέμους εναντίον του Αντιόχου του Επιφανούς και εναντίον του γιου του, του Ευπάτορα, 21καθώς και τις ουράνιες αποκαλύψεις σ’ αυτούς που έκαναν ανδραγαθήματα με αυταπάρνηση, με σκοπό να υπερασπίσουν τον ιουδαϊσμό. Οι δυνάμεις μας ήταν ολιγάριθμες, αλλά κατόρθωσαν ν’ ανακτήσουν όλη τη χώρα και να τρέψουν σε φυγή τα πλήθη των βαρβάρων. 22Ανακατέλαβαν το ναό, τον ξακουστό σ’ όλη την οικουμένη, ελευθέρωσαν την πόλη κι επανέφεραν σε ισχύ τους νόμους, που κινδύνευαν να καταλυθούν. Όλα αυτά μπόρεσαν να τα πραγματοποιήσουν, επειδή ο Κύριος φάνηκε σ’ αυτούς σπλαχνικός κι επιεικής.
23Τώρα εγώ θα προσπαθήσω να συνοψίσω σε έναν τόμο όλα αυτά που ο Ιάσων τα έγραψε σε πέντε. 24Είδα το πλήθος των λεπτομερειών και τον όγκο της ύλης, τα οποία δυσκόλευαν όσους ήθελαν να γνωρίσουν τα ιστορικά γεγονότα, 25και φρόντισα, αυτοί που θέλουν απλώς να τα διαβάσουν, να ψυχαγωγούνται· αυτοί που θέλουν να τα απομνημονεύσουν, να μη συναντούν καμιά δυσκολία· και γενικά όλοι όσοι θέλουν ν’ ασχοληθούν μ’ αυτά, να ωφελούνται.
26Για μένα, που έχω αναλάβει το κοπιαστικό έργο αυτής της σύντμησης, κάτι τέτοιο δεν ήταν καθόλου εύκολο· ίδρωσα και ξενύχτησα γι’ αυτό. 27Αυτό μοιάζει με κάποιον που προετοιμάζει ένα συμπόσιο και θέλει να ευχαριστήσει τους άλλους –το έργο του είναι δύσκολο. Έτσι κι εγώ, για να ευχαριστήσω τους πολλούς, υποβλήθηκα με χαρά σ’ αυτόν το μεγάλο κόπο. 28Το έργο της εξακρίβωσης των γεγονότων το αφήνω στο συγγραφέα. Εγώ θα καταβάλω κάθε προσπάθεια να τηρήσω τους κανόνες της συντόμευσης. 29Όταν χτίζεται από την αρχή ένα σπίτι, η φροντίδα για την όλη οικοδομή είναι του αρχιτέκτονα· ενώ εκείνος που το επισκευάζει και το βάφει, πρέπει απλώς να βρει τα κατάλληλα υλικά για τη σωστή διακόσμηση. Το ίδιο νομίζω συμβαίνει και μ’ εμένα. 30Ο αρχικός συγγραφέας της ιστορίας στέκεται στα επιμέρους σημεία, εξετάζει λεπτομερώς τα γεγονότα και ενδιαφέρεται με σχολαστικότητα για τις λεπτομέρειες. 31Αυτός όμως που κάνει επιτομή της ιστορίας, πρέπει να είναι σύντομος και να αποφεύγει τη λεπτομερή εξέταση του έργου.
32Αρχίζουμε λοιπόν από εδώ την εξιστόρηση χωρίς περισσότερα σχόλια, γιατί θα ήταν ανόητο να γράφει κανείς μεγάλο πρόλογο, ενώ προσπαθεί να συντομεύσει την ίδια την ιστορία!
Β΄ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ 3
Ο Σίμων προδίδει το θυσιαστήριο
1Όταν ο Ονίαςι ήταν αρχιερέας στην Ιερουσαλήμ, η άγια πόλη απολάμβανε απόλυτη ειρήνη και οι νόμοι εφαρμόζονταν κατά τον καλύτερο τρόπο, γιατί ο αρχιερέας ήταν ευσεβής και αποστρεφόταν το κακό. 2Κι αυτοί ακόμα οι βασιλιάδες της Συρίας και της Αιγύπτου τιμούσαν το ναό και του πρόσφεραν τα καλύτερα δώρα τους. 3Ο Σέλευκος, βασιλιάς της Ασίας, πρόσφερε από τους φόρους που συνέλεγε, όλες τις δαπάνες που χρειάζονταν για την τέλεση των θυσιών.
4Κάποιος όμως Σίμων από τη φυλή Βενιαμίν, επικεφαλής των αξιωματούχων του ναού, διαφώνησε με τον αρχιερέα Ονία σχετικά με τους κανονισμούς που ίσχυαν για τη λειτουργία της αγοράς της πόλης. 5Κι επειδή δεν μπορούσε να παρασύρει τον Ονία, προσέφυγε στον Απολλώνιο, γιο του Θαρσαίου. Ο Απολλώνιος εκείνο τον καιρό ήταν κυβερνήτης της Κοίλης Συρίαςια και της Φοινίκης. 6Ο Σίμων λοιπόν είπε στον Απολλώνιο ότι το θησαυροφυλάκιο των Ιεροσολύμων ήταν γεμάτο με αμύθητους θησαυρούς, αδύνατο να καταμετρηθούν, που όμως δε χρειάζονταν για τις θυσίες και συνεπώς έπρεπε να τεθούν υπό τον έλεγχο του βασιλιά.
7Όταν ο Απολλώνιος συναντήθηκε με το βασιλιά, τού ανέφερε σχετικά με τα χρήματα, κι ο βασιλιάς διέταξε τον ταμία του τον Ηλιόδωρο να πάει και να του φέρει τα χρήματα αυτά. 8Ο Ηλιόδωρος ξεκίνησε αμέσως να εκπληρώσει τη διαταγή του βασιλιά, με την πρόφαση ότι ήθελε να επιθεωρήσει τις πόλεις της Κοίλης Συρίας και της Φοινίκης.
9Όταν έφτασε στα Ιεροσόλυμα, του έγινε θερμή υποδοχή από τον αρχιερέα της πόλης. Τότε ο Ηλιόδωρος του εξήγησε τον πραγματικό λόγο της επίσκεψής του και ζήτησε να πληροφορηθεί αν ήταν αλήθεια τα όσα του είχαν αναγγελθεί σχετικά με τα χρήματα. 10Ο αρχιερέας τού είπε ότι πράγματι υπήρχαν τέτοια χρήματα φυλαγμένα για τις ανάγκες των χηρών και των ορφανών, 11και ότι μερικά απ’ αυτά ανήκαν στον Υρκανό, γιο του Τωβία, ένα πολύ διακεκριμένο πρόσωπο. Δεν ήταν λοιπόν τα πράγματα όπως τους είχε πληροφορήσει ο συκοφάντης και ασεβής Σίμων. Εξάλλου όλο κι όλο το ασήμι ήταν τετρακόσια τάλαντα, και το χρυσάφι διακόσια. 12Επίσης του είπε ότι ήταν εντελώς αδύνατο να επιτραπεί σε οποιονδήποτε να πάρει τα χρήματα που οι άνθρωποι τα είχαν εμπιστευτεί στην αγιότητα του τόπου και στη ιερή ασφάλεια του ναού, που τον σέβεται όλος ο κόσμος.
13Ο Ηλιόδωρος όμως επέμενε ότι σύμφωνα με τις εντολές που είχε από το βασιλιά, τα χρήματα αυτά έπρεπε οπωσδήποτε να μεταφερθούν στο βασιλικό θησαυροφυλάκιο. 14Όρισε λοιπόν και την ημέρα και μπήκε στο ναό για να τακτοποιήσει την υπόθεση.

Ο λαός της Ιερουσαλήμ προσεύχεται
Σ’ όλη την πόλη επικρατούσε μεγάλη αγωνία. 15Οι ιερείς ντυμένοι τις ιερατικές στολές τους είχαν πέσει γονατιστοί μπροστά στο θυσιαστήριο και παρακαλούσαν τον Κύριο του ουρανού να διατηρήσει σώα τα αφιερώματα, γιατί αυτός είχε δώσει τους νόμους που προστάτευαν τα αφιερώματα που είχαν κατατεθεί στο ναό για ορισμένο σκοπό. 16Πληγωνόταν η καρδιά όποιου έβλεπε το πρόσωπο του αρχιερέα. Η όψη του και το αλλαγμένο χρώμα του προσώπου του φανέρωναν την ψυχική του αγωνία. 17Έτρεμε ολόκληρος από το φόβο του, κι όσοι τον έβλεπαν καταλάβαιναν τη θλίψη του. 18Ο κόσμος ξεχύνονταν κατά κοπάδια στους δρόμους από τα σπίτια τους και ενώνονταν σε πάνδημη ικεσία να μη μιανθεί ο ναός. 19Οι γυναίκες ζωσμένες πένθιμες ποδιές γέμιζαν τους δρόμους. Οι παρθένες, που δεν επιτρεπόταν να βγουν έξω, έτρεχαν άλλες στις πύλες και άλλες πάνω στα τείχη, ενώ άλλες έβγαιναν και κοιτούσαν από τα παράθυρα. 20Όλες όμως είχαν σηκωμένα ψηλά τα χέρια και προσεύχονταν στο Θεό του ουρανού. 21Ήταν θλιβερό το θέαμα της παλλαϊκής αυτής γονυκλισίας και του αρχιερέα, που ήταν γεμάτος φόβο και αγωνία.
Ο Κύριος προστατεύει το ναό του
22Ενώ όλοι παρακαλούσαν τον παντοδύναμο Θεό να διαφυλάξει σώα και αβλαβή τα χρήματα που οι άνθρωποι τα είχαν εμπιστευθεί στην προστασία του, 23ο Ηλιόδωρος άρχισε να εκτελεί τη διαταγή του βασιλιά. 24Τη στιγμή όμως που αυτός και οι σωματοφύλακές του πλησίαζαν το θησαυροφυλάκιο, ο Κύριος των πνευμάτων, ο άρχοντας όλων των δυνάμεων φανερώθηκε με τέτοιον τρόπο, ώστε όλοι όσοι είχαν τολμήσει να μπουν μαζί με τον Ηλιόδωρο στο ναό πανικοβλήθηκαν και παρέλυσαν από το φόβο τους, βλέποντας τη δύναμη του Θεού: 25Παρουσιάστηκε μπροστά τους ένας φοβερός καβαλάρης ντυμένος με χρυσή πανοπλία, πάνω σ’ ένα άλογο στολισμένο με ωραία σέλα. Το άλογο τρέχοντας με ορμή χτύπησε με τα μπροστινά του πόδια τον Ηλιόδωρο. 26Μετά εμφανίστηκαν στον Ηλιόδωρο δυο άλλοι νέοι ασυνήθιστα δυνατοί και ωραίοι, με λαμπρές φορεσιές. Στάθηκαν πλάι του, ο ένας από τη μια μεριά κι ο άλλος από την άλλη, και τον χτυπούσαν συνεχώς με ένα μαστίγιο προκαλώντας του πολλές πληγές. 27Ξαφνικά ο Ηλιόδωρος έπεσε αναίσθητος κάτω και τον άρπαξαν και τον έβαλαν σ’ ένα φορείο. 28Έτσι, αυτός που πριν από λίγο είχε μπει στο θησαυροφυλάκιο με μεγάλη ακολουθία και με όλους τους σωματοφύλακές του, τώρα μεταφερόταν έξω ανίκανος να βοηθήσει τον εαυτό του. Και όλοι αναγνώρισαν ανεπιφύλακτα τη δύναμη του Θεού.
29Ενώ ο Ηλιόδωρος κειτόταν καταγής άφωνος και χωρίς ελπίδα να θεραπευτεί, 30οι Ιουδαίοι δοξολογούσαν τον Κύριο, που με θαυμαστό τρόπο προστάτεψε τον χώρο του. Κι ο ναός, όπου πριν από λίγο υπήρχε φόβος και ταραχή, τώρα με την εμφάνιση του παντοδύναμου Κυρίου γέμισε χαρά και αγαλλίαση.
Ο Ονίας προσεύχεται για τον Ηλιόδωρο
31Μερικοί από τους φίλους του Ηλιόδωρου παρακαλούσαν τον αρχιερέα Ονία να προσευχηθεί επειγόντως στον Ύψιστο να του χαρίσει τη ζωή, που ήταν πια στα τελευταία του. 32Ο Ονίας φοβήθηκε μήπως κάποτε ο βασιλιάς νομίσει ότι οι Ιουδαίοι έκαναν κακό στον Ηλιόδωρο και γι’ αυτό πρόσφερε θυσία για τη σωτηρία του ανθρώπου.
33Ενώ ο αρχιερέας πρόσφερε τη θυσία για τη συγχώρηση των αμαρτιών, ξαναφάνηκαν στον Ηλιόδωρο οι ίδιοι νέοι άντρες, ντυμένοι τα ίδια ρούχα, στάθηκαν και του είπαν: «Να χρωστάς ευγνωμοσύνη στον αρχιερέα Ονία, γιατί για χάρη του ο Κύριος σου χάρισε τη ζωή. 34Και τώρα που έχεις μαστιγωθεί από τον Κύριο το Θεό του ουρανού, πήγαινε και διακήρυξε σε όλους τη μεγάλη του δύναμη». Αυτά είπαν κι εξαφανίστηκαν.
Ο Ηλιόδωρος διακηρύττει τη δύναμη του Κυρίου
35Τότε ο Ηλιόδωρος πρόσφερε θυσία και έκανε πολλά τάματα στο Θεό που του έσωσε τη ζωή. Αποχαιρέτησε τον Ονία και γύρισε με το στρατό του πίσω στο βασιλιά. 36Εκεί διακήρυττε σ’ όλους τα έργα του μεγάλου Θεού, που είχε δει με τα ίδια του τα μάτια.
37Όταν ο βασιλιάς ρώτησε τον Ηλιόδωρο ποιος θα ήταν κατάλληλος για την επόμενη αποστολή στα Ιεροσόλυμα, εκείνος απάντησε: 38«Αν έχεις κανέναν εχθρό ή είναι κανείς συνωμότης εναντίον της κυβέρνησής σου, στείλε αυτόν εκεί. Θα σου έρθει πίσω μαστιγωμένος, αν καταφέρει τελικά να σωθεί, γιατί πραγματικά στον τόπο εκείνο υπάρχει κάποια τρομερή θεϊκή δύναμη. 39Ο Θεός που κατοικεί στον ουρανό εποπτεύει και προστατεύει το ναό, και χτυπάει και καταστρέφει όσους πηγαίνουν να τον βλάψουν. 40Αυτά λοιπόν ήταν τα γεγονότα τα σχετικά με τον Ηλιόδωρο και πώς γλίτωσε απ’ αυτόν το θησαυροφυλάκιο».
Β΄ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ 4
Ο Ονίας ζητάει βοήθεια από το βασιλιά
1Ο Σίμων, για τον οποίο έχουμε αναφέρει πρωτύτερα ότι κατέδωσε πού ήταν τα χρήματα κι έγινε έτσι προδότης της πατρίδας, αυτός συκοφαντούσε τον αρχιερέα Ονία ότι δήθεν εκείνος ήταν που τρόμαξε τον Ηλιόδωρο και δημιούργησε όλες τις συμφορές. 2Τολμούσε δηλαδή να κατηγορεί τον Ονία για συνωμοσία κατά της κυβερνήσεως, αυτόν που ευεργέτησε την πόλη, φρόντισε τους συμπατριώτες του και τήρησε με ζήλο τους νόμους. 3Η έχθρα του Σίμωνα είχε φτάσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε κάποιος από τους οπαδούς του διέπραξε και φόνους. 4Ο Ονίας είδε τον κίνδυνο απ’ αυτή τη διαμάχη· ο Απολλώνιος, μάλιστα, γιος του Μενεσθέα και κυβερνήτης της Κοίλης Συρίας και Φοινίκης παρότρυνε το Σίμωνα να σκευωρεί εναντίον του Ονία.ιβ 5Πήγε λοιπόν ο Ονίας στο βασιλιά, όχι για να κατηγορήσει τους συμπατριώτες του αλλά γιατί απέβλεπε στο συμφέρον τους, το δημόσιο και το ατομικό. 6Καταλάβαινε ότι χωρίς τη βοήθεια του βασιλιά ήταν αδύνατο να ησυχάσουν πάλι τα πράγματα και να σταματήσει ο Σίμων τις δολοπλοκίες του.


Ο Ιάσων εισάγει ελληνικά έθιμα
7Όταν πέθανε ο Σέλευκος κι έγινε βασιλιάς ο Αντίοχος, που επονομάστηκε Επιφανής,ιγ ο αδερφός του Ονία Ιάσονας μεταχειρίστηκε ύπουλα μέσα για να γίνει αρχιερέας: 8Πήγε και συνάντησε το βασιλιά και του υποσχέθηκε τριακόσια εξήντα τάλαντα ασήμι και άλλα ογδόντα από κάποια άλλη πηγή. 9Εκτός από αυτά, υποσχόταν να προσφέρει κι άλλα εκατόν πενήντα τάλαντα, αν του δινόταν η άδεια να ανεγείρει γυμναστήριο για να γυμνάζονται οι έφηβοι, και να συμπεριλάβει όσους κατάγονταν από τα Ιεροσόλυμα στους καταλόγους των πολιτών της Αντιόχειας.
10Ο βασιλιάς συγκατατέθηκε, κι ο Ιάσονας με την εξουσία που του δόθηκε υποχρέωσε τους συμπατριώτες του να ζουν όπως οι Έλληνες. 11Κατήργησε τα βασιλικά προνόμια, που είχαν δοθεί στους Ιουδαίους από έναν προηγούμενο βασιλιά της Συρίας μέσω του Ιωάννη, πατέρα του Ευπόλεμου. (Ο Ευπόλεμος είχε πάει πρεσβευτής για να εξασφαλίσει τη φιλία και τη βοήθεια των Ρωμαίων). Επίσης κατήργησε τις νόμιμες κυβερνήσεις και εγκαινίαζε συνήθειες ενάντια στο νόμο του Θεού. 12Ίδρυσε με μεγάλο ενθουσιασμό γυμναστήριο κάτω από την ακρόπολη· ασκούσε μεγάλη επιρροή στους πιο εκλεκτούς εφήβους και τους παρακινούσε να φορούν καπέλο.ιδ 13Ο ασεβής Ιάσονας δεν ήταν σωστός αρχιερέας. Από την υπερβολική διαφθορά του άκμαζε τόσο πολύ ο ελληνικός τρόπος ζωής και επικρατούσαν τα εθνικά έθιμα, 14ώστε οι ιερείς ήταν τελείως απρόθυμοι να εκτελούν τις λειτουργίες του θυσιαστηρίου. Αδιαφορούσαν για το ναό, παραμελούσαν τις θυσίες κι έτρεχαν να συμμετάσχουν στην απαγορευμένη από το νόμο μας χορηγία της παλαίστρας, όταν τους καλούσε ο ήχος του δίσκου. 15Περιφρονούσαν τις πατροπαράδοτες αξίες και εκτιμούσαν αφάνταστα τις ελληνικές τιμές. 16Γι’ αυτό το λόγο τούς βρήκαν συμφορές. Αυτοί που τα έθιμά τους οι Ιουδαίοι τα θαύμαζαν και ήθελαν να τους μοιάζουν σε όλα, αυτοί έγιναν τιμωροί τους και εχθροί τους. 17Γιατί δεν είναι εύκολο να ασεβεί κανείς στους θείους νόμους, και τις συνέπειες τις φανέρωσε ο καιρός.
Η Ιερουσαλήμ μεταβάλλεται σε ελληνική πόλη
18Κάθε τέσσερα χρόνια γίνονταν αθλητικοί αγώνες στην Τύρο και ήταν παρών κι ο βασιλιάς. 19Μια φορά λοιπόν, εκείνος ο αχρείος Ιάσονας έστειλε εκπροσώπους από τα Ιεροσόλυμα, οι οποίοι είχαν χαρακτηρισθεί ως Αντιοχειανοί,ιε και μετέφεραν τριακόσιες δραχμές ασήμι για τη θυσία του Ηρακλή. Αλλά κι αυτοί ακόμα που τις μετέφεραν σκέφτηκαν ότι δεν άρμοζε να χρησιμοποιηθούν για τη θυσία και ζήτησαν να κατατεθούν για άλλες ανάγκες. 20Έτσι, τα χρήματα που προορίζονταν από τον αποστολέα τους για τη θυσία του Ηρακλή, δόθηκαν από κείνους που τα μετέφεραν για να κατασκευαστούν τριήρεις.
21Όταν ο Απολλώνιος, γιος του Μενεσθέα, στάλθηκε στην Αίγυπτο για την ενθρόνιση του βασιλιά Πτολεμαίου του Φιλομήτορα, ο Αντίοχος έμαθε ότι ο Φιλομήτωρ ήταν αντίθετος με την πολιτική του. Έτσι άρχισε να παίρνει τα μέτρα του για την ασφάλεια του βασιλείου του· γι’ αυτό ήρθε πρώτα στην Ιόππη και μετά πήγε στα Ιεροσόλυμα. 22Εκεί έγινε δεκτός με τιμές από τον Ιάσονα και το λαό, μπήκε στην πόλη με λαμπάδες και επευφημίες κι έπειτα στρατοπέδευσε στη Φοινίκη.
Ο Μενέλαος ως αρχιερέας
23Μετά από τρία χρόνια, ο Ιάσων έστειλε το Μενέλαο, αδερφό του Σίμωνα που προαναφέραμε, να μεταφέρει χρήματα στο βασιλιά Αντίοχο και να επιτύχει ορισμένες αποφάσεις για σπουδαία θέματα. 24Όταν όμως παρουσιάστηκε στο βασιλιά, άρχισε να τον επαινεί για την ένδοξη δύναμή του· έτσι απέσπασε την εύνοιά του κι εξασφάλισε για τον εαυτό του το αξίωμα της αρχιεροσύνης, αφού πρόσφερε και τριακόσια τάλαντα ασήμι περισσότερα απ’ όσα είχε δώσει ο Ιάσων για να γίνει αρχιερέας. 25Μόλις πήρε την εντολή του βασιλιά, αν και δεν άξιζε για την αρχιεροσύνη, γύρισε στην Ιερουσαλήμ χωρίς κανένα προσόν, παρά μόνο με το θυμό βάρβαρου τυράννου και την οργή άγριου θηρίου. 26Έτσι ο Ιάσων, που είχε υπονομεύσει τον ίδιο του τον αδερφό, υπονομεύτηκε τώρα κι αυτός από άλλον και υποχρεώθηκε να καταφύγει εξόριστος στην Αμμανίτιδα χώρα.
27Ο Μενέλαος κυβερνούσε ως αρχιερέας αλλά δεν έστελνε στο βασιλιά τα χρήματα που του είχε υποσχεθεί και που επίμονα του τα ζητούσε ο Σώστρατος, διοικητής της ακρόπολης, 28στον οποίο είχε ανατεθεί η είσπραξη των φόρων. Γι’ αυτό κλήθηκαν και οι δύο να παρουσιαστούν στο βασιλιά. 29Ο Μενέλαος άφησε αντικαταστάτη του στη θέση του αρχιερέα τον αδερφό του το Λυσίμαχο, κι ο Σώστρατος άφησε τον Κράτητα, κυβερνήτη της Κύπρου.
30Ενώ συνέβαιναν αυτά, οι κάτοικοι της Ταρσού και οι Μαλλώτες επαναστάτησαν, γιατί οι πόλεις τους είχαν δοθεί ως δώρο στην παλλακή του βασιλιά, την Αντιοχίδα. 31Ο βασιλιάς πήγε αμέσως να καταστείλει την επανάσταση κι άφησε αντικαταστάτη του έναν αξιωματούχο του, τον Ανδρόνικο. 32Ο Μενέλαος θεώρησε πως ήταν η κατάλληλη ευκαιρία· έκλεψε χρυσά σκεύη από το ναό και δώρισε μερικά στον Ανδρόνικο, ενώ άλλα τα πούλησε στην Τύρο και στις γύρω πόλεις.
Δολοφονία του νόμιμου αρχιερέα
33Όταν ο Ονίας τα έμαθε όλα αυτά με κάθε λεπτομέρεια, κατηγόρησε δημόσια το Μενέλαο και μετά κατέφυγε σ’ έναν ιερό τόπο στη Δάφνη, κοντά στην Αντιόχεια. 34Ο Μενέλαος τότε με κάθε μυστικότητα παρότρυνε τον Ανδρόνικο να φονεύσει τον Ονία. Αυτός πείσθηκε· πήγε και βρήκε τον Ονία, και του υποσχέθηκε με όρκο δήθεν την ασφάλειά του, δίνοντάς του κιόλας το δεξί του χέρι. Ο Ονίας, αν και τον υποπτευόταν, ξεγελάστηκε και βγήκε από το άσυλο του ιερού τόπου. Αμέσως τότε ο Ανδρόνικος τον συνέλαβε και τον έκλεισε στη φυλακή, κατά παράβαση των κανόνων δικαίου.
35Για την πράξη αυτή, δηλαδή την άδικη εκτέλεση του Ονία, συγκλονίστηκαν και αγανάκτησαν όχι μόνο οι Ιουδαίοι αλλά και πολλοί από τα άλλα έθνη.
Τιμωρία του εγκληματία
36Όταν επέστρεψε ο βασιλιάς από τα μέρη της Κιλικίας, οι Ιουδαίοι της Αντιόχειας και ορισμένοι Έλληνες που ήταν αντίθετοι σ’ αυτό το αδίκημα, του παραπονέθηκαν για τον Ονία που φονεύθηκε χωρίς λόγο. 37Ο Αντίοχος λυπήθηκε βαθιά, συγκινήθηκε και έκλαψε, γιατί ο νεκρός Ονίας ήταν άνθρωπος συνετός και μετρημένος στη ζωή του. 38Γεμάτος θυμό αφαίρεσε από τον Ανδρόνικο την πορφύρα και του έσκισε τα ρούχα. Κι αφού τον διαπόμπευσε σ’ όλη την πόλη, μέχρι τον τόπο όπου είχε διαπράξει τη δολοφονία εναντίον του Ονία, σκότωσε στο ίδιο μέρος τον αιμοσταγή δολοφόνο. Έτσι ο Κύριος ανταπέδωσε στον Ανδρόνικο την τιμωρία που του άξιζε.
Θάνατος του Λυσίμαχου, αδερφού του Μενέλαου
39Στο μεταξύ είχαν γίνει πολλές ιεροσυλίες στην πόλη από το Λυσίμαχο με τη συγκατάθεση και του Μενέλαου, κι όλα αυτά είχαν μαθευτεί προς τα έξω· επίσης πολλά χρυσά σκεύη είχαν διασκορπιστεί. Τότε ο λαός συγκεντρώθηκε για να διαμαρτυρηθεί εναντίον του Λυσίμαχου. 40Επειδή λοιπόν τα πλήθη είχαν ξεσηκωθεί κι ήταν οργισμένοι, ο Λυσίμαχος όπλισε τρεις χιλιάδες περίπου άντρες κι άρχισε πρώτος να επιτίθεται στα πλήθη με αρχηγό κάποιον Αυρανό, που ήταν γέρος και, το χειρότερο, ανόητος. 41Όταν τα πλήθη αντιλήφθηκαν την επίθεση του Λυσίμαχου, άρπαξαν άλλοι πέτρες, άλλοι χοντρά ρόπαλα κι άλλοι στάχτες από το θυσιαστήριο κι ανάμικτα τα έριχναν ενάντια στο Λυσίμαχο και στους άντρες του. 42Πολλούς απ’ αυτούς τους τραυμάτισαν, άλλους τους λυντσάρισαν κι άλλους τους έτρεψαν σε φυγή. Και τον ίδιο τον ιερόσυλο Λυσίμαχο τον σκότωσαν κοντά στο θησαυροφυλάκιο του ναού.
Ο Μενέλαος σώζεται με δωροδοκία
43Για όλα αυτά ο Μενέλαος οδηγήθηκε σε δίκη. 44Όταν ο βασιλιάς έφτασε στην Τύρο, η γερουσία έστειλε τρεις αντιπροσώπους από την Ιερουσαλήμ να παρουσιάσουν την κατηγορία ενώπιον του βασιλιά. 45Ο Μενέλαος ακόμη και κατηγορούμενος υποσχόταν στον Πτολεμαίο,ις γιο του Δορυμένη, να του δώσει άφθονα χρήματα αν έστρεφε το βασιλιά προς το μέρος του. 46Πράγματι, ο Πτολεμαίος πήρε το βασιλιά και περπάτησαν κάτω από ένα περιστύλιο, δήθεν για να πάρουν τον αέρα τους, κι εκεί τον μετέπεισε. 47Έτσι ο βασιλιάς απάλλαξε από κάθε κατηγορία το Μενέλαο, που ήταν ο αίτιος όλου του κακού, και καταδίκασε σε θάνατο τους τρεις ταλαίπωρους αντιπροσώπους, που ακόμη και στους Σκύθεςιζ αν παρουσίαζαν την περίπτωσή τους θα αθωώνονταν. 48Αυτοί δηλαδή που είχαν αγωνιστεί για την Ιερουσαλήμ, για το λαό της και για τα ιερά της σκεύη, τιμωρήθηκαν τόσο βεβιασμένα και άδικα. 49Γι’ αυτό κι οι κάτοικοι της Τύρου μίσησαν το βασιλιά για την άδικη τιμωρία τους και τους κήδεψαν με κάθε μεγαλοπρέπεια. 50Ο Μενέλαος διατηρούσε την εξουσία του στηριγμένος στην απληστία των ισχυρών· κάθε μέρα γινόταν όλο και χειρότερος και αποδείχτηκε μεγάλος προδότης του ίδιου του λαού του.
Β΄ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ 5
Σημείο εμφανίζεται στον ουρανό
1Την εποχή εκείνη ο Αντίοχος ετοίμαζε τη δεύτερη εκστρατεία του εναντίον της Αιγύπτου. 2Τότε συνέβηκε για σαράντα περίπου μέρες ο λαός να βλέπει ιππείς που έτρεχαν στον αέρα πάνω από την Ιερουσαλήμ. Φορούσαν χρυσές στολές, ήταν οπλισμένοι με λόγχες και διατεταγμένοι κατά διλοχίες 3και ίλες ιππικού. Η μία ορμούσε εναντίον της άλλης, ασπίδες και πλήθος δόρατα σείονταν, τραβούσαν σπαθιά κι έριχναν βέλη, και λαμπύριζαν στον ήλιο οι θώρακές τους και τα χρυσά στολίδια των αλόγων. 4Κι όλοι παρακαλούσαν τα οράματα αυτά να καταλήξουν σε καλό.
Ο Ιάσων προσπαθεί να ανακτήσει τις δυνάμεις του
5Όταν διαδόθηκε η ψευδής φήμη πως ο Αντίοχος είχε πεθάνει, ο Ιάσονας συγκέντρωσε πάνω από χίλιους άντρες και επιτέθηκε αιφνιδιαστικά εναντίον της Ιερουσαλήμ. Οι υπερασπιστές της πάνω στα τείχη απωθήθηκαν και η πόλη τελικά κυριεύτηκε. Τότε ο Μενέλαος κατέφυγε στην ακρόπολη. 6Ο Ιάσονας έσφαζε αλύπητα τους ίδιους του τους συμπολίτες, με τη συναίσθηση ότι κατατρόπωνε εχθρούς και όχι συμπατριώτες του. Δεν καταλάβαινε ότι οποιαδήποτε επιτυχία του σε βάρος του λαού του θα ήταν η μεγαλύτερη δυστυχία γι’ αυτόν. 7Παρ’ όλα αυτά δεν κατάφερε να πάρει στα χέρια του την εξουσία, και το αποτέλεσμα της συνωμοσίας του ήταν να καταντροπιαστεί: Υποχρεώθηκε να καταφύγει πάλι εξόριστος στην περιοχή των Αμμωνιτών, όπου είχε κακό τέλος.
8Τον κατηγόρησαν στον Αρέτα, βασιλιά των Αράβων κι αναγκάστηκε να φεύγει από πόλη σε πόλη. Όλοι τον κυνηγούσαν και τον μισούσαν, γιατί ήταν παραβάτης των νόμων, και τον περιφρονούσαν γιατί ήταν φονιάς των συμπατριωτών του. Τελικά κατέφυγε στην Αίγυπτο 9κι ύστερα στους Λακεδαιμόνιους, πιστεύοντας πως θα έβρισκε καταφύγιο σ’ αυτούς, που ήταν συγγενικός λαόςιη με τους Ιουδαίους. Έτσι, αυτός που είχε διώξει πολλούς από την πατρίδα του, πέθανε σε ξένη χώρα. 10Αυτός που είχε φονεύσει πλήθος ανθρώπων και είχε παραπετάξει άθαφτα τα πτώματά τους, δεν είχε κανένα να τον κλάψει· καμιά νεκρώσιμη τελετή δεν του έκαναν, ούτε βρήκε τόπο να θαφτεί μαζί με τους προγόνους του.
Ο Αντίοχος Δ΄ τιμωρεί την Ιερουσαλήμ
(Α΄ Μακ 1,16-24)
11Όταν ο βασιλιάς πληροφορήθηκε αυτά που είχαν συμβεί στην Ιερουσαλήμ, νόμισε πως επαναστάτησε ολόκληρη η Ιουδαία. Γεμάτος θυμό, λοιπόν, σαν άγριο θηρίο ξεκίνησε από την Αίγυπτο και κατέλαβε με έφοδο την Ιερουσαλήμ. 12Διέταξε τους στρατιώτες του να χτυπούν αλύπητα όσους έβρισκαν μπροστά τους και να σφάζουν όσους ανέβαιναν στις στέγες των σπιτιών για να κρυφτούν. 13Έτσι σκοτώθηκαν νέοι και γέροι, εξολοθρεύτηκαν άντρες, γυναίκες και παιδιά, παραδόθηκαν στη σφαγή παρθένες και βρέφη. 14Μέσα σε τρεις μέρες καταστράφηκαν ογδόντα χιλιάδες κόσμος· σαράντα χιλιάδες σφάχτηκαν κατά τη σύγκρουση κι ακόμα περισσότεροι πουλήθηκαν σκλάβοι.
15Ο Αντίοχος όμως δεν αρκέστηκε μόνο σ’ αυτά. Τόλμησε να μπει στον αγιότατο ναό όλης της γης, και με οδηγό το Μενέλαο, που είχε προδώσει τη θρησκεία του και την πατρίδα του, 16με τα βέβηλα χέρια του άρπαξε τα ιερά σκεύη και τα αφιερώματα που άλλοι βασιλιάδες τα είχαν προσφέρει για πλουτισμό, δόξα και τιμή του ναού.
17Μπορούσε να περηφανεύεται, γιατί δεν καταλάβαινε ότι για λίγο μόνο διάστημα ο Κύριος είχε οργιστεί και είχε πάψει να επιβλέπει το ναό, κι αυτό εξαιτίας των αμαρτιών των κατοίκων της Ιερουσαλήμ. 18Αν ο λαός δεν είχε συσσωρεύσει πάνω του τόσες αμαρτίες, τότε ο άνθρωπος αυτός, αμέσως μόλις θα έφτανε στο ναό, θα μαστιγωνόταν και θα έχανε όλο του το θράσος. Θα πάθαινε τα ίδια με τον Ηλιόδωρο, όταν τον είχε στείλει ο βασιλιάς Σέλευκος να ελέγξει το θησαυροφυλάκιο. 19Αλλά ο Κύριος δεν είχε διαλέξει το λαό του για χάρη του ναού, αλλά τον ναό για χάρη του λαού του. 20Γι’ αυτό ακριβώς ο ναός υπέφερε κι αυτός μαζί με το λαό όταν τους έβρισκαν δεινά, και απολάμβανε μαζί τους τις ευεργεσίες του Κυρίου. Όταν ο Κύριος εγκατέλειπε το λαό, εγκαταλειπόταν και ο ναός. Κι όταν ο Κύριος συμφιλιωνόταν με το λαό του, ο ναός αποκαθίστατο με κάθε τιμή.
Η χώρα υπό ελληνική κυριαρχία
21Ο Αντίοχος λοιπόν πήρε από το ναό οκτακόσια τάλαντα και έφυγε βιαστικά για την Αντιόχεια. Ήταν τόσο εγωιστής, που νόμιζε ότι μπορούσε να διασχίσει εύκολα τη στεριά με καράβι και τη θάλασσα με τα πόδια. 22Επιπλέον διόρισε κυβερνήτες για να προξενούν συμφορές στο γένος μας: Στα Ιεροσόλυμα διόρισε κάποιον Φίλιππο, που καταγόταν από τη Φρυγία και ήταν στη συμπεριφορά του πιο βάρβαρος κι από κείνον που τον διόρισε· 23στο Γαριζίν διόρισε τον Ανδρόνικο· κι εκτός απ’ αυτούς διόρισε το Μενέλαο, ο οποίος καυχιόταν ότι μεταχειριζόταν τους πολίτες χειρότερα από τους άλλους κυβερνήτες. Τόσο πολύ μισούσε τους συμπατριώτες του Ιουδαίους.
24Επίσης ο Αντίοχος έστειλε τον Απολλώνιο, διοικητή των μισθοφόρων από τη Μυσία, με είκοσι χιλιάδες στρατό και με διαταγή να κατασφάξει όλους τους ενήλικες και να πουλήσει τις γυναίκες και τους νέους για σκλάβους. 25Ο ίδιος πήγε στα Ιεροσόλυμα προσποιούμενος ότι είχε ειρηνικό σκοπό, και περίμενε μέχρι την άγια ημέρα του Σαββάτου, που οι Ιουδαίοι την τηρούσαν ως αργία. Εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι οι Ιουδαίοι βρίσκονταν σε αποχή από κάθε εργασία, διέταξε τους άντρες του να κάνουν παρέλαση έξω από την πόλη. 26Κι όσους βγήκαν να παρακολουθήσουν την παρέλαση τους σκότωσε όλους. Κατόπιν έτρεξε μέσα στην πόλη με τα όπλα και κατέσφαξε κι εκεί πάρα πολλούς.
27Ο Ιούδας ο Μακκαβαίος,ιθ όμως, μαζί με άλλους εννέα άντρες περίπου κατέφυγε στην έρημο και ζούσαν στα βουνά σαν τα θηρία, όπου συντηρούνταν συνεχώς με χόρτα για να μη μιανθούν.
Β΄ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ 6
Ο βασιλιάς υποχρεώνει τους Ιουδαίους σε ειδωλολατρία
(Α΄ Μακ 1,41-61)
1Μετά από λίγον καιρό, ο βασιλιάς Αντίοχος έστειλε στην Ιερουσαλήμ έναν Αθηναίο γέροντακ για ν’ αναγκάσει τους Ιουδαίους να εγκαταλείψουν τους νόμους του Θεού και τα πατροπαράδοτα έθιμά τους. 2Επίσης είχε σκοπό να βεβηλώσει και το ναό στα Ιεροσόλυμα και να τον μετονομάσει σε ναό του Ολυμπίου Διός· επίσης το ναό στο όρος Γαριζίν ήθελε να τον μετονομάσει σε ναό του Διός, προστάτη των ξένων, όπως επιθυμούσαν οι κάτοικοι του τόπου.
3Η καταπίεση αυτή ήταν μεγάλη κι αβάσταχτη για το λαό. 4Ο ναός είχε γεμίσει αλλόθρησκους, που επιδίδονταν σε ασωτείες και μεθύσια. Περνούσαν τον καιρό τους με πόρνες στις ιερές αυλές και μετέφεραν μέσα στο ναό απαγορευμένα πράγματα. 5Επίσης στο θυσιαστήριο προσφέρονταν μιαρά σφάγια, που απαγορεύονταν από τους νόμους μας. 6Κανείς δεν επιτρεπόταν να τηρεί την αργία του Σαββάτου ή τις πατροπαράδοτες γιορτές ούτε καν να ομολογεί πως είναι Ιουδαίος. 7Κάθε μήνα που γιορταζόταν η ημέρα των γενεθλίων του βασιλιά έρχονταν αναγκαστικά οι Ιουδαίοι και γεμάτοι πίκρα έτρωγαν από τις θυσίες. Κι όταν γιορτάζονταν τα Διονύσια, συμμετείχαν υποχρεωτικά στην πομπή προς τιμήν του Διονύσου κρατώντας κισσούς στα χέρια.
8Επίσης με σύσταση του Πτολεμαίουκα διατάχθηκαν οι γειτονικές ελληνικές πόλεις να υποχρεώνουν τους Ιουδαίους να τηρούν τα έθιμα των εθνικών και να τρώνε από τις θυσίες τους. 9Επίσης διατάχθηκαν να σκοτώνουν όσους Ιουδαίους δε θα ήταν πρόθυμοι να υιοθετήσουν τα ελληνικά έθιμα.
Εύκολα λοιπόν μπορούσε κανείς να δει τη συμφορά που τους περίμενε. 10Δυο γυναίκες που ανακαλύφθηκαν να έχουν κάνει περιτομή στα παιδιά τους, διαπομπεύθηκαν στην πόλη με τα βρέφη κρεμασμένα στα στήθη τους και τέλος τις γκρέμισαν από το τείχος. 11Κάποιους άλλους, που είχαν καταφύγει ομαδικά στις γύρω σπηλιές για να γιορτάσουν κρυφά το Σάββατο, τους κατήγγειλαν στο Φίλιππο και τους έκαψαν όλους μαζί. Αυτοί, προκειμένου να τιμήσουν την ιερότερη μέρα, αυτήν του Σαββάτου, δεν έκαναν τίποτε για να προστατεύσουν τους εαυτούς τους.
Η εύνοια του Θεού προς το λαό του
12Τώρα, λοιπόν, παρακαλώ όσους θα διαβάσουν αυτό το βιβλίο να μην αποθαρρυνθούν απ’ αυτές τις συμφορές. Πρέπει να ξέρουν ότι αυτές δεν είναι για την καταστροφή αλλά για τη διαπαιδαγώγηση του λαού μας. 13Κι απόδειξη της μεγάλης ευεργεσίας που γίνεται στο λαό μας είναι ότι αυτοί που του κάνουν κακό δεν αφήνονται για πολύ χρόνο, αλλά τιμωρούνται αμέσως. 14Δε συμβαίνει όπως με τα άλλα έθνη. Εκείνα ο Κύριος τα περιμένει υπομονετικά να φτάσουν στον υπέρτατο βαθμό αμαρτίας για να τα τιμωρήσει. Για μας όμως δεν αποφάσισε έτσι. 15Εμάς μας τιμωρεί πριν φτάσουμε στο αποκορύφωμα της αμαρτίας μας. 16Έτσι ο Κύριος ποτέ δεν αποσύρει την ευσπλαχνία του από μας. Κι όταν ακόμα μας τιμωρεί με συμφορές, δεν εγκαταλείπει τελείως το λαό του. 17Όλα αυτά τα είπα σαν μια υπενθύμιση για μας. Και τώρα επανερχόμαστε στις διηγήσεις μας συνοπτικά.
Η δοκιμασία ενός γέροντα
18Ήταν ένας ηλικιωμένος άντρας και πάρα πολύ εμφανίσιμος, από τους πρώτους γραμματείς, που ονομαζόταν Ελεάζαρος. Αυτόν τον υποχρέωσαν να φάει χοιρινό κρέας κρατώντας του βίαια το στόμα ανοιχτό. 19-20Προτίμησε όμως να πεθάνει έντιμος παρά να ζει ντροπιασμένος. Έφτυσε λοιπόν το κρέας και προχώρησε με τη θέλησή του προς τα βασανιστήρια. Έτσι πρέπει να πηγαίνουν στα βασανιστήρια αυτοί που έχουν αποφασίσει να απέχουν από τις τροφές που απαγορεύει ο νόμος, όσο κι αν αγαπούν τη ζωή.
21Αυτοί που είχαν διοριστεί να επιβάλουν τη συμμετοχή των Ιουδαίων στις θυσίες των εθνικών, πράγμα ενάντιο στο νόμο μας, ήταν παλιοί φίλοι του Ελεάζαρου και γι’ αυτό τον πήραν κατά μέρος και τον παρακαλούσαν να πάει να φέρει κρέατα που επιτρεπόταν να φάει και που θα τα είχε μαγειρέψει ο ίδιος και να προσποιηθεί δημόσια ότι τρώει τα κρέατα των θυσιών, που τον διέταζε ο βασιλιάς. 22Μ’ αυτόν τον τρόπο και ο ίδιος θα γλίτωνε από το θάνατο και λόγω της παλιάς φιλίας μαζί τους θα τύγχανε καλής μεταχειρίσεως.
23Αυτός όμως σκέφτηκε σοβαρά και όπως ταίριαζε στην ηλικία του. Τ’ άσπρα του μαλλιά τα είχε αποκτήσει ζώντας έντιμα, και είχε από μικρός άριστη ανατροφή. Έλαβε υπόψη του τον ιερό νόμο του Θεού, κι απάντησε ζητώντας να τον στείλουν αμέσως στο θάνατο. 24«Δεν αρμόζει», είπε, «στην ηλικία μου να κάνω τέτοιες προσποιήσεις. Πολλοί από τους νέους θα νομίσουν πως ο ενενηντάχρονος Ελεάζαρος προσχώρησε στη θρησκεία των αλλοφύλων. 25Ύστερα κι αυτοί, βλέποντας τη δική μου υποκρισία και θέλοντας να ζήσουν λίγο περισσότερο, θα πλανηθούν εξαιτίας μου. Έτσι θα μολυνθώ αλλά και θα στιγματιστώ τώρα στα γηρατειά μου. 26Κι αν τώρα προσωρινά αποφύγω την τιμωρία των ανθρώπων, δεν θα μπορέσω να αποφύγω την τιμωρία του παντοδύναμου Κυρίου είτε τώρα σ’ αυτήν τη ζωή είτε όταν πεθάνω. 27Έτσι, αν τώρα πεθάνω με γενναιότητα, δε θα ντροπιάσω τα γηρατειά μου, 28και παράλληλα θα έχω αφήσει στους νεότερους παράδειγμα πώς να πεθαίνουν με εντιμότητα, προθυμία και γενναιότητα στο όνομα των σεπτών και αγίων νόμων μας».
Λέγοντας αυτά προχώρησε αμέσως προς τα βασανιστήρια. 29Αυτοί που τον οδηγούσαν και που πριν από λίγο ήταν φίλοι του, άλλαξαν αισθήματα απέναντί του κι έγιναν εχθροί του, γιατί πίστευαν ότι τα όσα είπε ήταν καθαρή τρέλα. 30Αλλά την ώρα που ο Ελεάζαρος πέθαινε από τις πληγές αναστέναξε και είπε: «Ο Κύριος που κατέχει όλη την αληθινή γνώση, ξέρει ότι μολονότι μου δόθηκε δυνατότητα ν’ αποφύγω το θάνατο, προτίμησα να υποφέρω φρικτούς πόνους από μαστιγώσεις στο σώμα. Η ψυχή μου, όμως, τα υπομένει όλα με χαρά, γιατί σέβομαι τον Κύριο». 31Μ’ αυτόν τον τρόπο πέθανε ο Ελεάζαρος, κι έγινε ο θάνατός του παράδειγμα θάρρους και γενναιότητας και μνημείο αρετής όχι μόνο για τους νέους αλλά και για τους περισσότερους από τους ομοεθνείς του.
Β΄ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ 7
Το μαρτύριο εφτά αδερφών
1Μια άλλη φορά, συνελήφθησαν εφτά αδέρφια μαζί με τη μητέρα τους και πιέζονταν από το βασιλιά με μαστιγώσεις και χτυπήματα να φάνε χοιρινά κρέατα, απαγορευμένα από το νόμο μας.
2Τότε ένα από τα αδέρφια μίλησε εξ ονόματος όλων και είπε: «Τι περιμένεις, βασιλιά, να μάθεις από μας με τις ερωτήσεις σου; Εμείς είμαστε αποφασισμένοι να πεθάνουμε παρά να παραβούμε τους νόμους των προγόνων μας».
3Τότε ο βασιλιάς εξοργίστηκε και διέταξε να πυρακτώσουν τηγάνια και καζάνια. 4Όταν αυτά πυρακτώθηκαν, διέταξε αμέσως να κόψουν μπροστά στη μάνα του και στα έξι αδέρφια του τη γλώσσα αυτού που αντιμίλησε· ακόμη διέταξε να του βγάλουν το δέρμα του κεφαλιού του και να του κόψουν τα άκρα. 5Όταν τον αχρήστεψαν εντελώς, ο βασιλιάς διέταξε να τον οδηγήσουν ζωντανό ακόμα στη φωτιά και να τον τηγανίσουν. Κι ενώ ο καπνός του τηγανιού απλωνόταν τριγύρω σε μεγάλη απόσταση, τα παιδιά μαζί με τη μάνα τους ενθάρρυναν ο ένας τον άλλο να υπομείνουν με γενναιότητα το θάνατο, κι έλεγαν: 6«Ο Κύριος ο Θεός μάς βλέπει και σίγουρα θα μας σπλαχνιστεί, όπως διακήρυξε κι ο Μωυσής στην ωδή του μπροστά στους Ισραηλίτες, ότι “τους δούλους του θα τους σπλαχνιστεί”».
7Όταν ο πρώτος αδερφός πέθανε μ’ αυτό τον τρόπο, οι στρατιώτες έφεραν τον δεύτερο για να τον εμπαίξουν. Του ξερίζωσαν το δέρμα του κεφαλιού του μαζί με το τρίχωμα και τον ρωτούσαν: «Θα φας ή όχι πριν σε βασανίσουμε σε κάθε μέλος του σώματός σου;» 8Εκείνος απαντούσε στη μητρική του γλώσσα και έλεγε: «Όχι!» Έτσι υπέφερε κι αυτός τα ίδια βασανιστήρια όπως και ο πρώτος. 9Όταν έβγαζε την τελευταία του πνοή είπε: «Εσύ κακέ δαίμονα μας κόβεις το νήμα της παρούσας ζωής. Όμως ο βασιλιάς όλου του κόσμου, εμάς που πεθαίνουμε για χάρη των νόμων του, θα μας αναστήσει για να ζήσουμε αιώνια».
10Μετά απ’ αυτόν οι στρατιώτες άρχισαν να εμπαίζουν τον τρίτο αδερφό. Όταν τον ρώτησαν, αυτός αμέσως έβγαλε έξω τη γλώσσα του και με θάρρος πρότεινε και τα χέρια του να του τα κόψουν. 11Τους απάντησε με γενναιότητα: «Ο Κύριος μου τα έδωσε αυτά κι εγώ για χάρη των νόμων του τα περιφρονώ. Ελπίζω όμως ότι ο ίδιος θα μου τα ξαναδώσει πάλι». 12Τότε ακόμη κι ο ίδιος ο βασιλιάς και η ακολουθία του έμειναν κατάπληκτοι από την ευψυχία του νεαρού, που δεν υπολόγιζε καθόλου τα βασανιστήρια.
13Όταν πέθανε κι αυτός, οι στρατιώτες βασάνισαν τον τέταρτο αδερφό με την ίδια σκληρότητα. 14Αυτός όταν ήρθε στα τελευταία του είπε: «Είναι προτιμότερο να πεθαίνει κανείς από τους ανθρώπους και να ελπίζει στο Θεό ότι θα τον αναστήσει πάλι. Αλλά για σένα, βασιλιά, δε θα υπάρξει ανάσταση στην αιώνια ζωή».
15Στη συνέχεια οδήγησαν τον πέμπτο αδερφό στα βασανιστήρια. 16Εκείνος κοίταξε το βασιλιά και είπε: «Μπορεί να έχεις τη δύναμη να κάνεις με τους ανθρώπους ό,τι θέλεις, παρ’ όλο που είσαι θνητός. Αλλά μη νομίζεις ότι το έθνος μας έχει εγκαταλειφθεί από το Θεό. 17Περίμενε και θα δεις πόσο η μεγάλη του δύναμη θα τιμωρήσει εσένα και τους απογόνους σου».
18Μετά οι στρατιώτες έφεραν τον έκτο αδερφό. Αυτός λίγο πριν πεθάνει είπε στο βασιλιά: «Μην πλανιέσαι μάταια! Εμείς τα υποφέρουμε όλα αυτά επειδή αμαρτήσαμε στο Θεό μας κι έτσι προκαλέσαμε αυτές τις φοβερές καταστροφές εναντίον μας. 19Μη νομίζεις, όμως, ότι εσύ θα γλιτώσεις τώρα που τόλμησες να τα βάλεις με το Θεό».
Η μάνα ενθαρρύνει τους γιους της
20Η μάνα ήταν η πιο αξιοθαύμαστη απ’ όλους και αξιομνημόνευτη. Ενώ έβλεπε τα εφτά παιδιά της να χάνονται μέσα σε μία μέρα, εν τούτοις έδειχνε καρτερία, που την αντλούσε από την ελπίδα της στον Κύριο. 21Γεμάτη γενναιότητα τα ενθάρρυνε ένα ένα στη μητρική τους γλώσσα. Με τη γυναικεία της ευαισθησία συνδυασμένη με αντρίκιο θάρρος τούς έλεγε: 22«Εγώ δεν μπορώ να ξέρω πώς βρεθήκατε μέσα στην κοιλιά μου. Δε σας χάρισα εγώ τη ζωή ούτε εγώ διαμόρφωσα τα μέλη του σώματός σας. 23Ο δημιουργός του σύμπαντος τα έκανε όλα αυτά. Αυτός είναι που έπλασε το ανθρώπινο γένος και έφερε τα πάντα στην ύπαρξη. Αυτός με την ευσπλαχνία του θα σας ξαναδώσει τη ζωή, επειδή τώρα εσείς την περιφρονείτε για χάρη των νόμων του». 24Όμως ο βασιλιάς Αντίοχος πίστευε πως η γυναίκα τον κορόιδευε και ήθελε να τον προσβάλει με τα λόγια της. Έτσι κι αυτός πρότρεπε το νεότερο αδερφό, όσο ακόμα ήταν ζωντανός, και τον διαβεβαίωνε μάλιστα με όρκους ότι αν απαρνιόταν τους νόμους των προγόνων του θα τον έκανε πλούσιο και ευτυχισμένο, θα του απένειμε τον τίτλο «φίλος του βασιλιά» και θα του ανέθετε κάποιο υψηλό αξίωμα.
25Ο νέος όμως δεν έδινε σημασία σε τίποτε απ’ αυτά. Γι’ αυτό ο βασιλιάς κάλεσε τη μητέρα και την πρότρεπε να συμβουλέψει το παιδί της, για να το σώσει. 26Εκείνη, μετά από πολλές πιέσεις δέχτηκε να πείσει το γιο της. 27Τον πλησίασε και του είπε στη μητρική τους γλώσσα, εμπαίζοντας το σκληρό τύραννο:
«Παιδί μου, λυπήσου με που σε κράτησα εννιά μήνες στην κοιλιά μου, σε θήλασα τρία χρόνια και σε ανάθρεψα μέχρι σ’ αυτή την ηλικία. 28Σε παρακαλώ, παιδί μου, κοίταξε τον ουρανό και τη γη και δες τι υπάρχει σ’ αυτά, για να καταλάβεις ότι ο Θεός τα δημιούργησε όλα αυτά από το μηδέν. Με τον ίδιο τρόπο δημιουργήθηκε και το ανθρώπινο γένος. 29Μη φοβηθείς αυτό το φονιά. Να φανείς αντάξιος των αδερφών σου· να δεχτείς το θάνατο, ώστε όταν ο Θεός μάς ξαναδείξει το έλεός του, να σε ξαναπάρω πίσω στην ανάσταση μαζί με τ’ άλλα σου αδέρφια».
30Ενώ αυτή μιλούσε ακόμα, ο νέος είπε: «Τι περιμένετε; Δεν υπακούω στην προσταγή του βασιλιά. Εγώ υπακούω την εντολή του νόμου, που δόθηκε στους προγόνους μας με το Μωυσή».
Ένας νέος προκαλεί τον τύραννο
31«Κι εσύ, βασιλιά, που έχεις επινοήσει όλες αυτές τις συμφορές εναντίον των Εβραίων, δε θα ξεφύγεις την τιμωρία του Θεού. 32Εμείς βέβαια υποφέρουμε για τις αμαρτίες μας. 33Αν ο ζων Κύριός μας έχει οργιστεί προσωρινά εναντίον μας, με σκοπό να μας διαπαιδαγωγήσει και να μας σωφρονίσει, πάλι θα συμφιλιωθεί με τους δικούς του. 34Εσύ όμως είσαι ο πιο ασεβής κι ο πιο αποτρόπαιος απ’ όλους τους ανθρώπους. Μην καυχιέσαι μάταια και μην πετάς στα ύψη με αβέβαιες ελπίδες, απλώνοντας χέρι εναντίον των δούλων του Θεού. 35Δεν έχεις ακόμα ξεφύγει από την τιμωρία του παντοδύναμου και παντογνώστη Θεού. 36Τα αδέρφια μου υπέφεραν τώρα για λίγο έναν μικρό πόνο, αλλά οδηγήθηκαν στην αιώνια ζωή. Εσύ όμως όταν θα σε κρίνει ο Θεός, θα υποφέρεις την τιμωρία της περηφάνιας σου, όπως σου αξίζει. 37Εγώ προσφέρω το σώμα μου και την ψυχή μου για χάρη των νόμων των προγόνων μου, όπως και τ’ αδέρφια μου και παρακαλώ το Θεό να δείξει σύντομα το έλεός του στο έθνος μας και να βασανίσει κι εσένα, ώσπου ν’ αναγκαστείς να αναγνωρίσεις ότι αυτός είναι ο μοναδικός Θεός. 38Μακάρι η δίκαιη οργή του Παντοδυνάμου, που δίκαια ξέσπασε ενάντια σ’ όλο το γένος μας, να σταματήσει σ’ εμένα και στ’ αδέρφια μου».
39Ο βασιλιάς εξοργίστηκε φοβερά μ’ αυτά τα προσβλητικά λόγια και τον εμπαιγμό, και του ανταπέδωσε χειρότερα απ’ ό,τι στα άλλα του αδέρφια. 40Έτσι ο νεαρός πέθανε με την πεποίθησή του στον Κύριο, δίχως καθόλου να χάσει την πίστη του.
41Τελευταία, μετά τα παιδιά, εκτελέστηκε και η μάνα.
42Σχετικά λοιπόν με τις ειδωλολατρικές θυσίες και τα σκληρά βασανιστήρια, αρκετά είναι αυτά που αναφέρθηκαν.
Β΄ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ 8
Επανάσταση του Ιούδα του Μακκαβαίου
1Ο Ιούδας ο Μακκαβαίοςκβ και οι άντρες του έμπαιναν κρυφά στις πόλεις και συγκέντρωναν όσους συγγενείς τους είχαν μείνει πιστοί στον Ιουδαϊσμό, περίπου έξι χιλιάδες άτομα. 2Παρακαλούσαν τον Κύριο να ρίξει ένα σπλαχνικό βλέμμα στο λαό του, που όλοι τον κακομεταχειρίζονταν και να λυπηθεί το ναό του, που είχε μιανθεί από τους ασεβείς. 3Του ζητούσαν να δείξει το έλεός του και στην Ιερουσαλήμ, που καταστρεφόταν κι επρόκειτο να ισοπεδωθεί, και ν’ ακούσει το αίμα των αδικοσκοτωμένων, που βοούσε δυνατά προς αυτόν.κγ 4Επίσης τον παρακαλούσαν να μη λησμονήσει να εκδικηθεί τους κακούς για τον παράνομο εξολοθρεμό των αθώων βρεφών και για τις βλασφημίες που εκτόξευαν εναντίον του Θεού.
5Ο Μακκαβαίος οργανώθηκε, έτσι που να μην μπορούν να τον νικήσουν οι ειδωλολάτρες, γιατί η οργή του Θεού είχε πια μεταβληθεί σε ευσπλαχνία. 6Έμπαινε αιφνιδιαστικά σε πόλεις και χωριά και τα έκαιγε. Καταλάμβανε καίρια σημεία, νικούσε τους εχθρούς και τους κατατρόπωνε. 7Γι’ αυτές τις επιθέσεις χρησιμοποιούσε κυρίως τις νύχτες και η φήμη για την ανδρεία του απλωνόταν παντού.
Ο Νικάνωρ παίρνει διαταγή να καταστρέψει τους Ιουδαίους
(Α΄ Μακ 3,38-41)
8Ο Φίλιππος, κυβερνήτης της Ιερουσαλήμ, έβλεπε πως ο άνθρωπος αυτός σιγά σιγά κέρδιζε έδαφος και οι νίκες του γίνονταν όλο και συχνότερες. Γι’ αυτό έγραψε στον Πτολεμαίο, κυβερνήτη της Κοίλης Συρίαςκδ και της Φοινίκης, ζητώντας τη βοήθειά του στην υπεράσπιση των βασιλικών συμφερόντων. 9Ο Πτολεμαίος διόρισε αμέσως τον Νικάνορα, γιο του Πάτροκλου, που ανήκε στον κύκλο των φίλων του βασιλιά, επικεφαλής είκοσι χιλιάδων περίπου αντρών διαλεγμένων απ’ όλα τα έθνη που είχε υποδουλώσει, με τη διαταγή να εξαφανίσει το γένος των Ιουδαίων. Του έδωσε επίσης στρατηγό το Γοργία, που διέθετε μεγάλη πολεμική πείρα.
10Ο Νικάνωρ ανέλαβε την υποχρέωση να ξεπληρώσει στους Ρωμαίους το φόρο που όφειλε σ’ αυτούς ο βασιλιάς Αντίοχος και που ανερχόταν σε δύο χιλιάδες τάλαντα. Αυτά θα τα εισέπραττε πουλώντας Ιουδαίους αιχμαλώτους για δούλους. 11Αμέσως έστειλε απεσταλμένους στις παραλιακές πόλεις και παρότρυνε τους εμπόρους τους να αγοράζουν Ιουδαίους αιχμαλώτους για δούλους· θα τους πουλούσε σ’ αυτούς ο ίδιος, προς ένα τάλαντο τους ενενήντα αιχμαλώτους. Δεν ήξερε όμως ότι τον περίμενε η τιμωρία του παντοδύναμου Θεού.
Ο Ιούδας ενθαρρύνει τους άντρες του
(Α΄ Μακ 3,42-60)
12Όταν ο Ιούδας πληροφορήθηκε ότι ο Νικάνωρ σχεδίαζε επίθεση, μετέδωσε στους άντρες του την είδηση, ότι εμφανίστηκε ο στρατός του Νικάνορα. 13Τότε, όσοι ήταν δειλοί και δεν πίστευαν στη δικαιοσύνη του Θεού, έφυγαν και πήγαν σ’ άλλον τόπο. 14Οι υπόλοιποι πουλούσαν ό,τι τους είχε απομείνει και παρακαλούσαν όλοι μαζί τον Κύριο να τους σώσει από τον ασεβή Νικάνορα, που τους είχε κιόλας πουλήσει δούλους, πριν ακόμη πολεμήσει εναντίον τους. 15Του ζητούσαν να τους σώσει, έστω κι αν δεν το άξιζαν, χάρη στις υποσχέσεις που είχε δώσει στους προγόνους τους και επειδή αυτός ο άγιος και θαυμαστός Θεός τούς είχε κάνει λαό του.κε
16Ο Μακκαβαίος συγκέντρωσε τους άντρες του, έξι χιλιάδες άτομα, και τους εμψύχωσε να μην πανικοβληθούν από το μεγάλο πλήθος των εχθρών που άδικα ήθελαν να επιτεθούν εναντίον τους, αλλά ν’ αγωνιστούν με γενναιότητα. 17Να θυμηθούν τη μεγάλη προσβολή που έκαναν οι εχθροί τους ενάντια στο ναό, πώς έκαναν την Ιερουσαλήμ να υποφέρει, καθώς έγινε αντικείμενο εμπαιγμού, και πώς κατήργησαν το πολίτευμα που είχαν εγκαθιδρύσει οι πρόγονοί τους. 18«Αυτοί», τους έλεγε, «στηρίζονται στα όπλα και στο θράσος τους, εμείς όμως έχουμε στηρίξει την εμπιστοσύνη μας στον παντοδύναμο Θεό, που μπορεί με ένα νεύμα του να συντρίψει όχι μόνο όσους μας επιτίθενται αλλά κι όλο τον κόσμο». 19Επίσης τους διηγήθηκε τις περιπτώσεις που ο Θεός είχε βοηθήσει τους προγόνους τους, και πώς στην εποχή του Σενναχειρίμ καταστράφηκαν οι εχθροί τους, εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδες άντρες. 20Ακόμη τους θύμισε πώς αντιμετώπισαν τους ίδιους τους Γαλάτες στη Βαβυλωνία, εκατόν είκοσι χιλιάδες άντρες, τότε που οχτώ χιλιάδες Ιουδαίοι ήρθαν να πολεμήσουν σε βοήθεια τεσσάρων χιλιάδων Μακεδόνων. Κι όταν οι Μακεδόνες βρέθηκαν σε δύσκολη θέση, οι οχτώ χιλιάδες Ιουδαίοι νίκησαν με τη βοήθεια του Κυρίου του ουρανού τις εκατόν είκοσι χιλιάδες των Γαλατών και πήραν πολλά λάφυρα.
Ο Ιούδας κατατροπώνει το Νικάνορα
(Α΄ Μακ 4,1-25)
21Με όλα αυτά ο Ιούδας ο Μακκαβαίος τούς έδωσε θάρρος και τους προετοίμασε να πεθάνουν πρόθυμα για τους νόμους και την πατρίδα τους, και χώρισε το στρατό σε τέσσερα μέρη. 22Τα αδέρφια του, δηλ. το Σίμωνα, τον Ιώσηποκς και τον Ιωνάθαν, τους τοποθέτησε επικεφαλής των τριών τμημάτων, που το καθένα αποτελείτο από χίλιους πεντακόσιους άντρες. 23Ακόμα όρισε τον Ελεάζαρο να διαβάσει το ιερό βιβλίο δυνατά. Μετά έδωσε το σύνθημα: «Ο Θεός βοήθειά μας!» κι άρχισε να πολεμάει εναντίον του Νικάνορα επικεφαλής του πρώτου τμήματος του στρατού.
24Με τη βοήθεια του παντοδύναμου Θεού κατέσφαξαν πάνω από εννέα χιλιάδες εχθρούς, και τους περισσότερους από τους στρατιώτες του Νικάνορα τους άφησαν πληγωμένους· τους υπόλοιπους τους ανάγκασαν να τραπούν σε φυγή. 25Επίσης πήραν και τα χρήματα εκείνων που είχαν έρθει να τους αγοράσουν για αιχμαλώτους. Καταδίωξαν τους εχθρούς για αρκετό χρονικό διάστημα, μέχρις ότου περνούσε η ώρα, 26κι έπρεπε αναγκαστικά να σταματήσουν και να γυρίσουν πίσω, γιατί άρχιζε το Σάββατο. 27Αφού λοιπόν πήραν τα όπλα από τους εχθρούς τους και τους λαφυραγώγησαν, γιόρτασαν το Σάββατο. Ύμνησαν και ευχαρίστησαν τον Κύριο που τους έσωσε εκείνη την ημέρα, η οποία θεωρήθηκε και σαν ένα νέο ξεκίνημα, που ο Κύριος άρχισε να δείχνει πάλι την ευσπλαχνία του σ’ αυτούς.
28Αφού πέρασε το Σάββατο, μοίρασαν μερικά από τα λάφυρα στα θύματα των διωγμών, στις χήρες και στα ορφανά, και τα υπόλοιπα τα μοίρασαν στις δικές τους οικογένειες. 29Όταν τέλειωσαν με όλα αυτά, ανέπεμψαν κοινή δέηση και παρακαλούσαν τον σπλαχνικό Κύριο να συμφιλιωθεί με τους δούλους του για πάντα.
30Αργότερα οι Ιουδαίοι πολέμησαν εναντίον των αντρών του Τιμόθεου και του Βακχίδη και σκότωσαν απ’ αυτούς πάνω από είκοσι χιλιάδες. Κυρίεψαν με ευκολία ψηλά οχυρά και μοιράστηκαν πάρα πολλά λάφυρα. Εξίσου με τα δικά τους μερίδια έδωσαν στα θύματα των διωγμών, στα ορφανά, στις χήρες, ακόμα και στους γέροντες. 31Συνέλεξαν προσεκτικά όλα τα όπλα των εχθρών και τα αποθήκευσαν σε καίρια σημεία, ενώ τα υπόλοιπα λάφυρα τα έφεραν στα Ιεροσόλυμα.
32Επίσης σκότωσαν τον αρχηγό των ανδρών του Τιμόθεου, έναν ασεβή άνθρωπο, που είχε προκαλέσει πολλές συμφορές στους Ιουδαίους. 33Ενώ πανηγύριζαν στην πόλη των προγόνων τους τη νίκη τους, έκαψαν ζωντανούς εκείνους που είχαν βάλει φωτιά στις πύλες του ναού. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν κι ο Καλλισθένης, που είχε καταφύγει σε ένα μικρό σπίτι, κι έτσι έλαβε την τιμωρία που του άξιζε για την ασέβειά του.
Ο Νικάνωρ επιστρέφει στην Αντιόχεια
34Έτσι ο ασεβής Νικάνωρ, που είχε φέρει χίλιους εμπόρους για ν’ αγοράσουν τους Ιουδαίους αιχμαλώτους, 35ταπεινώθηκε με τη βοήθεια του Θεού από κείνους που τους θεωρούσε ασήμαντους. Πέταξε τη μεγαλόπρεπη στολή του και περνώντας από την ενδοχώρα κατέφυγε στην Αντιόχεια σαν δραπέτης δούλος, μόνος και δυστυχής, γιατί ο στρατός του είχε πια καταστραφεί. 36Αυτός που είχε αναλάβει να εξασφαλίσει για τους Ρωμαίους το φόρο που τους όφειλε, πουλώντας για δούλους τούς αιχμαλώτους που θα συνελάμβανε στα Ιεροσόλυμα, αυτός τώρα διακήρυττε πως οι Ιουδαίοι έχουν Θεό που πολεμάει γι’ αυτούς· κι επειδή τηρούν τους νόμους του, είναι αήττητοι.


Β΄ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ 9
Ο Κύριος τιμωρεί τον Αντίοχο τον Επιφανή
(1,11-17· Α΄ Μακ 6,1-16)
1Εκείνη την εποχή ο βασιλιάς Αντίοχος είχε επιστρέψει άδοξα από τα μέρη της Περσίας: 2Είχε μπει στην Περσέπολη και προσπάθησε να την κυριέψει και να λεηλατήσει το ναό. Τα πλήθη όμως πήραν τα όπλα και όρμησαν να υπερασπιστούν την πόλη. Έτσι ο στρατός του Αντίοχου κατατροπώθηκε κι αναγκάστηκε να υποχωρήσει ντροπιασμένος. 3Όταν είχαν φτάσει κοντά στα Εκβάτανα έμαθε τα όσα είχαν συμβεί στο Νικάνορα και στους άντρες του Τιμόθεου. 4Κυριεύτηκε τότε από θυμό και θεώρησε πως είχε βρει την ευκαιρία να κάνει τους Ιουδαίους να πληρώσουν για τη ζημιά που του είχαν κάνει οι Πέρσες, όταν τον έτρεψαν σε φυγή. Διέταξε λοιπόν τον αρματηλάτη του να μη σταματήσει, ώσπου να φτάσουν στην Ιερουσαλήμ. Έλεγε με μεγάλη υπερηφάνεια: «Θα πάω στην Ιερουσαλήμ και θα την κάνω ένα απέραντο νεκροταφείο γεμάτο Ιουδαίους».
Συγχρόνως όμως τον ακολουθούσε η θεία κρίση. 5Ο παντογνώστης Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ, τον χτύπησε με μια κρυφή κι αθεράπευτη αρρώστια, γιατί αμέσως μόλις τελείωσε τα λόγια του, τον έπιασαν ισχυροί εντερικοί πόνοι, που τον συντάραζαν εσωτερικά. 6Γι’ αυτόν που είχε βασανίσει τους άλλους με πολλές και ασυνήθιστες ταλαιπωρίες, ήταν η δίκαιη τιμωρία του. 7Αυτός όμως παρ’ όλα αυτά δεν άφηνε την υπεροψία του. Αντίθετα, εξοργισμένος περισσότερο από κάθε άλλη φορά και πνέοντας μένεα εναντίον των Ιουδαίων, διέταξε να επιταχυνθεί κι άλλο η πορεία. Αποτέλεσμα ήταν να πέσει από την άμαξα, που έτρεχε με ορμή και η πτώση του ήταν τέτοια, που όλα τα μέλη του σώματός του εξαρθρώθηκαν.
8Με την υπερβολική του υπερηφάνεια νόμιζε πως μπορούσε να διατάζει τα κύματα της θάλασσας ή να ζυγίζει στην πλάστιγγα τα ψηλά βουνά. Τώρα ήταν πεσμένος στη γη κι έπρεπε να μεταφερθεί με φορείο. Έτσι έκανε σ’ όλους φανερή τη δύναμη του Θεού. 9Από το σώμα αυτού του ασεβή βγήκαν σκουλήκια· ενώ ακόμα ζούσε μέσα στα βάσανα και στους πόνους, οι σάρκες του έπεφταν από πάνω του, κι από τη βρώμα του σάπιου κρέατος όλος ο στρατός είχε αηδιάσει. 10Αυτόν, που μόλις πριν από λίγο νόμιζε πως θα έπιανε τα άστρα του ουρανού, τώρα κανένας δεν μπορούσε να τον μεταφέρει από την αποκρουστική βρώμα του.
Ο Αντίοχος αλλάζει γνώμη
11Ο Αντίοχος σ’ αυτή την άθλια κατάστασή του άρχισε να ταπεινώνεται. Χτυπημένος από το Θεό και με τους πόνους του διαρκώς ν’ αυξάνουν, άρχισε να καταλαβαίνει τα πράγματα. 12Κι όταν πια δεν μπορούσε να υποφέρει την ίδια του τη βρώμα, είπε: «Το σωστό είναι να υποτάσσονται όλοι οι θνητοί στο Θεό και να μην έχουν την εντύπωση πως είναι ίσοι μ’ αυτόν». 13Τότε ο βδελυρός αυτός άνθρωπος έκανε μια ευχή στον Κύριο, ο οποίος βέβαια δεν επρόκειτο να τον λυπηθεί, και υποσχέθηκε ότι 14θα ανακήρυττε ελεύθερη την άγια πόλη, την Ιερουσαλήμ, την οποία έτρεχε για να την ισοπεδώσει και να τη μεταβάλει σε νεκροταφείο. 15Τους Ιουδαίους, που δεν τους θεωρούσε άξιους ούτε για να ταφούν και θα τους έριχνε μαζί με τα παιδιά τους στα όρνεα και στα θηρία, σ’ όλους αυτούς θα τους έδινε τώρα τα ίδια προνόμια που είχαν οι Αθηναίοι. 16Τον άγιο ναό, που προηγουμένως τον είχε ληστέψει, θα τον στόλιζε με τα πολύτιμα αφιερώματα και θα επέστρεφε όλα τα ιερά σκεύη, πολύ περισσότερα απ’ όσα είχε πάρει, και θα πρόσφερε από το ταμείο του τα αναγκαία έξοδα για τις θυσίες. 17Ακόμη, αυτός ο ίδιος θα γινόταν Ιουδαίος και θα επισκεπτόταν κάθε κατοικημένη περιοχή, για να διακηρύξει τη δύναμη του Θεού.

Επιστολή του Αντίοχου στους Ιουδαίους
18Οι πόνοι του όμως δεν υποχωρούσαν, επειδή είχε έρθει πια εναντίον του η δίκαιη κρίση του Θεού. Έτσι, τελείως απελπισμένος, έγραψε στους Ιουδαίους την παρακάτω επιστολή σε μορφή παράκλησης, υπογεγραμμένη, στην οποία έλεγε τα εξής:
19«Ο βασιλιάς και κυβερνήτης Αντίοχος,
»Προς τους καλούς πολίτες Ιουδαίους,
»Στέλνει πολλούς χαιρετισμούς και τους εύχεται υγεία και ευημερία.
20»Ελπίζω να ευτυχείτε εσείς και τα παιδιά σας, και οι υποθέσεις σας να πάνε όπως επιθυμείτε. Έχω την ελπίδα μου στο Θεό του ουρανού 21και θυμάμαι με μεγάλη μου χαρά την τιμή και την καλοσύνη που μου δείξατε. Όταν, λοιπόν, κατά την επιστροφή μου από τα μέρη της Περσίας αρρώστησα βαριά, άρχισα παρ’ όλα αυτά να φροντίζω για το κοινό καλό.
22»Δεν απελπίζομαι, όμως, από την κατάστασή μου· τουναντίον, πολύ ελπίζω ότι θα γλιτώσω από την αρρώστια αυτή. 23Σκέφτομαι όμως ότι κι ο πατέρας μου, όταν έκανε εκστρατεία στις επαρχίες ανατολικά του Τίγρη ποταμού, όρισε έναν διάδοχο, 24ώστε αν συνέβαινε κάτι απρόοπτο ή αν διαδίδονταν κάποια δυσάρεστα νέα, οι κάτοικοι της χώρας να μην αναστατωθούν, αφού θα γνώριζαν σε ποιον θα ανατεθεί η διακυβέρνηση του κράτους. 25Επιπλέον, επειδή γνωρίζω καλά πως οι γειτονικοί ηγεμόνες γύρω από το βασίλειό μου περιμένουν με ανυπομονησία κάτι να συμβεί, όρισα διάδοχο το γιο μου Αντίοχο.κζ Τον έχω εμπιστευθεί πολλές φορές στη φροντίδα σας και τον έχω συστήσει στους περισσότερους από σας, όταν επισκεπτόμουν τις επαρχίες ανατολικά του Τίγρη. Κοινοποιώ μάλιστα και σ’ εκείνον αυτά που υπογράφω εδώ.
26»Σας παρακαλώ, λοιπόν, και απαιτώ καθένας από σας να θυμάστε πάντα τις ευεργεσίες μου προς εσάς, είτε ως εις έθνος είτε ως εις άτομα και να είστε πιστοί στο γιο μου, όπως ήσασταν και σ’ εμένα. 27Είμαι βέβαιος ότι ο γιος μου θα ακολουθήσει τη δική μου τακτική και θα σας συμπεριφερθεί με επιείκεια και φιλικά αισθήματα».
28Έτσι λοιπόν, αυτός ο δολοφόνος και βλάσφημος υπέφερε τα ίδια βάσανα που είχε προξενήσει και στους άλλους, και πέθανε με ντροπιαστικό θάνατο στα βουνά ξένης χώρας. 29Ένας στενός του φίλος, ο Φίλιππος, πήρε τη σορό σπίτι του. Επειδή όμως φοβήθηκε το γιο του Αντίοχου, έφυγε και πήγε στον Πτολεμαίο το Φιλομήτορα, βασιλιά της Αιγύπτου.
Β΄ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ 10
Τα εγκαίνια του ναού
(Α΄ Μακ 4,36-59)
1Ο Ιούδας ο Μακκαβαίος και οι άντρες του, με τη βοήθεια του Κυρίου, ανακατέλαβαν το ναό και την πόλη της Ιερουσαλήμ 2και κατέστρεψαν τα θυσιαστήρια που είχαν κατασκευάσει οι αλλόφυλοι στην αγορά, καθώς και τους ιερούς τόπους τους. 3Εξάγνισαν το ναό και έχτισαν καινούριο θυσιαστήριο. Κατόπιν άναψαν φωτιά και πρόσφεραν θυσία, πρώτη φορά ύστερα από δύο χρόνια. Έκαψαν θυμίαμα, άναψαν τις λυχνίες και έστησαν την τράπεζα με τους άρτους της προθέσεως. 4Όταν τελείωσαν με όλα αυτά, έπεσαν με το πρόσωπο στη γη και παρακάλεσαν τον Κύριο να μην αφήσει να τους ξαναβρούν τέτοιες συμφορές. Αν όμως κάποτε αμαρτήσουν πάλι, να τους τιμωρήσει με επιείκεια και να μην τους παραδώσει στην εξουσία βλάσφημων και βάρβαρων εθνών.
5Ο εξαγνισμός του ναού έγινε στις είκοσι πέντε του μήνα Χασελεύ και κατά σύμπτωση είναι η ίδια μέρα που είχε βεβηλωθεί από τους αλλοφύλους. 6Οι πανηγυρισμοί κράτησαν οκτώ μέρες, όπως δηλαδή γινόταν και με τη γιορτή της Σκηνοπηγίας και θυμούνταν ότι πριν λίγο καιρό ο Μακκαβαίος και οι άντρες του γιόρταζαν τη Σκηνοπηγία στα βουνά και στις σπηλιές σαν τα άγρια θηρία. 7Τώρα κρατούσαν ραβδιά και όμορφα φοινικόκλαδα κι έψαλλαν ύμνους στο Θεό, που τους βοήθησε να εξαγνίσουν το ναό του. 8Με κοινή απόφαση θέσπισαν και ψήφισμα να γιορτάζονται αυτές οι μέρες κάθε χρόνο από ολόκληρο το ιουδαϊκό έθνος.
9Αυτό, λοιπόν, ήταν το τέλος του Αντίοχου, που επονομαζόταν Επιφανής.
Ο Αντίοχος Ευπάτωρ αναδεικνύεται βασιλιάς
10Στη συνέχεια θα διηγηθούμε τα σχετικά με τον Αντίοχο τον Ευπάτορα, γιο αυτού του ασεβή άνδρα, αφού αναφερθούμε με συντομία στις καταστροφές που έγιναν από τους πολέμους.
11Μόλις έγινε βασιλιάς ο Ευπάτωρ διόρισε στις υποθέσεις του βασιλείου κάποιον Λυσία και τον έκανε ανώτατο διοικητή της Κοίλης Συρίαςκη και της Φοινίκης, 12για ν’ αντικαταστήσει τον Πτολεμαίο, που ονομαζόταν Μάκρων. Ο τελευταίος είχε αποφασίσει να αποκαταστήσει προς τους Ιουδαίους τις αδικίες που τους είχαν γίνει, και είχε καθιερώσει ειρηνικές σχέσεις μαζί τους. 13Αποτέλεσμα ήταν οι φίλοι του Ευπάτορα να του κατηγορήσουν τον Μάκρωνα ότι εγκατέλειψε την Κύπρο, που ο βασιλιάς Φιλομήτωρ του την είχε εμπιστευθεί να την διοικεί κι ότι ο ίδιος προσχώρησε στον Αντίοχο τον Επιφανή. Έτσι όλοι θεωρούσαν το Μάκρωνα προδότη. Αυτός, επειδή δεν άντεχε να κατέχει την εξουσία χωρίς να τον έχουν σε υπόληψη, πήρε δηλητήριο και αυτοκτόνησε.

Ο Ιούδας κυριεύει τα φρούρια της Ιδουμαίας
(Α΄ Μακ 5,3-8)
14Ο Γοργίας, όμως, που έγινε διοικητής στην περιοχή, κατάρτισε μισθοφορικό στρατό και σε κάθε ευκαιρία πολεμούσε τους Ιουδαίους. 15Επιπλέον οι Ιδουμαίοι, που είχαν καταλάβει καίρια στρατηγικά σημεία, παρενοχλούσαν τους Ιουδαίους. Δέχονταν να ενωθούν μαζί τους όσοι εθνικοί αποπέμπονταν από τα Ιεροσόλυμα, και έκαναν τα πάντα για να βρίσκονται συνεχώς σε εμπόλεμη κατάσταση με τους Ιουδαίους.
16Έτσι ο Μακκαβαίος και οι άντρες του έκαναν μια λιτανεία παρακαλώντας το Θεό να τους βοηθήσει· μετά επιτεθήκαν στα οχυρά των Ιδουμαίων. 17Τους χτύπησαν με σφοδρότητα, νίκησαν τους υπερασπιστές των τειχών και κυρίεψαν τα οχυρά, θανατώνοντας όλους όσους βρήκαν μπροστά τους, πάνω από είκοσι χιλιάδες άντρες.
18Εννιά χιλιάδες άντρες όμως από τους εχθρούς κατέφυγαν σε δύο πολύ καλά οχυρωμένους πύργους, όπου υπήρχαν όλα τα εφόδια για ν’ αντιμετωπίσουν την πολιορκία. 19Ο ίδιος ο Μακκαβαίος έπρεπε να φύγει και να πάει σε άλλα μέρη όπου ήταν μεγαλύτερη ανάγκη αλλά άφησε εκεί το Σίμωνα, τον Ιώσηπο και το Ζακχαίο με τους άντρες τους, που ήταν αρκετοί για να συνεχίσουν την πολιορκία.
20Οι άντρες όμως του Σίμωνα ήταν φιλάργυροι και μερικοί από τους πολιορκημένους κατάφεραν και τους δωροδόκησαν. Τους έδωσαν εβδομήντα χιλιάδες δραχμές κι εκείνοι τους άφησαν να περάσουν τις γραμμές και να φύγουν. 21Μόλις έμαθε ο Μακκαβαίος το γεγονός, συγκέντρωσε τους αρχηγούς του λαού και κατηγόρησε δημόσια αυτούς που πρόδωσαν τους συμπατριώτες τους και για μερικά χρήματα άφησαν ελεύθερους τους εχθρούς να πολεμούν εναντίον τους. 22Εκτέλεσε λοιπόν τους προδότες και κυρίεψε αμέσως τους δύο πύργους. 23Σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις του είχε επιτυχία. Στους δυο εκείνους πύργους θανάτωσε πάνω από είκοσι χιλιάδες εχθρούς.
Ο Ιούδας νικάει τον Τιμόθεο
24Ο Τιμόθεος, ο οποίος είχε άλλη μια φορά στο παρελθόν νικηθεί από τους Ιουδαίους, συγκέντρωσε ένα τεράστιο πλήθος μισθοφόρων και πολύ ιππικό από την Ασία και ήρθε να κυριέψει την Ιουδαία με ένοπλη επίθεση. 25Ενώ αυτός πλησίαζε, οι άντρες του Μακκαβαίου έκαναν δέηση στο Θεό, με χώμα στο κεφάλι τους και πένθιμες φορεσιές.κθ 26Γονατιστοί στα σκαλοπάτια του θυσιαστηρίου παρακαλούσαν το Θεό να τους σπλαχνιστεί και να πολεμήσει τους αντιπάλους τους, όπως το υπόσχεται στο νόμο του.
27Όταν τελείωσαν την προσευχή, πήραν τα όπλα και προχώρησαν μακριά έξω από την πόλη. Όταν είχαν πλησιάσει αρκετά τους εχθρούς, σταμάτησαν. 28Το πρωί, πριν ανατείλει ο ήλιος, οι δυο στρατοί συγκρούστηκαν. Οι Ιουδαίοι είχαν εγγύηση για τη νίκη την προστασία του Κυρίου, εκτός από την αρετή τους, ενώ οι αντίπαλοι είχαν μόνο την ορμή τους, που τους καθοδηγούσε στους αγώνες τους.
29Όταν η μάχη είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της, οι εχθροί είδαν στον ουρανό πέντε μεγαλοπρεπείς άντρες πάνω σε άλογα με χρυσά χαλινάρια, οι οποίοι καθοδηγούσαν τους Ιουδαίους. 30Περικύκλωσαν το Μακκαβαίο και με τις πανοπλίες τους τον προστάτευαν να μην πληγωθεί, ενώ στους εχθρούς έριχναν τόξα και κεραυνούς. Έτσι οι εχθροί έπαθαν σύγχυση και δεν έβλεπαν, και μέσα στην ταραχή τους σκοτώνονταν μεταξύ τους. 31Οι Ιουδαίοι έσφαξαν απ’ αυτούς είκοσι χιλιάδες και πεντακόσιους πεζούς και εξακόσιους ιππείς.
32Ο Τιμόθεος ο ίδιος κατέφυγε σ’ ένα καλά εξοπλισμένο οχυρό που ονομαζόταν Γάζαρα, στο οποίο κυβερνήτης του ήταν ο Χαιρέος. 33Ο Μακκαβαίος και οι άντρες του πολιόρκησαν με ενθουσιασμό το φρούριο για τέσσερις μέρες. 34Οι πολιορκημένοι από μέσα, σίγουροι για την οχύρωση των θέσεών τους, βλασφημούσαν χυδαία τους Ιουδαίους και το Θεό τους.
35Όταν άρχισε να ξημερώνει η πέμπτη μέρα, είκοσι νέοι από το στρατό του Μακκαβαίου, εξοργισμένοι από τις βλασφημίες, αναρριχήθηκαν με ηρωισμό στο τείχος, και σαν θηρία έσφαζαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους. 36Μετά απ’ αυτούς ανέβηκαν κι άλλοι από άλλο μέρος του τείχους και σε αντιπερισπασμό έβαλαν φωτιά στους πύργους και έκαιγαν ζωντανούς τους βλάσφημους. Μια τρίτη δύναμη από κάτω γκρέμισαν τις πύλες κι έτσι μπόρεσε ο υπόλοιπος στρατός να μπει μέσα και όλοι μαζί κυρίεψαν την πόλη. 37Έσφαξαν τον Τιμόθεο που είχε κρυφτεί σ’ έναν λάκκο, καθώς και τον αδερφό του το Χαιρέα και τον Απολλοφάνη.
38Όταν είχαν όλα τελειώσει, οι Ισραηλίτες άρχισαν να δοξολογούν με ύμνους και ευχαριστίες τον Κύριο που τους έδειξε την τόση καλοσύνη του και τους χάρισε τη νίκη.
Β΄ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ 11
Ο Ιούδας νικάει το Λυσία
(Α΄ Μακ 4,26-35)
1Λίγο μετά την ήττα του Τιμόθεου, έμαθε τα συμβάντα ο Λυσίας, επίτροπος του βασιλιά και μέλος της βασιλικής οικογένειας και θύμωσε μ’ όλα αυτά. 2Συγκέντρωσε, λοιπόν, εναντίον των Ιουδαίων ογδόντα περίπου χιλιάδες πεζούς και όλο το ιππικό, αποφασισμένος να μετατρέψει την Ιερουσαλήμ σε ελληνική πόλη. 3Επίσης σκόπευε να φορολογήσει το ναό, όπως φορολογούνταν τότε όλα τα άλλα ειδωλολατρικά ιερά και κάθε χρόνο να διαθέτει το αξίωμα του αρχιερέα προς πώληση. 4Δεν υπολόγιζε καθόλου τη δύναμη του Θεού, αλλά καυχιόταν μόνο για τις δεκάδες χιλιάδες του στρατού του και για τους ογδόντα ελέφαντες που είχε. 5Αφού, λοιπόν, εισέβαλε στην Ιουδαία, πλησίασε στο φρούριο της Βαιθσούρας, που απείχε πέντε στάδια από την Ιερουσαλήμ, και το πολιορκούσε στενά.
6Όταν ο Ιούδας ο Μακκαβαίος και οι άντρες του έμαθαν ότι ο Λυσίας πολιορκούσε τα οχυρά τους, άρχισαν μαζί με όλο τον υπόλοιπο λαό να κλαίνε και να θρηνούν παρακαλώντας τον Κύριο να στείλει έναν καλό άγγελο να τους σώσει. 7Ο ίδιος ο Μακκαβαίος πήρε πρώτος τα όπλα και παρότρυνε και τους άλλους να πάνε μαζί του και να βοηθήσουν τους συμπατριώτες τους, έστω και με κίνδυνο της ζωής τους. Έτσι, συγκεντρώθηκαν όλοι μαζί με μεγάλη προθυμία.
8Πριν όμως απομακρυνθούν πολύ από τα Ιεροσόλυμα, τους παρουσιάστηκε ένας έφιππος άντρας ντυμένος στα άσπρα, που πήγαινε μπροστά τους κραδαίνοντας τα χρυσά του όπλα. 9Τότε όλοι μαζί άρχισαν να δοξολογούν το σπλαχνικό Θεό. Πήραν τέτοιο θάρρος, ώστε ήταν έτοιμοι όχι μόνον ανθρώπους να χτυπήσουν αλλά και τα πιο άγρια θηρία, και να γκρεμίσουν ακόμα και σιδερένια τείχη. 10Έτσι προχωρούσαν παρατεταγμένοι για μάχη, γιατί ο Κύριος τους είχε σπλαχνιστεί και τους είχε στείλει ένα σύμμαχο από τον ουρανό. 11Μετά όρμησαν σαν λιοντάρια εναντίον των εχθρών τους και θανάτωσαν έντεκα χιλιάδες πεζούς και χίλιους εξακόσιους ιππείς· τους υπόλοιπους τους έτρεψαν σε φυγή. 12Οι περισσότεροι από τους τελευταίους γλίτωσαν τραυματισμένοι και δίχως τα όπλα τους κι ο ίδιος ο Λυσίας μόλις που σώθηκε καταντροπιασμένος.
Ο Λυσίας συνάπτει ειρήνη με τον Ιούδα
(Α΄ Μακ 6,55-60)
13Ο Λυσίας δεν ήταν ανόητος. Έκανε εκτίμηση της ήττας που είχε υποστεί και θεώρησε υπεύθυνο τον εαυτό του. Κατάλαβε πως οι Εβραίοι ήταν αήττητοι, γιατί ο παντοδύναμος Θεός ήταν σύμμαχός τους. Έτσι έστειλε 14και τους πρότεινε συμφιλίωση με δίκαιους όρους. Επίσης τους υποσχόταν ότι θα έπειθε και το βασιλιά να τους φερθεί φιλικά. 15Ο Μακκαβαίος συμφώνησε με όλα όσα τους πρότεινε ο Λυσίας, γιατί ήξερε το συμφέρον του λαού του. Αλλά και όλα όσα ο Μακκαβαίος αντιπρότεινε γραπτώς στο Λυσία σχετικά με τους Ιουδαίους, τα δέχτηκε ο βασιλιάς.
Επιστολή του Λυσία προς τους Ιουδαίους
16Η επιστολή που ο Λυσίας έστειλε στους Ιουδαίους ήταν η εξής:
«Ο Λυσίας στέλνει χαιρετισμούς σ’ όλους τους Ιουδαίους.
17»Ο Ιωάννης και ο Αβεσσαλώμ, που μας στείλατε, μας παρέδωσαν το έγγραφο υπογεγραμμένο και ζητούσαν να τους απαντήσουμε σε όσα περιέχονταν σ’ αυτό. 18Όσα, λοιπόν, έπρεπε να γνωστοποιηθούν και στο βασιλιά, τού τα ανέφερα κι εκείνος προέβη σε όσες παραχωρήσεις μπορούσε. 19Αν τώρα εσείς συνεχίσετε να είστε νομιμόφρονες προς την αυτοκρατορία, θα προσπαθήσω κι εγώ στο μέλλον να σας φανώ χρήσιμος. 20Όσο για τις λεπτομέρειες, έχω δώσει εντολή στους αντιπροσώπους μας, τους δικούς σας και τους δικούς μου, να συζητήσουν μαζί σας. 21Υγιαίνετε.
Είκοσι τέσσερις του μήνα Διοσκορίνθιου, του έτους 148».λ
Επιστολή του βασιλιά προς τον Λυσία και τους Ιουδαίους
22Η επιστολή του βασιλιά έλεγε τα εξής:
«Ο βασιλιάς Αντίοχος στέλνει χαιρετισμούς στον αδερφό τουλα το Λυσία. 23Τώρα που ο πατέρας μου έχει πια πεθάνει, επιθυμώ οι υπήκοοί μου ανενόχλητοι να διευθετούν τις δικές τους υποθέσεις. 24Έχω πληροφορηθεί ότι οι Ιουδαίοι δεν επιθυμούν να δεχτούν τον ελληνικό τρόπο ζωής, που ο πατέρας μου επιδίωκε να τους επιβάλει, αλλά προτιμούν τον δικό τους και απαιτούν να τους επιτραπεί να εφαρμόζουν τους δικούς τους νόμους. 25Επειδή, λοιπόν, προτιμώ και αυτό το έθνος να παραμείνει ανενόχλητο, αποφασίζω να τους αποδοθεί και πάλι ο ναός τους και να τους επιτραπεί να ρυθμίζουν τη ζωή τους σύμφωνα με τα έθιμα των προγόνων τους. 26Καλό θα είναι, λοιπόν, να στείλεις αγγελιοφόρους και να τους βεβαιώσεις γι’ αυτή μου την απόφαση. Αυτοί, όταν μάθουν τις φιλικές μου διαθέσεις απέναντί τους, θα χαρούν και θ’ ασχολούνται πια ειρηνικά με τις υποθέσεις τους, δίχως ν’ ανησυχούν για ο,τιδήποτε».
27Η επιστολή του βασιλιά προς το ιουδαϊκό έθνος έλεγε τα εξής:
«Ο βασιλιάς Αντίοχος στέλνει χαιρετισμούς στην ιουδαϊκή γερουσία και σ’ όλο τον ιουδαϊκό λαό.
28»Εύχομαι να υγιαίνετε. Χαίρω και εγώ άκρας υγείας. 29Ο Μενέλαος με πληροφόρησε ότι θέλετε να επιστρέψετε στα σπίτια σας και ν’ ακολουθήσετε το δικό σας τρόπο ζωής. 30Δίνω, λοιπόν, την άδεια να γυρίσουν όσοι θέλουν μέχρι τις τριάντα του μήνα Ξανθικού,λβ και κανένας δε θα τους ενοχλήσει. 31Εσείς οι Ιουδαίοι θα χρησιμοποιείτε τις δικές σας τροφές και τους νόμους σας, όπως και πριν. Κανείς σας δε θα τιμωρηθεί για οποιοδήποτε αδίκημα έχει διαπράξει εν αγνοία του. 32Σας στέλνω και το Μενέλαο να σας διαβεβαιώσει σχετικά. 33Υγιαίνετε.
»Στις δεκαπέντε του μήνα Ξανθικού του έτους 148».λγ
Επιστολή των Ρωμαίων προς τους Ιουδαίους
34Αλλά και οι Ρωμαίοι έστειλαν στους Ιουδαίους την εξής επιστολή:
«Ο Κόιντος Μέμμιος και ο Τίτος Μάνλιος, πρέσβεις των Ρωμαίων, στέλνουν χαιρετισμούς στο λαό των Ιουδαίων. 35Σχετικά με τα προνόμια που σας παραχώρησε ο Λυσίας, ο οποίος είναι μέλος της βασιλικής οικογένειας, συμφωνούμε και εμείς. 36Τώρα που βρισκόμαστε καθ’ οδόν για την Αντιόχεια, εξετάστε προσεκτικά τα ζητήματα που ο Λυσίας έχει κρίνει να παρουσιάσει στο βασιλιά. Και στείλτε μας αμέσως την απάντησή σας, ώστε να υποβάλουμε κι εμείς στο βασιλιά συμφέρουσες για σας προτάσεις. 37Μόνο ενεργήστε γρήγορα, ώστε να γνωρίζουμε και εμείς τις αποφάσεις σας. 38Υγιαίνετε.
Στις δεκαπέντε του μήνα Ξανθικού του έτους 148».
Β΄ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ 12
Ο Ιούδας τιμωρεί τους κατοίκους της Ιόππης και της Ιάμνειας
1Αφού έγιναν όλες αυτές οι συμφωνίες, ο μεν Λυσίας επέστρεψε στο βασιλιά, οι δε Ιουδαίοι γύρισαν στις αγροτικές τους εργασίες. 2Μερικοί όμως από τους κυβερνήτες της περιοχής, δηλαδή ο Τιμόθεος και ο Απολλώνιος, γιος του Γενναίου, ο Ιερώνυμος, ο Δημοφών κι επίσης ο Νικάνωρ, κυβερνήτης της Κύπρου, δεν τους άφηναν ήσυχους, ν’ ασχοληθούν με τα ειρηνικά τους έργα.
3Εκείνη την εποχή οι κάτοικοι της Ιόππης διέπραξαν ένα τρομερό έγκλημα εναντίον των Ιουδαίων που κατοικούσαν στην πόλη τους: Τους προσκάλεσαν να μπουν μαζί με τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους σε πλοία που εκείνοι είχαν προμηθευτεί, για να τους δείξουν δήθεν τα φιλικά τους αισθήματα. 4Επειδή αυτό ήταν κοινή απόφαση της πόλης και οι Ιουδαίοι ήθελαν να έχουν καλές σχέσεις μαζί τους, δέχτηκαν ανυποψίαστοι την πρόσκληση. Τους πήγαν, λοιπόν, στ’ ανοιχτά και τους βύθισαν όλους στη θάλασσα. Έτσι πνίγηκαν πάνω από διακόσια άτομα.
5Όταν ο Ιούδας έμαθε την ωμή αυτή μεταχείριση εναντίον των συμπατριωτών του, διέταξε τους άντρες του να ετοιμαστούν για πόλεμο. 6Αφού προσευχήθηκαν στο Θεό, το δίκαιο κριτή, επιτέθηκε εναντίον των φονιάδων των συμπατριωτών του: Έβαλε τη νύχτα φωτιά στο λιμάνι κι έκαψε τα καράβια, και κατέσφαξε όλους όσοι είχαν καταφύγει σ’ αυτά για να σωθούν. 7Βρήκε όμως τις πύλες της πόλης κλειστές κι έτσι υποχώρησε προσωρινά με σκοπό να ξαναγυρίσει και να εξοντώσει όλους τους κατοίκους της Ιόππης. 8Όταν έμαθε ότι και οι κάτοικοι της Ιάμνειας σκόπευαν να κάνουν τα ίδια στους Ιουδαίους που ζούσαν στην πόλη τους, 9επιτέθηκε νύχτα εναντίον τους κι έβαλε φωτιά στο λιμάνι και στο στόλο τους, έτσι που οι φλόγες φαίνονταν από την Ιερουσαλήμ, που απείχε διακόσια σαράντα στάδια από ’κει.
Ο Ιούδας κατευθύνεται ανατολικά
(Α΄ Μακ 5,9-54)
10Όταν είχαν ξεμακρύνει εννιά στάδια από την Ιάμνεια και κατευθύνονταν εναντίον του Τιμόθεου, τους επιτεθήκαν Άραβες νομάδες πάνω από πέντε χιλιάδες πεζοί και πεντακόσιοι ιππείς. 11Έγινε φοβερή μάχη αλλά ο Ιούδας και οι άντρες του πέτυχαν στις επιχειρήσεις, γιατί τους βοηθούσε ο Θεός. Οι Άραβες νικήθηκαν και ζητούσαν από τον Ιούδα συνθηκολόγηση, με την υπόσχεση να τους παραχωρήσουν κοπάδια ζώων και να τους παράσχουν κάθε είδους βοήθεια. 12Ο Ιούδας κατάλαβε ότι πραγματικά αυτοί οι άνθρωποι θα του ήταν σε πολλά χρήσιμοι κι έτσι συμφώνησε να κάνει ειρήνη μαζί τους. Αυτοί δέχτηκαν τις διαβεβαιώσεις του και γύρισαν στις σκηνές τους.
13Επίσης ο Ιούδας επιτέθηκε σε μια πόλη που ονομαζόταν Κάσπιν. Ήταν οχυρωμένη με επιχώματα και περιβαλλόταν από τείχη. Οι κάτοικοί της ήταν διαφόρων εθνοτήτων 14και φέρονταν προκλητικά στον Ιούδα και στους άντρες του, γιατί στηρίζονταν στην αντοχή των τειχών τους και στις προμήθειές τους. Τους χλεύαζαν, λοιπόν, κι εκτόξευαν εναντίον τους άπρεπα λόγια, καθώς και βλασφημίες εναντίον του Θεού τους. 15Οι άντρες του Ιούδα, όμως, επικαλέστηκαν το μεγάλο κυβερνήτη του κόσμου, αυτόν που τον καιρό του Ιησού του Ναυή είχε γκρεμίσει τα τείχη της Ιεριχώ χωρίς πολεμικούς κριούς ή πολιορκητικές μηχανές, και όρμησαν σαν θηρία εναντίον του τείχους της Κάσπιν. 16Με το θέλημα του Θεού κυρίεψαν την πόλη και ήταν τέτοια η σφαγή που έκαναν, ώστε μια λίμνη εκεί κοντά, δύο στάδια πλατιά, φαινόταν να έχει πλημμυρίσει από το αίμα.
Ο Ιούδας νικάει το στρατό του Τιμόθεου
(Α΄ Μακ 5,37-44)
17Από την Κάσπιν βάδισαν ακόμη εφτακόσια πενήντα στάδια και έφτασαν στο Χάρακα, όπου κατοικούσαν οι λεγόμενοι Τουβιανοί Ιουδαίοι.λδ 18Δε βρήκαν εκεί τον Τιμόθεο, γιατί ο ίδιος είχε φύγει από κείνα τα μέρη άπρακτος· είχε αφήσει όμως πίσω του μια πολύ ισχυρή φρουρά. 19Οι στρατηγοί του Μακκαβαίου Δοσίθεος και Σωσίπατρος βγήκαν και σκότωσαν πάνω από δέκα χιλιάδες άντρες, τους οποίους είχε αφήσει στο οχύρωμα ο Τιμόθεος. 20Μετά ο Ιούδας χώρισε το στρατό του σε ομάδες και όρισε το Δοσίθεο και το Σωσίπατρο αρχηγούς σε καθεμιά απ’ αυτές.
Έτσι ο Ιούδας καταδίωξε τον Τιμόθεο και μαζί του εκατόν είκοσι χιλιάδες πεζούς και δύο χιλιάδες ιππείς. 21Όταν ο Τιμόθεος αντιλήφθηκε ότι ο Ιούδας ερχόταν κατόπιν του, έστειλε για ασφάλεια τα γυναικόπαιδα και τις αποσκευές σε μια πόλη που ονομαζόταν Καρνίον. Εκεί η περιοχή ήταν δύσβατη και δύσκολο να την πολιορκήσει κανείς, γιατί όλες οι προσβάσεις προς την πόλη ήταν πολύ στενές.
22Όταν φάνηκε η πρώτη ομάδα του Ιούδα, φόβος και πανικός κατέλαβε τους εχθρούς από την παρουσία του πανεπόπτη Θεού. Τότε τράπηκαν όλοι σε άτακτη φυγή, τρέχοντας άλλος εδώ κι άλλος εκεί, έτσι που πολλές φορές χτυπιούνταν μεταξύ τους και τραυματίζονταν από τα ίδια τους τα σπαθιά.
23Ο Ιούδας και οι άντρες του τους καταδίωξαν με μεγαλύτερη ορμή και κατέσφαξαν από τους ασεβείς τριάντα χιλιάδες άντρες. 24Ο ίδιος ο Τιμόθεος έπεσε στα χέρια των αντρών του Δοσίθεου και του Σωσίπατρου αλλά αυτός με πανουργία τούς παρακαλούσε να τον αφήσουν ελεύθερο. Τους έλεγε ότι οι γονείς των περισσοτέρων τους και μερικών τα αδέρφια ήταν στη διάθεσή του κι ότι οι άντρες του θα τους σκότωναν αν του έκαναν κανένα κακό. 25Τους έδωσε, λοιπόν, επανειλημμένα διαβεβαιώσεις ότι θα έστελνε πίσω τους συγγενείς τους σώους και αβλαβείς κι έτσι τον άφησαν ελεύθερο, για να σωθούν οι δικοί τους.
Άλλες επιτυχίες του Μακκαβαίου
26Στη συνέχεια ο Ιούδας επιτέθηκε εναντίον του Καρνίου και του ναού της Αταργάτης και κατέσφαξε εκεί είκοσι πέντε χιλιάδες άτομα.
27Μετά απ’ αυτήν την καταδίωξη και τις καταστροφές που έκανε, ο Ιούδας οδήγησε το στρατό του εναντίον της οχυρωμένης πόλης Εφρών, όπου κατοικούσε ο Λυσίας και μεγάλο πλήθος διαφόρων εθνοτήτων. Μπροστά στα τείχη είχαν παραταχθεί ρωμαλέοι νέοι άντρες και πολεμούσαν γενναία, ενώ μέσα στην πόλη υπήρχαν πολλές πολεμικές μηχανές και βέλη. 28Οι Ιουδαίοι επικαλέστηκαν τον Παντοδύναμο, που συντρίβει τη δύναμη των εχθρών· κυρίεψαν την πόλη και σκότωσαν είκοσι πέντε χιλιάδες άντρες. 29Από ’κει έφυγαν και στράφηκαν με ορμή εναντίον της Σκυθόπολης, που απέχει εξακόσια στάδια από την Ιερουσαλήμ. 30Αλλά οι Ιουδαίοι της πόλης τούς διαβεβαίωσαν ότι οι Σκυθοπολίτες τούς αγαπούσαν και τους είχαν φερθεί με καλοσύνη σε δύσκολες στιγμές. 31Έτσι ο Ιούδας και οι άντρες του ευχαρίστησαν τους κατοίκους της πόλης και τους παρότρυναν να συνεχίσουν να δείχνουν και στο μέλλον τα ίδια φιλικά αισθήματα προς τους Ιουδαίους.
Στη συνέχεια ο Ιούδας και ο στρατός του έφτασαν στα Ιεροσόλυμα, όταν πλησίαζε η εορτή των Εβδομάδων.
Ο Ιούδας νικάει το Γοργία
32Μετά τη γιορτή της Πεντηκοστής ο Ιούδας και οι άντρες του βάδισαν με μεγάλη ταχύτητα εναντίον του Γοργία, κυβερνήτη της Ιδουμαίας, 33κι αυτός βγήκε να τους αντιμετωπίσει με τρεις χιλιάδες πεζούς και τετρακόσιους ιππείς. 34Στη μάχη εκείνη σκοτώθηκαν λίγοι άντρες από τους Ιουδαίους. 35Αλλά ένας χειροδύναμος έφιππος, που λεγόταν Δοσίθεος, από τους άντρες του Βακήνορα, έπιασε το Γοργία από τη χλαμύδα και τον έσερνε βίαια με σκοπό να συλλάβει ζωντανό αυτόν τον καταραμένο άνθρωπο. Τότε ένας από τους Θράκες ιππείς επιτέθηκε στο Δοσίθεο και του έκοψε τον ώμο. Έτσι ο Γοργίας διέφυγε στην πόλη Μαρισά.
36Οι άντρες του Έσδριν πολεμούσαν για πολύν καιρό και είχαν πια κουραστεί. Τότε ο Ιούδας παρακάλεσε τον Κύριο να του φανερώσει ότι πραγματικά πολεμάει στο πλευρό του, επικεφαλής του στρατού του στη μάχη. 37Μετά άρχισε να ψέλνει διάφορους ύμνους στη μητρική του γλώσσα και με δυνατή φωνή επιτέθηκε αιφνιδιαστικά εναντίον των δυνάμεων του Γοργία και τις έτρεψε σε φυγή.
Θυσία για εξιλέωση μιας αμαρτίας
38Μετά τη μάχη ο Ιούδας ανασυγκρότησε το στρατό του και βάδισε προς την πόλη Οδολλάμ. Κι επειδή πλησίαζε η έβδομη μέρα, εξαγνίστηκαν κατά το έθιμο και γιόρτασαν το Σάββατο εκεί.
39Την επόμενη μέρα ήρθαν επειγόντως οι άντρες του Ιούδα για να μεταφέρουν τα πτώματα των σκοτωμένων και να τα θάψουν μαζί με τους συγγενείς τους στους τάφους των προγόνων τους. 40Κάτω όμως από τα ρούχα του κάθε νεκρού βρέθηκαν μικρά ειδώλια των θεών της Ιάμνειας, που ο νόμος τα απαγόρευε στους Ιουδαίους. Έτσι έγινε φανερό σε όλους ότι αυτοί είχαν σκοτωθεί εξαιτίας αυτών των ιερών αντικειμένων. 41Τότε όλοι δοξολόγησαν τον Κύριο, το δίκαιο Κριτή, για τον τρόπο με τον οποίο αποκαλύπτει όλα τα κρυπτά 42και τον παρακάλεσαν να εξαλειφθεί τελείως αυτή η αμαρτία.
Ο γενναίος Ιούδας κάλεσε το λαό να μην αμαρτήσουν πια, αφού είχαν δει με τα ίδια τους τα μάτια τι συνέβηκε σ’ αυτούς που είχαν αμαρτήσει. 43Μετά συγκέντρωσε συνεισφορές από κάθε άντρα κι έστειλε στα Ιεροσόλυμα δύο χιλιάδες δραχμές ασήμι, για να χρηματοδοτήσει μια θυσία για την εξιλέωση της αμαρτίας. Αυτή τη θεάρεστη πράξη την έκανε επειδή πίστευε πως υπάρχει ανάσταση νεκρών. 44Γιατί αν δεν πίστευε ότι θ’ αναστηθούν αυτοί, που λίγο πριν είχαν σκοτωθεί, θα ήταν περιττό κι ανόητο να προσεύχεται γι’ αυτούς. 45Εξάλλου ο Ιούδας ήταν βέβαιος ότι όσοι πέθαιναν έχοντας πίστη στο Θεό, θα είχαν εξαιρετική μεταχείριση· γι’ αυτό επρόκειτο για μια άγια και θεάρεστη σκέψη. Έτσι, έκαναν τη θυσία για την εξιλέωση των νεκρών, ώστε οι τελευταίοι ν’ απαλλαγούν από την αμαρτία που είχαν διαπράξει.
Β΄ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ 13
Ο Μενέλαος παίρνει την τιμωρία που του άξιζε
1Το έτος 149λε ο Μακκαβαίος και οι άντρες του πληροφορήθηκαν πως ο Αντίοχος ο Ευπάτορας προχωρούσε με πολύ στρατό εναντίον της Ιουδαίας. 2Ο βασιλιάς συνοδευόταν από τον αντιβασιλέα Λυσία, ο οποίος ήταν και διαχειριστής των βασιλικών υποθέσεων. Καθένας τους ήταν επικεφαλής ελληνικών στρατευμάτων από εκατόν δέκα χιλιάδες πεζούς και πέντε χιλιάδες τριακόσιους ιππείς, είκοσι δύο ελέφαντες και τριακόσια άρματα δρεπανηφόρα.
3Μαζί μ’ αυτούς τους δυο ενώθηκε ο Μενέλαος, ο οποίος με μεγάλη υποκρισία ενθάρρυνε τον Αντίοχο να συνεχίσει την εκστρατεία του. Στην πραγματικότητα δεν ενδιαφερόταν για τη χώρα του, αλλά επιδίωκε να διοριστεί στο αξίωμα του αρχιερέα. 4Ο Θεός όμως, ο βασιλιάς των βασιλιάδων, διέθεσε τον Αντίοχο εναντίον του Μενέλαου. Ο Λυσίας απέδειξε στον Αντίοχο ότι αυτός ο ασεβής ήταν η αιτία όλων των συμφορών του· γι’ αυτό κι ο βασιλιάς διέταξε να φέρουν το Μενέλαο στη Βέροια και να τον θανατώσουν εκεί με τη μέθοδο που συνηθίζεται σ’ εκείνα τα μέρη.
5Συγκεκριμένα εκεί υπάρχει ένας πύργος πενήντα πήχεις ύψος, γεμάτος με στάχτη. Μια κυκλική ράμπα ξεκινούσε απότομα από ψηλά και κατέληγε μέσα στη στάχτη. 6Εκεί πήγαιναν όποιους είχαν καταδικαστεί για ιεροσυλία ή για οποιοδήποτε άλλο σοβαρό έγκλημα και τον έριχναν από ψηλά στο θάνατο. 7Έτσι ο άνομος Μενέλαος κατέληξε να πεθάνει δίχως να ταφεί, 8όπως άλλωστε του άξιζε. Είχε πολλές φορές προσβάλει τις ιερές στάχτες του θυσιαστηρίου, και τώρα έβρισκε το θάνατο μέσα σε στάχτες.
Η νίκη του Μακκαβαίου στη Μωδεΐν
(Α΄ Μακ 6,28-63)
9Ο βασιλιάς Αντίοχος ερχόταν τώρα με βάρβαρες διαθέσεις, για να προξενήσει στους Ιουδαίους χειρότερες συμφορές απ’ όσες τους είχε προξενήσει ο πατέρας του. 10Όταν το έμαθε αυτό ο Ιούδας, παράγγειλε στο λαό να ικετεύουν μέρα και νύχτα τον Κύριο να τους βοηθήσει τώρα που κινδύνευαν να χάσουν το νόμο τους, την πατρίδα τους και τον άγιο ναό τους. 11Ακόμη να τον παρακαλέσουν ώστε ο λαός που τώρα μόλις είχε αρχίσει να ανασαίνει, να μην ξαναγυρίσει πίσω και υποδουλωθεί στα ασεβή έθνη. 12Παρακαλούσαν, λοιπόν, όλοι μαζί το σπλαχνικό Κύριο με κλάματα, νηστείες και γονυκλισίες επί τρεις συνεχείς ημέρες. Μετά ο Ιούδας τους εμψύχωσε και τους κάλεσε να τον ακολουθήσουν.
13Ο ίδιος έκανε συμβούλιο με τους πρεσβυτέρους κι αποφάσισαν, προτού ο στρατός του βασιλιά μπει στην Ιουδαία και καταλάβει την Ιερουσαλήμ, αυτοί να βγουν έξω και με τη βοήθεια του Θεού ν’ αντιμετωπίσουν την κατάσταση. 14Έτσι στρατοπέδευσε κοντά στη Μωδεΐν κι ανέθεσε την έκβαση του αγώνα στο δημιουργό του σύμπαντος και παρότρυνε τους στρατιώτες του να πολεμήσουν με γενναιότητα μέχρι θανάτου για τους νόμους, το ναό και την πόλη, για την πατρίδα και το δικό τους τρόπο ζωής.
15Ο Ιούδας έδωσε στους άντρες του για σύνθημα στη μάχη την κραυγή «η νίκη είναι του Θεού». Μετά πήρε μαζί του τους πιο γενναίους και γυμνασμένους άντρες του και έκανε τη νύχτα έφοδο στην περιοχή γύρω από τη σκηνή του βασιλιά. Μέσα στο εχθρικό στρατόπεδο σκότωσε δύο χιλιάδες περίπου άντρες. Επίσης σκότωσαν τον καλύτερο ελέφαντα και το φρουρό του. 16Σκόρπισαν τον πανικό στο στρατόπεδο κι έφυγαν νικητές, 17όταν πια είχε αρχίσει να χαράζει. Όλα έγιναν με τη βοήθεια και κάτω από την προστασία του Κυρίου προς τον Ιούδα.
Ο Αντίοχος περικυκλώνει τη Βαιθσούρα
18Τώρα ο βασιλιάς Αντίοχος, έχοντας πείρα από την τόλμη των Ιουδαίων, προσπαθούσε με άλλους τρόπους να καταλάβει τα μέρη τους. 19Επιτέθηκε, λοιπόν, επανειλημμένα στη Βαιθσούρα, ένα από τα οχυρά φρούρια των Ιουδαίων, αλλά έχασε πολλές δυνάμεις και τελικά κατατροπώθηκε. 20Ο Ιούδας έστειλε τα αναγκαία εφόδια στη φρουρά που ήταν μέσα. 21Ένας Ιουδαίος στρατιώτης, που ονομαζόταν Ρόδοκος, πρόδωσε μυστικά στους εχθρούς. Τον συνέλαβαν όμως και τον έκλεισαν φυλακή. 22Ο βασιλιάς διαπραγματεύτηκε για δεύτερη φορά με τους κατοίκους της Βαιθσούρας κι αφού δόθηκαν εγγυήσεις κι από τα δύο μέρη, αποχώρησε. Μετά επιτέθηκε εναντίον του Ιούδα αλλά και πάλι νικήθηκε.
Ο Αντίοχος κάνει ειρήνη με τους Ιουδαίους
23Στο μεταξύ, ο Φίλιππος είχε μείνει στην Αντιόχεια, υπεύθυνος για τη διακυβέρνηση του κράτους, αλλά ο βασιλιάς Αντίοχος έμαθε πως είχε παραφρονήσει. Μη ξέροντας τι να κάνει ο βασιλιάς, κάλεσε τους Ιουδαίους κι έκανε ειρήνη μαζί τους με τους δικούς τους όρους· συμφώνησε μαζί τους να σεβαστεί όλα τα δίκαια αιτήματά τους. Για να επισφραγίσει μάλιστα αυτή τη συμφωνία, πρόσφερε θυσία κι αφιέρωσε πλούσια δώρα στο ναό για να δείξει το σεβασμό του σ’ αυτόν· 24επίσης δέχτηκε με τιμές τον Ιούδα το Μακκαβαίο.
Μετά απ’ όλα αυτά τα γεγονότα, ο βασιλιάς διόρισε κυβερνήτη τον Ηγεμονίδη στην περιοχή από την Πτολεμαΐδα μέχρι τα Γερρηνά, 25κι ο ίδιος πήγε στην Πτολεμαΐδα. Οι κάτοικοι της πόλης δυσανασχετούσαν για τη συμφωνία που είχε κάνει ο βασιλιάς με τους Ιουδαίους και ήταν τόσο εξαγριωμένοι, που ήθελαν να την ακυρώσουν. 26Αλλά ο Λυσίας με δημόσια ομιλία του υποστήριξε όσο μπορούσε τη συμφωνία. Κι αφού ηρέμησε το λαό και τους έπεισε ότι είχε δίκιο, επέστρεψε στην Αντιόχεια.
Αυτή ήταν η εξέλιξη της εκστρατείας του βασιλιά Αντιόχου στην Ιουδαία και η υποχώρησή του.
Β΄ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ 14
Ο Άλκιμος επισκέπτεται το βασιλιά Δημήτριο
(Α΄ Μακ 7,1-25)
1Μετά από τρία χρόνια, ο Ιούδας ο Μακκαβαίος και οι άντρες του έμαθαν ότι ο Δημήτριος, γιος του Σέλευκου, μπήκε στο λιμάνι της Τρίπολης με μεγάλο στρατό και στόλο 2και κυρίεψε τη χώρα, αφού σκότωσε τον Αντίοχο και τον αντιβασιλέα Λυσία.
3Κάποιος που λεγόταν Άλκιμος και ήταν πρωτύτερα αρχιερέας, είχε πρόθυμα υιοθετήσει τα ελληνικά έθιμα τον καιρό της επιμειξίας με τους εθνικούς. Αυτός ήξερε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να γλιτώσει από τους Ιουδαίους ή να ξαναγίνει αρχιερέας και να υπηρετήσει στο θυσιαστήριο. 4Γι’ αυτό ήρθε στο βασιλιά Δημήτριο το έτος 151λς και του πρόσφερε ένα χρυσό στεφάνι, ένα φοίνικα και μερικά κλαδιά ελιάς, όπως συνηθιζόταν να προσφέρονται στο ναό. Εκείνη την ημέρα δεν προέβη σε καμιά άλλη ενέργεια. 5Αργότερα, όμως, βρήκε την ευκαιρία να προωθήσει το παράλογο σχέδιό του, όταν προσκλήθηκε από το Δημήτριο στο συμβούλιό του και ρωτήθηκε ποιες ήταν οι προθέσεις και τα σχέδια των Ιουδαίων.
Ο Άλκιμος ανέφερε σχετικά: 6«Είναι κάτι Ιουδαίοι που ονομάζονται Ασιδαίοι·λζ αυτοί με αρχηγό τον Ιούδα το Μακκαβαίο υποθάλπουν πολέμους κι επαναστάσεις και ποτέ δεν αφήνουν το έθνος σε ησυχία. 7Εγώ έχω αποστερηθεί του αξιώματος του αρχιερέα, που το είχα εκ γενετής, αλλά ήρθα εδώ 8πρώτα απ’ όλα γιατί ενδιαφέρομαι ειλικρινά για τα δικαιώματα του βασιλιά και, δεύτερον, επειδή θέλω το καλό των συμπατριωτών μου, γιατί όλο το έθνος μας υποφέρει φοβερά από τις ανοησίες των ανθρώπων που προανέφερα. 9Εσύ, βασιλιά, τα ξέρεις όλα αυτά. Φρόντισε, λοιπόν, για τη χώρα μας και για το έθνος μας, που πιέζεται από παντού, με την καλοσύνη σου, που τόσο πρόθυμα τη δείχνεις προς όλους. 10Όσο υπάρχει ο Ιούδας είναι αδύνατο να ησυχάσουν τα πράγματα».
Ο Δημήτριος στέλνει το Νικάνορα στην Ιουδαία
(Α΄ Μακ 7,26-38)
11Όταν ο Άλκιμος τελείωσε τα λόγια του, οι άλλοι σύμβουλοι που εχθρεύονταν τον Ιούδα, εξόργισαν ακόμη περισσότερο το Δημήτριο. 12Αμέσως ο βασιλιάς κάλεσε το Νικάνορα, που ήταν επικεφαλής των ελεφάντων, τον διόρισε κυβερνήτη της Ιουδαίας και τον έστειλε εκεί, 13με εντολή να σκοτώσει τον ίδιο τον Ιούδα, να διαλύσει το στρατό του και στη συνέχεια να εγκαταστήσει τον Άλκιμο αρχιερέα του μεγάλου ναού. 14Όσοι εθνικοί είχαν φύγει από την Ιουδαία για να γλιτώσουν από τις επιθέσεις του Ιούδα, έρχονταν τώρα κατά ομάδες και ενώνονταν με το Νικάνορα, γιατί πίστευαν ότι οι ήττες και οι συμφορές των Ιουδαίων θα σήμαιναν ευημερία γι’ αυτούς.
Ο Νικάνωρ και ο Ιούδας γίνονται φίλοι
15Όταν οι Ιουδαίοι έμαθαν ότι ο Νικάνωρ έμελλε να τους επιτεθεί κι ότι οι ξένοι που κατοικούσαν στη χώρα τους θα τον υποστήριζαν, έβαλαν χώμα στα κεφάλια τουςλη και προσεύχονταν με λιτανείες στον Κύριο, ο οποίος είχε επιλέξει το έθνος τους για παντοτινή ιδιοκτησία του και πάντοτε τους βοηθούσε με την παρουσία του. 16Μετά, ο αρχηγός τους ο Ιούδας έδωσε το πρόσταγμα της αναχώρησης κι έφυγαν αμέσως για να συγκρουσθούν με τους εχθρούς κοντά στην πόλη Δεσσαού. 17Ο Σίμων, αδερφός του Ιούδα, είχε ήδη συμπλακεί με το Νικάνορα, αλλά επειδή οι αντίπαλοι έκαναν αιφνιδιαστική επίθεση, αυτός άρχισε για λίγο να τα χάνει. 18Ο Νικάνωρ, όμως, όταν έμαθε τα κατορθώματα του Ιούδα και των αντρών του, καθώς και το θάρρος που είχαν δείξει στους αγώνες για την πατρίδα τους, φοβήθηκε να λύσει τις μεταξύ τους διαφορές με πόλεμο. 19Έστειλε, λοιπόν, τον Ποσειδώνιο, το Θεόδοτο και το Ματταθία να κάνουν συνθήκη ειρήνης με τους Ιουδαίους.
20Μετά από πολλές συσκέψεις, ο Ιούδας τα ανακοίνωσε όλα στο στρατό του κι όλοι μαζί έκαναν τη συμφωνία. 21Μετά όρισαν μια μέρα που θα συναντιούνταν μόνοι τους οι αρχηγοί. Είχαν τοποθετηθεί και ειδικά έδρανα για τον καθένα τους. 22Ο Ιούδας όμως είχε διατάξει οπλισμένους άντρες να καταλάβουν θέσεις σε καίρια σημεία, μήπως οι εχθροί προβούν σε καμιά αιφνίδια προδοσία. Έτσι η σύσκεψή τους ήταν ειρηνική.
23Ο Νικάνωρ έμεινε στα Ιεροσόλυμα μετά τη συμφωνία. Δεν δημιούργησε καμία δυσαρέσκεια στους Ιουδαίους, και μάλιστα διέλυσε και τους όχλους, που είχαν συγκεντρωθεί με το μέρος του. 24Τον Ιούδα τον είχε συνεχώς κοντά του, γιατί οι δύο άντρες είχαν γίνει οι καλύτεροι φίλοι. 25Μάλιστα ο Νικάνωρ πρότρεψε τον Ιούδα να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια. Έτσι ο Ιούδας παντρεύτηκε και ζούσε μια κανονική οικογενειακή ζωή.
Ο Νικάνωρ αλλάζει γνώμη
26Όταν ο Άλκιμος είδε τη φιλία που είχαν μεταξύ τους και τις συμφωνίες που είχαν κάνει, πήρε ένα αντίγραφό τους και πήγε στο βασιλιά Δημήτριο. Του είπε ότι ο Νικάνωρ διεπόταν από αντιλήψεις που ήταν ξένες προς τα συμφέροντα του βασιλείου, γιατί είχε διορίσει διάδοχό του τον Ιούδα, που ήταν προδότης.
27Ο βασιλιάς εξαγριώθηκε από τις συκοφαντίες αυτού του παμπόνηρου, κι έγραψε στο Νικάνορα εκφράζοντάς του τη δυσαρέσκειά του για τις συμφωνίες. Επίσης τον διέταζε να συλλάβει το Μακκαβαίο και να τον στείλει αμέσως δέσμιο στην Αντιόχεια.
28Όταν ο Νικάνωρ πήρε το μήνυμα, τα ’χασε και λυπήθηκε πολύ. Τώρα έπρεπε να ακυρώσει όλες τις συμφωνίες, μολονότι ο Ιούδας δεν είχε βλάψει κανέναν. 29Παράλληλα όμως δεν ήθελε να πράξει κι αντίθετα με τη διαταγή του βασιλιά. Γι’ αυτό αναζητούσε την κατάλληλη ευκαιρία να εκτελέσει τη διαταγή παγιδεύοντας τον Ιούδα.
30Ο Μακκαβαίος είδε πως ο Νικάνωρ είχε αρχίσει να του συμπεριφέρεται με αγένεια και σκληρότητα, και κατάλαβε πως αυτό ήταν κακό σημάδι. Μάζεψε, λοιπόν, πολλούς από τους συντρόφους του και κρύφτηκε από το Νικάνορα.
31Όταν όμως ο Νικάνωρ αντιλήφθηκε πως ο Ιούδας τον είχε ξεπεράσει στην εξυπνάδα, πήγε στο μεγάλο και άγιο ναό, την ώρα που οι ιερείς πρόσφεραν τις καθορισμένες θυσίες και τους διάταξε να του παραδώσουν τον Ιούδα. 32Εκείνοι τον διαβεβαίωναν με όρκους ότι δε γνώριζαν πού ήταν ο άνθρωπος που ζητούσε. 33Τότε αυτός σήκωσε το δεξί του χέρι προς το ναό κι ορκίστηκε τα εξής: «Αν δεν μου παραδώσετε δέσμιο τον Ιούδα, θα ισοπεδώσω αυτόν το ναό του Θεού, θα γκρεμίσω το βωμό και θα ανεγείρω εδώ έναν μεγαλόπρεπο ναό προς τιμήν του Διονύσου». 34Αυτά είπε κι αποχώρησε.
Οι ιερείς τότε σήκωσαν τα χέρια στον ουρανό, σ’ αυτόν που πάντα υπερασπιζόταν το έθνος μας, και τον ικέτευαν μ’ αυτά τα λόγια: 35«Εσύ, Κύριε, που δεν έχεις ανάγκη από κανέναν, θέλησες να χτιστεί εδώ ανάμεσά μας ένας ναός για να κατοικείς. 36Τώρα, λοιπόν, Κύριε, εσύ που είσαι ο μόνος άγιος, φύλαξε για πάντα αμόλυντο αυτόν το ναό, που μόλις τώρα εξαγνίστηκε».
Η αυτοθυσία του Ραζίς
37Κάποιος από τους πρεσβυτέρους των Ιεροσολύμων, που ονομαζόταν Ραζίς, κατηγορήθηκε στο Νικάνορα ότι αγαπούσε τους συμπατριώτες του, κι εκείνοι τόσο πολύ τον σέβονταν, που τον ονόμαζαν «πατέρα των Ιουδαίων». 38Στο παρελθόν, προ της επιμειξίας με τα άλλα έθνη, ο Ραζίς είχε κατηγορηθεί πάλι για την εμμονή του στον ιουδαϊσμό και για χάρη του είχε με μεγάλο ζήλο διακινδυνεύσει τη σωματική του ακεραιότητα και τη ζωή του. 39Ο Νικάνωρ, θέλοντας να δείξει τη δυσαρέσκειά του απέναντι στους Ιουδαίους, έστειλε πάνω από πεντακόσιους στρατιώτες να συλλάβουν το Ραζίς, 40με την πεποίθηση πως έτσι θα τους προκαλούσε μεγάλο πλήγμα.
41Ήρθαν λοιπόν οι στρατιώτες να καταλάβουν τον πύργο όπου κρυβόταν ο Ραζίς. Θα παραβίαζαν την εξωτερική πύλη, και η διαταγή που είχαν ήταν να βάλουν φωτιά στην πόρτα. Τότε ο Ραζίς, περικυκλωμένος από παντού, έπεσε πάνω στο ξίφος του, 42και προτίμησε να πεθάνει ένδοξα, παρά να πέσει στα χέρια αυτών των εγκληματιών και να εξευτελιστεί με τρόπο ανάρμοστο στην ευγένειά του.
43Από τη βιασύνη του όμως δεν πέτυχε το στόχο του. Στο μεταξύ οι στρατιώτες είχαν εισβάλει από τις πύλες· έτσι ο Ραζίς πήδηξε ηρωικά πάνω από το τείχος και έπεφτε κάτω, πάνω στον κόσμο. 44Το πλήθος έγκαιρα παραμέρισε κι εκείνος έπεσε στο κενό που δημιουργήθηκε.
45Ζωντανός ακόμη και φλογισμένος από το θάρρος σηκώθηκε τρέχοντας ενώ το αίμα έρρεε ποτάμι. Βαριά τραυματισμένος όπως ήταν πέρασε μέσα από τα πλήθη και στάθηκε πάνω σ’ έναν απόκρημνο βράχο. 46Χωρίς σταγόνα αίμα μέσα του έπιασε με τα δυο του χέρια τα έντερά του και τα πρόβαλε προς το πλήθος. Μετά παρακάλεσε τον Κύριο που δίνει τη ζωή και το πνεύμα, να του τα ξαναδώσει και τα δυο. Έτσι πέθανε.
Β΄ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ 15
Το εγκληματικό σχέδιο του Νικάνορα
(Α΄ Μακ 7,39-49)
1Όταν πληροφορήθηκε ο Νικάνωρ ότι οι άντρες του Ιούδα βρίσκονταν στην περιοχή της Σαμάρειας, αποφάσισε να τους επιτεθεί την ημέρα του Σαββάτου, που δε θα υπήρχε γι’ αυτόν κανένας κίνδυνος. 2Οι Ιουδαίοι που είχαν εξαναγκαστεί να ακολουθούν το στρατό του, του έλεγαν να μη διαπράξει τέτοια άγρια και βάρβαρη σφαγή, αλλά να σεβαστεί την ημέρα που ο πανεπόπτης Θεός την έχει τιμήσει και την έχει ορίσει ως αγία.
3Τότε ο Νικάνωρ, το ταπεινότερο υποκείμενο της γης, ρώτησε: «Υπάρχει κανένας κυβερνήτης στον ουρανό, που έχει ορίσει να γιορτάζεται το Σάββατο;» 4Εκείνοι του απάντησαν: «Υπάρχει ο αληθινός Κύριος, ο κυβερνήτης του ουρανού. Αυτός διάταξε να γιορτάζουμε την έβδομη ημέρα». 5Τότε ο Νικάνωρ είπε: «Και εγώ είμαι κυβερνήτης στη γη και διατάζω να πάρετε τα όπλα και να εκπληρώσετε τις υποχρεώσεις σας απέναντι στο βασιλιά».
Δεν κατόρθωσε όμως να φέρει σε πέρας το σατανικό του σχέδιο.
Ο Ιούδας ενθαρρύνει τους άντρες του να πολεμήσουν
6Ο Νικάνωρ με την αλαζονεία του και τον κομπασμό του σκόπευε να ανεγείρει ένα μνημείο για τις νίκες του εναντίον του Ιούδα. 7Ο Ιούδας ο Μακκαβαίος όμως είχε πάντα την πεποίθησή του στον Κύριο, και πίστευε πως αναμφίβολα αυτός θα τον βοηθούσε. 8Γι’ αυτό και παρότρυνε τους συντρόφους του να μη φοβούνται την επίθεση των ειδωλολατρών. Να θυμούνται πάντα πόσο τους είχε βοηθήσει ο παντοδύναμος Θεός στο παρελθόν και να περιμένουν και τώρα τη νίκη που ο ίδιος θα τους χάριζε πάλι. 9Τους ενθάρρυνε με παραδείγματα από το νόμο και τους προφήτες και τους θύμιζε τους αγώνες τους στο παρελθόν. Έτσι τους αναπτέρωνε το ηθικό, για να πολεμήσουν. 10Αφού τους προετοίμασε ψυχολογικά, τους έδωσε διαταγές, υπενθυμίζοντάς τους παράλληλα πως δεν θα έπρεπε να εμπιστεύονται τους εθνικούς, γιατί αυτοί ποτέ δεν κρατούσαν το λόγο τους. 11Έναν έναν τους άντρες του τους εξόπλισε όχι τόσο με ασπίδες και λόγχες αλλά με το θάρρος από τα γενναία λόγια που τους είπε.
Ακόμη τους διηγήθηκε ένα πολύ ζωντανό όνειρο που είχε δει και που σ’ αυτό έπρεπε να στηριχτούν. Αυτό τους έδωσε απερίγραπτη χαρά, όσο τίποτε άλλο. 12Το όνειρο ήταν το εξής: Του παρουσιάστηκε ο αρχιερέας Ονίας. Ήταν ένας καλοκάγαθος άνθρωπος, σεβάσμιος στις συζητήσεις του και αξιοπρεπής στη συμπεριφορά του, θαυμάσιος ομιλητής κι ενάρετος από τα παιδικά του χρόνια. Αυτός λοιπόν προσευχόταν θερμά με υψωμένα χέρια, για ολόκληρο το ιουδαϊκό έθνος. 13Μετά παρουσιάστηκε στον Ιούδα με τον ίδιο τρόπο ένας άλλος άντρας, σεβάσμιος γέροντας, με μεγαλόπρεπο παρουσιαστικό. 14Τότε ο Ονίας είπε: «Αυτός είναι ο προφήτης του Θεού Ιερεμίας, που αγαπάει τους συμπατριώτες του και προσεύχεται διαρκώς για το λαό και την Ιερουσαλήμ». 15Ο Ιερεμίας άπλωσε το δεξί του χέρι κι έδωσε στον Ιούδα ένα χρυσό ξίφος λέγοντάς του: 16«Πάρε το άγιο ξίφος, δώρο από το Θεό, που μ’ αυτό θα συντρίψεις τους εχθρούς».
Η ελπίδα και η αγωνία των Ισραηλιτών
17Αυτά τα ωραία και ενθαρρυντικά λόγια του Ιούδα εμψύχωσαν τους νέους και τους παρακίνησαν να φανούν γενναίοι. Η πόλη, τα ιερά τους και ο ναός τους κινδύνευαν. Έτσι οι Ιουδαίοι, μπροστά σ’ αυτόν τον κίνδυνο, αποφάσισαν να μην περιμένουν στο στρατόπεδο αλλά να βγουν με γενναιότητα εναντίον των εχθρών και να συμπλακούν μαζί τους, παίρνοντας έτσι τις τύχες τους στα δικά τους χέρια. 18Δεν ενδιαφέρονταν και τόσο ν’ αγωνιστούν για τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους, τ’ αδέρφια τους ή τους συγγενείς τους, όσο για τον άγιο ναό. 19Εξάλλου η αγωνία αυτών που θα ’πρεπε να μείνουν στην Ιερουσαλήμ δεν ήταν μικρότερη, γιατί εκείνοι φοβούνταν και αγωνιούσαν για την έκβαση της σύγκρουσης στην ύπαιθρο.
Η προσευχή του Ιούδα πριν τη μάχη
20Όλοι περίμεναν την αποφασιστική μάχη. Οι εχθροί είχαν προωθήσει το στρατό τους έχοντας το ιππικό τους αριστερά και δεξιά και τους ελέφαντες σε καίρια σημεία. 21Όταν ο Μακκαβαίος είδε τον πολυάριθμο στρατό, την ποικιλία των όπλων και την αγριότητα των θηρίων, επικαλέστηκε τον Κύριο, που κάνει θαυμαστά έργα. Ήξερε πως η νίκη δεν κερδίζεται με τα όπλα αλλά δίνεται από το Θεό κατά την κρίση του σ’ εκείνους που το αξίζουν. 22Έκανε λοιπόν την παρακάτω προσευχή: «Εσύ, Κύριε, τον καιρό του Εζεκία, βασιλιά της Ιουδαίας, έστειλες τον άγγελό σου και θανάτωσε εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδες άντρες από το στρατόπεδο του Σενναχηρείμ. 23Και τώρα, Κυρίαρχε των ουρανών, στείλε μπροστά από μας έναν καλό άγγελο, που να σκορπίζει το φόβο και τον τρόμο. 24Χτύπα με τη μεγάλη σου δύναμη τους βλάσφημους που επιτεθήκαν ενάντια στον άγιο σου λαό» –έτσι τέλειωσε την προσευχή του.
Ήττα του Νικάνορα
25Ο Νικάνωρ και ο στρατός του προέλαυναν με τον ήχο των σαλπίγγων και με τα πολεμικά τους εμβατήρια. 26Ο Ιούδας όμως με τους άντρες του πήγαιναν στη μάχη επικαλούμενοι το Θεό και προσευχόμενοι. 27Έτσι, πολεμώντας με τα χέρια τους και προσευχόμενοι με την καρδιά τους σκότωσαν πάνω από τριάντα πέντε χιλιάδες άντρες. Η χαρά τους ήταν μεγάλη, γιατί ο Θεός τούς είχε βοηθήσει με την παρουσία του.
28Όταν τελείωσε η μάχη και διαλύονταν με πανηγυρισμούς, αναγνώρισαν το Νικάνορα που ήταν πεσμένος νεκρός με ολόκληρη την πανοπλία του. 29Με κραυγές και αλαλαγμούς δοξολογούσαν τον Κύριο στη γλώσσα τους.
30Τότε ο Ιούδας ο Μακκαβαίος, που πάντοτε είχε αγωνιστεί πρώτος με το σώμα και την ψυχή του για χάρη των συμπατριωτών του διατηρώντας πάντα το νεανικό του σφρίγος, διέταξε τους συμπολίτες του να κόψουν το κεφάλι και το δεξιό βραχίονα του Νικάνορα και να τα φέρουν στα Ιεροσόλυμα. 31Όταν έφτασαν στην πόλη, συγκέντρωσε όλο το λαό, έβαλε τους ιερείς να σταθούν μπροστά στο θυσιαστήριο και έστειλε να φέρουν αυτούς που βρίσκονταν στο φρούριο. 32Τους έδειξε το κεφάλι του ασεβή και βλάσφημου Νικάνορα, καθώς και το δεξιό του βραχίονα, που με τόση υπερηφάνεια τον είχε απλώσει εναντίον του αγίου ναού του Παντοκράτορα. 33Μετά έκοψε τη γλώσσα του ασεβή Νικάνορα, λέγοντας ότι θα τη δώσει κομμάτι κομμάτι στα όρνεα και ότι θα κρεμάσει τα υπόλοιπα μέλη του σώματος μπροστά στο ναό, σημάδι του τι έπαθε με την παραφροσύνη του ο Νικάνωρ. 34Τότε όλοι δοξολόγησαν το δοξασμένο Κύριο στον ουρανό λέγοντας: «Ευλογημένος να είναι αυτός, που φύλαξε αμόλυντο το ναό του!» 35Ο Ιούδας κρέμασε το κεφάλι του Νικάνορα από το φρούριο, χειροπιαστή απόδειξη για όλους της βοήθειας που τους είχε στείλει ο Κύριος.
36Όλη η συνέλευση του λαού έβγαλε κοινό ψήφισμα και αποφάσισαν ότι αυτή η μέρα δε θα ’πρεπε ποτέ να ξεχαστεί, αλλά να τη γιορτάζουν επίσημα κάθε χρόνο, την παραμονή το βράδυ της γιορτής του Μαρδοχαίου.λθ Αυτή είναι η δέκατη τρίτη μέρα του δωδέκατου μήνα, ο οποίος στα αραμαϊκά λέγεται Αδάρ.
Επίλογος
37Έτσι, λοιπόν, εξελίχθηκαν τα πράγματα για το Νικάνορα, κι από τότε και μετά η Ιερουσαλήμ περιήλθε στην κυριαρχία των Εβραίων. Εδώ τελειώνω την αφήγησή μου. 38Αν αυτή είναι καλογραμμένη κι ανταποκρίνεται στα γεγονότα, αυτό ήταν και η δική μου επιθυμία. Κι αν είναι ατελής και μέτρια, εγώ έκανα το καλύτερο που μπορούσα. 39Είναι γνωστό πως δεν είναι υγιεινό να πίνει κανείς σκέτο κρασί ή σκέτο νερό, ενώ ανακατεμένα τα δυο έχουν απολαυστική γεύση. Έτσι και ο λόγος, όταν είναι καλογραμμένος, ευχαριστεί το αυτί των αναγνωστών. Μ’ αυτό τελείωσα.



Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΩΤΟΤΥΠΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

Η ηλεκτρονική επεξεργασία αναρτήσων κειμένων, τίτλων  και εικόνων έγινε από τον N.B.B
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση  κειμένων σε Ορθόδοξα Ιστολόγια, αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα ,χωρίς περικοπές που πιθανόν να το αλλοιώνουν για μη εμπορικούς σκοπούς,
με βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή :

© ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

http://www.alavastron.net

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Follow by Email

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Γίνεται Μέλος στο Ιστολόγιο

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |