ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Καταπολεμεί τα πάθη και τον διάβολον

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Καταπολεμεί τα πάθη και τον διάβολον


 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'


Η ΔΥΝΑΜΙΣ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΕΩΣ


1.  Καταπολεμεί τα πάθη και τον διάβολον


Εις τον ταπεινόν δεν εύρίσκεται πάθος ή κακία διότι τά άποδιώκει συντόμως ή ταπείνωσις, επειδή κατά τον ψαλμωδόν «εν τή ταπεινώσει ήμών έμνήσθη ήμών ό Κύριος καί έλυτρώσατο ημάς εκ των εχθρών ήμών» (Ψαλμ. ρλε 2324) καί «έκ τών παθών καί μολυσμών»

1 [1.     Ίω. Σιναΐτου, Κλΐμαξ, Λόγος ΚΕ' ].
Ή ταπείνωσις καταπολεμεί άνδρείως πάσαν αμαρτίαν, τον διάβολον καί τούς πολέμους, τήν σαρκικήν έπιθυμίαν, τήν άπόγνωσιν κ.λπ. είναι ή αρχή τής καλής διακρίσεως. «Δέχου άνδρείως καί προθύμως τάς ύβρεις καί άτιμώσεις, όπου σοί λέγει πάς άνθρωπος, διότι καθαρίζουσι τήν καρδίαν σου άπό τών πονηρών λογισμών»
2. [2.    Αυτόθι, Λόγος Δ' § οθ'.]
Ήθέλησεν ό διάβολος να κτυπήση τον άγιον Μακάριον, άλλα δεν ήδυνήθη καί τότε τοΰ είπε «πολλή βία άπό σοΰ, Μακάριε δεν έχω δύναμιν κατά σου ιδού πάν ό,τι κάμνεις σύ τό κάμνω καί εγώ σύ νηστεύεις, νηστεύω κι’ έγώ άγρυπνεις σύ, έγώ ούδόλως κοιμούμαι εν είναι μόνον διά τού όποιου με νικάς». Λέγει προς αύτόν ό άγιος «ποιον είναι τούτο;» ό δε διάβολος άπήντησε· «ή ταπείνωσίς σου διά τοΰτο δεν έχω δύναμιν κατά σοΰ».
’Ασφαλώς, εργον τής θείας Προνοίας είναι, ότι  περιεσώθη καί έφθασε μέχρις ήμών ή βιογραφία τοΰ Μεγάλου ’Αντωνίου. Είναι εργον αυθεντικόν, συγγραφέν ύπό τοΰ Πατριάρχου ’Αλεξανδρείας Μεγάλου ’Αθανασίου. ’Εκεί βλέπομεν τούς άνεκδιηγήτους πολέμους, τούς οποίους ό άγιος ’Αντώνιος ύπέστη έκ μέρους τοΰ διαβόλου. ’Εκ πάντων έξήλθε νικητής. Τό μυστικόν τής δυνάμεώς του άπεκάλυψεν ό ίδιος είπών, ότι  είδον εν όράματι «πάσας τάς παγίδας τοΰ διαβόλου ήπλωμένας έπί τής γής και στενάξας είπον, τις άρα παρέρχεται (= διέρχεται άβλαβώς) ταύτας; καί ήκουσα φωνής λεγούσης μου ή ταπεινοφροσύνη». Ό όσιος ’Ισαάκ ό Σΰρος λέγει· «Πριν είσέλθης εις την πόλιν τής ταπεινώσεως, έάν ΐδης ότι  άνεπαύθης έκ τής όχλήσεως των παθών, μη πιστεύσης σεαυτώ (= μη εμπιστεύεσαι τον εαυτόν σου)... Ούκ άπαντάς άνάπαυσιν έκ τοΰ μόχθου σου (= έκ τοΰ κόπου τοΰ άγώνος), ούδέ έκ τών έπιβουλών (= ένεδρών τοΰ έχθροΰ) άνεσιν έξεις, έως αν φθάσης τό κατάλυμα (= καταφύγιον) τής άγιας ταπεινώσεως» (’Ισαάκ Σύρου Λόγος κδ').

«Τοΰτο τό γένος έν ούδενί δύναται έξελθεΐν εί μη έν προσευχή καί νηστεία» (Μάρκ. θ' 29). Ή νηστεία ένισχύει την προσευχήν. Ένδείκνυται νά συνδυάζωμεν τάς προσευχάς μετά νηστειών εις ένδειξιν ταπεινώσεως διά τάς άμαρτίας μας καί ίνα προσθέτωμεν δύναμιν εις τάς προσευχάς μας, αί όποΐαι ουτω κατορθώνουν νά θέτουν εις ένέργειαν την δύναμιν τοΰ Θεοΰ, ή όποια έκριζώνει καί αύτά τά άπό μακροΰ χρόνου έρριζωμένα εις τον άνθρωπον άρχικά πονηρά πνεύματα.
Και τά άλλα πάθη είναι κτηνώδη και παράλογα, ένεκα των όποιων ή άνθρωπίνη φύσις «παρασυνεβλήθη» προς τά άνόητα κτήνη καί ώμοιώθη με αύτά. Δηλαδή ή αρπάζει τις ώς λέων, ή θυμώνει ώς ταύρος, ή μνησίκακε ώς κάμηλος... Το πάθος, όμως, τής ύπερηφανείας έχει όμοιωθή με τον διάβολον. Διότι έκεΐνος διά τής ύπερηφανείας κατέπεσε. "Ωστε, εάν έξ άγγέλων έδημιούργησε δαίμονας ή υπερηφάνεια, ή ταπείνωσις τούς δαίμονας ήμπορεΐ νά κάμη άγγέλους.


Πολλοί χριστιανοί παραπονοΰνται, ότι  πειράζονται άπό τά πάθη τού θυμού καί τής κακής επιθυμίας. ’Ασφαλώς δεν ύποπτεύονται, ότι  καί τά δύο αύτά πάθη πηγάζουν έκ τής ιδίας πηγής. Οί πατέρες, όμως, οι όποιοι ένεβάθυναν εις τά θέματα ταϋτα, ύπογραμμίζουν την κοινήν προέλευσιν των παθών αύτών άπό τήν ύπερηφάνειαν. Έκ τής Παλαιός Διαθήκης άναφέρομεν τάς πτώσεις τού κριτοΰ Σαμψών, τού προφητάνακτος Δαυίδ καί τού σοφού Σολομώντος. Καί οί τρεις, λόγω τών μεγάλων αύτών προσόντων καί επιτυχιών, έκινδύνευον νά προσβληθούν άπό τήν θανάσιμον ύπερηφάνειαν καί νά βυθισθούν εις τήν άβυσσον, δπως καί ό πρωτεργάτης αύτής σατανάς. Τούς άφήκεν εις τάς δυνάμεις των ή Θεία Χάρις. Ή δε κατόπιν τούτου πτώσις των, τούς έδίδαξεν ότι  τά κατορθώματά των δεν έπετεύχθησαν διά μόνον τών ίδικών των δυνάμεων. Οΰτω δε έταπεινώθησαν καί έσώθησαν.
Ή άγια Γραφή μάς πληροφορεί, ότι  «προ τής συντριβής προηγείται ϋβρις (= ύπερηφάνεια)», καί «δπου πτώσις κατέλαβε, έκεϊ ύπερηφάνεια προεσκήνωσεν». Ό δε ’Ισαάκ ό Σύρος λέγει, ότι  «ή πορνεία άκολουθεϊ τή ύπερηφανεία». Μήπως έκ τής αιτίας αύτής δεν έπεσεν εις τό διπλοϋν άμάρτημα τοΰ Δαυίδ καί ό θαυματουργός ’Ιάκωβος ό έν τώ ’Ιορδάνη; (21 ’Ιανουάριου). «Παραχωρεΐταί τις έκ των έπιθυμούντων εις αίσχράν να έμπέση πράξιν ενίοτε, προς διόρθωσιν άλλου χειροτέρου πάθους, δπως είναι ό έπαιρόμενος διά τάς άρετάς του» (Ίωάν. Δαμασκηνός).
Ή άλήθεια, ότι  πολλάκις ή έντασις καί όξύτης των σαρκικών πειρασμών αιτίαν έχει την ύπερηφάνειαν καί τον έγωϊσμόν, έπιβεβαιοΰται σαφώς άπό την πτώσιν τοΰ κριτοΰ τοΰ ’Ισραήλ Σαμψών.


 Ό άείμνηστος Καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας λέγει, ότι  «κάτω άπό αύτήν τήν αύτοπεποίθησίν (του), δεν έκρυβόταν τίποτε άλλο παρά ένας μεγάλος καί άσυγχώρητος έγωϊσμός... ΤΗταν μεν νικητής ένδοξος τών εχθρών τοΰ ’Ισραήλ, τον ένικοΰσαν όμως συχνά οί άδυναμίες του. Ή άμαρτία έστειλε τον Σαμψών μίαν ώραν προτήτερα εις τον τάφον, άφοΰ προηγουμένως τον ώδήγησεν εις μίαν ταπείνωσιν, τήν όποιαν δεν θά τήν έπερίμενε κανείς γιά ένα τέτοιο παλληκάρι». Ή ύπερηφάνεια καί αύτοπεποίθησίς του άποδεικνύεται καί άπό τήν άδικαιολόγητον έπίσκεψιν τήν οποίαν έκαμεν μόνος του «εις τήν Γάζαν, ή όποια ήταν κέντρον καί μεγάλη πόλις τών (θανάσιμων εχθρών του) Φιλισταίων». Άλλ’ έκεΐ παρεσύρθη ώς άχυρον άπό τήν σαρκικήν αμαρτίαν.
'Όταν οί πρωτόπλαστοι έζων έν ταπεινώσει καί ύπακοή προς τον Θεόν, ήσαν άπονήρευτοι καί άθώοι. Πότε έπονηρεύθησαν καί έχασαν τήν παιδικήν αγνότητα τοΰ νοός καί τής καρδίας των καί ήσθάνθησαν καταισχύνην; "Οταν έξ υπερηφάνειας παρέβησαν τήν έντολήν τοΰ Θεοΰ. Άλλα διατί πηγαίνομεν τόσον μακράν; Δεν βλέπομεν τί γίνεται εις τάς ήμέρας μας; «Ή έπιθυμία τής σαρκός καί ή έπιθυμία των οφθαλμών και ή άλαζονεία τοΰ βίου» (Α' Ίωάν. 6' 16), έξωθοΰν τούς περισσοτέρους εις όσα  «αισχρόν έστι καί λέγειν».
Ενίοτε οι πονηροί λογισμοί καθίστανται βίαιοι. Άν έρευνήση κανείς θά διαπιστώση, ότι των άκαθάρτων αύτών λογισμών προηγήθησαν λογισμοί ύπερηφανείας ή κατακρίσεως, ή όποια πηγάζει καί αύτή έκ τής ύπερηφανείας, διό καί παρεχωρήθησαν προς στιγμήν τώ πειραστή. Ή ύπερηφάνεια αποτελεί την κλείδα, διά τής οποίας το πονηρόν καί άκάθαρτον πνεύμα άνοίγει την θύραν τής ψυχής καί εισορμά εις αύτήν ώς μονιός άγριος (= άγριόχοιρος). Είναι, λοιπόν, γραφικωτάτη καί σύμφωνος προς την κοινήν πείραν τών Πατέρων ή διδασκαλία τοΰ όσιου Ίωάννου τής Κλίμακος, ότι  «ή ταπείνωσις καταπολεμεί άνδρείως την σαρκικήν επιθυμίαν»

1. [1. Είχε δίκαιον σοφός καθηγητής, ό όποίος  είπε διά τήν Κλίμακα, ότι  δέν γνωρίζομεν ποιον θησαυρόν εχομεν]
 «Καθώς ό σίδηρος λεπτύνει καί δαμάζει τά πάντα, οΰτω καί ή κατά Θεόν ταπείνωσις τάς μηχανάς τοΰ εχθρού» (όσιος Έφραίμ, Ασκ. περί φόβου).
Ό "Αγιος ’Ισαάκ ό Σύρος χαρακτηρίζει «τήν ταπείνωσιν καί τον συντριμμόν τής καρδίας, δπλον άήττητον προς τά έναντιώματα τού πονηρού» (Έπιστ. Δ' προς τον δσιον Συμεώνην). Καί αύτοί άκόμη οί άναγεννηθέντες καί άνακαινισθέντες πλήρως ύπό τού Χριστού μέχρι σημείου, ώστε νά καταλήξουν εις σχετικήν άναμαρτησίαν (δπως ό Παύλος), με τήν ταπείνωσιν καί μετάνοιάν των, αύτοί προσείλκυσαν άφθονον τό έλεος τοΰ Θεού ήδη από τής παρούσης ζωής καί φεύγουν άπό αύτήν, χωρίς νά φέρουν μαζή των καμμίαν κληρονομιάν άπό τον παλαιόν τής άμαρτίας άνθρωπον.
Συμπέρασμα τοΰ περίφημου χωρίου Β' Κορ. ιβ' 710, όπου ό Παύλος όμιλεΐ περί τής παιδαγωγίας την οποίαν τοΰ έκαμνεν ό Θεός, διά να μη ύπερηφανευθή, είναι τό «όταν ασθενώ, τότε δυνατός είμι». Δυνάμεθα λοιπόν ν’ άποδώσωμεν τοΰτο άδιστάκτως διά τής εξής προτάσεως: όταν ταπεινοΰμαι, τότε είμαι δυνατός. Δεν κάμνει έδώ ό Παύλος θεωρητικήν διδασκαλίαν. Όμιλεΐ έκ πείρας προσωπικής. "Ενα άλλο σπουδαΐον δίδαγμα, εξαγόμενον έκ τής περικοπής αύτής, είναι αύτό τό όποιον έλέχθη ήδη εις τάς άρχάς τοΰ παρόντος βιβλίου ότι  διά την ταπείνωσιν τοΰ ανθρώπου εργάζεται κατά πρώτον καί κύριον λόγον ό Θεός. "Ινα μη δε καταπίπτη ό παιδαγωγούμενος, παρέχει παραλλήλως εις αύτόν ό Θεός πλουσιωτέραν την χάριν του, με την ένίσχυσιν τής οποίας πορεύεται οΰτος έκ δυνάμεως εις δύναμιν. Οϋτω δε κατά τρόπον θαυμαστόν έξισορροποΰνται αί δύο αντίρροποι δυνάμεις. ΤΩ βάθος πλούτου καί σοφίας καί γνώσεως Θεού

"Ενα πράγμα μόνον φοβείται ό διάβολος εις τον άνθρωπον: την ταπείνωσιν Διότι τον καθιστά (τον άνθρωπον) άπρόσβλητον, ως φρούριον πανταχόθεν ήσφαλισμένον καί άπόρθητον.
"Ενας μεγάλος ξένος χριστιανός συγγραφεύς τοΰ περασμένου αϊώνος γράφει, ότι  ό Θεός έργάζεται είς τον άνθρωπον έργον μέγα συνίσταται δε τοΰτο είς την άπαλλαγήν τοΰ άνθρώπου άπό τον έγωϊσμόν είς την έκκοπήν τοΰ ίδιου θελήματος καί την ύποταγήν αύτοΰ είς τό θέλημα τοΰ Θεοΰ. Δι’ αύτό καί ό καθημερινός άγων τοΰ άνθρώπου πρέπει νά είναι: Δυσπιστία είς τό έγώ καί τάς γνώμας μας καί έμπιστοσύνη είς τον Θεόν (Φιλοκαλία, 1026). Τό σύμπαν τείνει προς ταπείνωσιν (Φιλιπ. 6' 10, Ρωμ. η' 2023). Κατά την Δευτέραν παρουσίαν ό Χριστός θά δώση εις ολόκληρον την δημιουργίαν μάθημα ταπεινώσεως αιώνιον (Ματθ. κη' 18. Άποκ. κ' 11).

Ή άμαρτία έστίν ή ανομία (Α' Ίωαν. γ' 4). Πηγή δε τής ανομίας είναι ή ύπερηφάνεια. Δι’ αύτο και ό άπόστολος Παύλος, εις την Β' προς Θεσ/κεΐς επιστολήν κεφ. 6', ονομάζει τον άνθρωπον τής άμαρτίας πρώτον μεν ύπεραιρόμενον (στιχ. 4), ύστερον δε άνομον (στιχ. 8). Αύτήν τήν εξ ύπερηφανείας άποστασίαν ήλθεν νά άρη, έξαλείψη καί άφανίση, ό Ίησοΰς Χριστός, προσφέρων τήν θυσίαν τής ταπεινώσεώς Του καί άποκαθιστών οϋτω τον κόσμον καί τον άνθρωπον.
Ή μεγάλη άξια τής ταπεινώσεως έγκειται εις τό ότι  αυτή άποτελεΐ τον άντίποδα, τό δραστικόν άντιφάρμακον τής ύπερηφανείας, ή οποία είναι ή μεγίστη ένσκήψασα ασθένεια εις τον κόσμον. Αί εκδηλώσεις τής κακοσμίας αύτής γίνονται ενίοτε έξαιρετικώς άποκρουστικαί εις τον Θεόν, διό καί τάς πατάσσει κεραυνοβόλως: [Σεναχειρίμ (Δ' Βασ. ιθ' 22, 35), Ηρώδης (Πράξ. ιβ' 2023)]. Ή δύναμις τής ταπεινώσεως, έν συνδυασμω προς τήν πίστιν, άπεδείχθη άκαταγώνιστος, προκαλέσασα τον θαυμασμόν καί αύτοΰ τοΰ Κυρίου (Ματθ. η' 10) καί άποσπάσασα κυριολεκτικούς τό θειον έλεος (Ματθ. ιε' 2128). Οΐ πειρασμοί τοΰ πλούτου καί τής σαρκός είναι έκ των όξυτέρων. Άν προσέξωμεν, θά ίδωμεν, ότι  εις τήν βάσιν άμφοτέρων ύπάρχει ή ύπερηφάνεια. 

2.   Αναπληρώνει τα έργα τών άδυνάτων


«Άν δεν δύναταί τις νά ποιή άρετάς, ώς άδύνατος και μικρόψυχος, δύναται νά σωθή και αύτός διά τής άληθοΰς ταπεινώσεως· και διά τοΰτο δεν λέγει ό Προφήτης, ένήστευσα, ήγρύπνησα, ή έπεσον κατά γης και έκοιμήθην, και έσυγχωρήθην, άλλα λέγει «έταπεινώθην, και έσωσέ με παραυτίκα ό Κύριος» (Ψαλ. ριδ' 6)» (Ίω. Σιναΐ'του, Κλΐμαξ Λόγος κε' 14). «Εΐδον δύο μοναχούς όπου περιεπάτουν κατά τον αύτόν καιρόν την οδόν τοΰ Θεού εις την άσκητικήν ζωήν και ό μεν ήτο γηραιός και ύπερέβαινε τον νέον εις τούς κόπους ό δε μαθητής, δστις ήν νεώτερος, ύπερέβη τον γέροντα, διότι κατέβη πρώτος εις βαθυτάτην ταπείνωσιν, κρίνων τον έαυτόν του ανάξιον καί άκαρπον καί με τοΰτο άνεπλήρωσε την έλλειψιν τών έργων» (Αύτόθι).
«Μεγάλη προκοπή καί δόξα είναι ή ταπεινοφροσύνη, καί δεν ύπάρχει εις αύτήν άμάρτημα» (όσιου Έφραίμ Σύρου Άσκητ. Περί φόβου). Είς άλλο πάλιν σημεΐον ό καθηγητής τής ’Ερήμου άγιος ’Ιωάννης ό Σιναί'της παρατηρεί: 'Όταν ΐδης ή άκούσης διά κάποιον, ότι εντός ολίγων έτών κατενίκησε τά πάθη, μάθε, ότι έβάδισεν αύτήν τήν μακαρίαν καί σύντομον οδόν τής ταπεινώσεως. 3
3.         Ενώνει
Μετά τό τελευταΐον δεΐπνον (είς τό υπερώον) καί ολίγον προ τής εισόδου τοΰ Κυρίου είς τήν άγωνίαν τής Γεθσημανή, άνεπέμφθη ή ’Αρχιερατική Του προσευχή. Τό τρίτον καί τελευταΐον τμήμα αύτής είναι άφιερωμένον είς τό ζήτημα τής ένότητος τής ’Εκκλησίας (’Αποστόλων καί πιστών). Αί στιγμαί είναι δραματικαί καί ή ύπό τοιαύτας συνθήκας τρις διατύπωσις τοΰ αιτήματος αύτοϋ (Ίωάν. ιζ' στιχ. 11, 21, 22) προσδίδει συγκλονιστικόν τόνον εις τό θέμα. Διατι άραγε; Διότι διά τής ένότητος ταύτης θά έπετυγχάνοντο δύο μέγιστοι σκοποί: «'Ίνα ώσι τετελειωμένοι εις εν, και ΐνα γινώσκη ό κόσμος ότι σύ με άπέστειλας» (στιχ. 23). Αύτή δε ή άγνωστος έως τότε ένότης καί άγάπη θά προεκάλει τον θαυμασμόν τοΰ μακράν τοΰ Θεοΰ κόσμου, ό όποίος  ουτω θά έπίστευεν εις Χριστόν. Πράγματι, ή Ιστορία αναφέρει, ότι οί είδωλολάτραι, έκπληττόμενοι, έλεγον διά τούς Χριστιανούς· «ΐδετε πώς άγαπώσιν άλλήλους». Ή ένότης λοιπόν θ’ άπετέλει τό επιστέγασμα τοΰ έργου τοΰ Χριστού, ό όποίος  ήλθεν, ϊνα σωθή ό κόσμος δι’ Αύτοΰ. Ίλιγγιά ό άνθρώπινος νοΰς, παρακύπτων εις τό άπροσμέτρητον βάθος τής ένότητος ταύτης, ώς ήθέλησεν καί καθώρισεν αύτήν ό Κύριος· «ΐνα ώσιν εν καθώς ήμεΐς» (στιχ. 22).


Αλλά πώς θά έπιτευχθή αύτή; Αδικαιολόγητοι καί ή άπορία καί ή άγνοια, άλλ’ οπωσδήποτε γεγονός διαπιστωθέν μυριάκις. Λοιπόν, τά ύπό τοΰ Εύαγγελιστοΰ Ίωάννου, άπό κεφ. ιγ' έως τέλους τοΰ κεφ. ιζ', άναφερόμενα, άποτελοΰν ένιαΐον σύνολον. 'Ένα μακρόν λόγον κατά τον όποιον ό Μέγας Παιδαγωγός έχρησιμοποίησε καί την έποπτικήν (πλύσις ποδών) καί την διαλεκτικήν μέθοδον διδασκαλίας. «Ταΰτα εϊπών ό Ίησοΰς έξήλθε συν τοΐς μαθηταΐς αύτοΰ πέραν τοΰ χειμάρρου τών κέδρων, όπου ήν κήπος» (Γεθσημανή), ένθα καί συνελήφθη. Ό προηγηθείς μάκρος λόγος ήρχισε διά τής πλύσεως τών ποδών τών μαθητών εις τό ύπερώον τοΰ Δείπνου καί έτερματίσθη διά τής ευχαριστηρίου Αρχιερατικής προσευχής, διά τής όποιας έπεσφράγισε τό μέχρι στιγμής έκείνης συντελεσθέν εργον του και κατέκλεισε τον μακρόν αύτόν λόγον Του. Είναι δε ή προσευχή Του αύτή, ή επωδός τοΰ ύπερφυοΰς αύτοΰ τελευταίου κηρύγματος Του, διά τοΰ όποιου έδωκε προκαταβολικούς εις τό ύπερώον την άπάντησιν εις τό ανωτέρω τεθέν ερώτημα, περί τοΰ πώς θά έπιτευχθή ή ένότης αύτή. ’Άν δε εις αύτά προσθέσωμεν, ότι άμέσως κατόπιν είσήλθεν εις τον κήπον τής Γεθσημανή, δπου πεσών κατά πρόσωπον προσηυχήθη κατ’ ιδίαν, κατακλείσας την αγωνιώδη αύτήν προσευχήν διά τοΰ «πλήν ούχ ώς έγώ θέλω, άλλ’ ώς σύ», θά έχωμεν ώλοκληρωμένην εικόνα τοΰ προβλήματος τής ένότητος, ώς έδίδαξε καί έφήρμοσεν αύτήν ό Κύριος, περικλείσας αύτήν εντός τών δύο πόλων τοΰ μεγίστου αύτοΰ μαθήματος: Νιπτήρος  άπαρνήσεως τοΰ ίδιου θελήματος. ’Αλλά τό θέμα είναι τόσον μέγα διά τήν ’Εκκλησίαν, ώς απέδειξαν τά γεγονότα επί τών ήμερων τοΰ Παύλου, ώστε ό θείος άπόστολος ήναγκάσθη νά άσχοληθή καί αυτός με τούτο.


Ό Άπόστολος Παύλος, τοΰ οποίου τά σπλάγχνα κατέτρωγεν «ή μέριμνα πασών τών ’Εκκλησιών» (ΕΓ Κορ. ια' 28), ή άγωνιώδης δηλαδή φροντίς διά τήν πνευματικήν προκοπήν καί πρόοδον όλων τών κατά τόπους χριστιανικών ’Εκκλησιών, ύπό τό κράτος ίσχυράς συγκινήσεως,  ώς άποδεικνύει ή τετράκις έπαναλαμβανομένη φράσις «εΐ τις»,  άπευθύνει θερμήν έκκλησιν προς τά χριστιανικά αισθήματα τών Φιλιππησίων ύπέρ τής ομοφροσύνης καί ένότητος. «Εΐ τις ούν παράκλησις, εΐ τις κοινωνία Πνεύματος, εΐ τις σπλάγχνα καί οίκτιρμοί, πληρώσατέ μου τήν χαράν, ϊνα τό αύτό φρονήτε, τήν αύτήν άγάπην έχοντες, σύμψυχοι, τό έν φρονοΰντες» (Φιλιπ. β' 1, 2). ’Εάν έχετε εύσπλαχνίαν και οίκτιρμούς και μέ συμπονήτε δι’ όσα ύποφέρω Είναι τοΰτο ένα από τά ολίγα χωρία, όπου ό γίγας αύτός τοΰ πνεύματος εκφράζεται μέ τόσην παθητικότητα, ζητών ώς χάριν προσωπικήν την ομοφροσύνην των χριστιανών. Συνεχίζων δε αποκαλύπτει καί εις αύτούς, ώς είχε πράξει καί προς τούς Κορινθίους (Α' Κορ. α' 10δ' 21), τον εχθρόν τής ομοφροσύνης, την «έριθείαν καί κενοδοξίαν», δηλαδή τήν έκ κενοδοξίας φατριαστικήν άντιζηλίαν.
Περαιτέρω ύποδεικνύει καί τό μέσον, διά τοΰ όποιου επιτυγχάνεται ή ένότης. Τοΰτο είναι ή ταπείνωσις. Δεν άρκεΐται εις μίαν θεωρητικήν καί νεφελώδη ύπόδειξιν. Θέλει τήν ταπεινοφροσύνην μέ συγκεκριμένον περιεχόμενον, έμπράκτως έκδηλουμένην «Τή ταπεινοφροσύνη άλλήλους ήγούμενοι ύπερέχοντας έαυτών» (Φιλ. 6' 3). Νά θεωρή δηλαδή καθείς τούς άλλους ύπερτέρους καί άνωτέρους άπό τον έαυτόν του, καί έπομένως νά τούς σέβεται καί νά τούς τιμά. Ό Παΰλος όμως δέν σταματά ούτε εδώ, άλλά γίνεται άκόμη περισσότερον συγκεκριμένος προβάλλων τό ύπόδειγμα τής ταπεινώσεως καί αύταπαρνήσεως τοΰ Ίησοΰ Χριστοΰ, καθώς καί τάς ενδόξους συνέπειας αύτών.
«Τοΰτο γάρ φρονείσθω έν ύμΐν, δ καί εν Χριστώ Ίησοΰ, δς ούχ άρπαγμόν ήγήσατο τό είναι ίσα Θεώ κ.λ.π». Είναι δύσκολον νά άρνηθώμεν, ότι τό πταίσμα τοΰ Αδάμ ήλθεν εις τήν διάνοιαν τοΰ Παύλου, όταν έγραφε τούς άνωτέρω στίχους, δι’ ών προτρέπει τούς Φιλιππησίους εις ταπείνωσιν. Δέν έπρεπε νά μιμούνται τήν κενοδοξίαν τοΰ Αδάμ, ό όποίος  άπεπειράθη ν’ άποκτήση τήν τιμήν τής ίσοθεΐας δι’ άρπαγής, ώς λέγει ό Μ. Βασίλειος, άλλά νά γίνουν μιμηταί τοΰ Ίησοΰ Χριστού, ό όποίος , μολονότι ώς φύσει Υιός τού Θεού είχε φυσικήν και όχι έξ αρπαγής την τιμήν τής ίσοθεϊας, δεν έδίστασε ν’ άποθέση αύτήν και νά μετάλλαξη τήν μορφήν τού Θεού με τήν μορφήν τού δούλου Αύτό θά εΐπή ταπείνωσις. «Εαυτόν έκένωσε μορφήν δούλου λαβών».


Ή άνθρωπίνη Του φύσις δεν ήρέσκετο βεβαίως εις τάς άτιμώσεις και τούς «όνειδισμούς οί όποιοι έπέπεσον επ' Αυτόν», ούτε εις τον οδυνηρόν σταυρικόν θάνατον. Διά τούτο και προσηυχήθη «εί δυνατόν έστι, παρελθέτω απ’ έμού τό ποτήριον τούτο». Αλλ’ επειδή τούτο ήτο θειον θέλημα, διότι άπέβλεπεν εις τήν σωτηρίαν των άνθρώπων, ύποτάσσεται εις αύτό «γενηθήτω τό θέλημά σου» (Ματθ. κς' 42). Καί «ύπέμεινε σταυρόν, αισχύνης καταφρονήσας» (Έβρ. ιβ' 2). ’Ιδού ό ύπογραμμός καί τά ίχνη Του, εις τά όποια πρέπει νά βαδίσωμεν.
Διά νά επικράτηση, λοιπόν, ή έν τή Αγία Τριάδι μακαρία ένότης (ούσιώδης έκεΐ), καί μεταξύ των πιστών, ώς προσηυχήθη ό Μέγας Αρχιερεύς, είναι άνάγκη ν’ άποκτήσωμεν, ώς λέγει ό Παύλος, τό ώς άνω φρόνημα τού ’Ιησού Χριστού. Τούτο σημαίνει, ότι πρέπει νά συμπεριφερώμεθα έκαστος προς τον άλλον, ώς δούλος προς τον κύριόν του. Βεβαίως, τούτο δεν θά γίνη άνωδύνως. Κάτι πρέπει νά πεθάνη έντός μας. Άν ή άνθρωπίνη φύσις τού Χριστού άπέστεργε τον έπονείδιστον καί έπώδυνον θάνατόν της, πολύ περισσότερον ή αύταρέσκειά μας. Δεν πρέπει ν’ αύταπατώμεθδα ώς προς τον έαυτόν μας. Τό πνεύμα τής αύταρεσκείας άφανώς καί άθορύβως διαποτίζει βαθέως ολόκληρον τήν προσωπικότητά μας, όπως τό αίμα τον οργανισμόν μας. Πάν δ,τι πράττομεν είναι κατά κανόνα τό αντίθετον άπό έκεΐνο τό όποιον θέλει ό Θεός. Διά τοϋτο ό κανών τον όποιον ύποδεικνύει έδώ ό άπόστολος Παύλος «μή τά εαυτών έκαστος σκοπείτε, αλλά καί τά έτέρων» (Φιλ. 6' 4), τηρούμενος πιστώς, οδηγεί εγγύτατα προς τό ύπόδειγμα τού Χριστού. Ή μίμησις δε έκ μέρους ημών τού ’Ιησού Χριστού, τότε είναι πληρεστέρα, όταν τον κανόνα τούτον τηρούν οί έχοντες άρετήν, τιμήν καί άξίαν. Οί δυνατοί καί φωτισμένοι. «Όφείλομεν δε ημείς οί δυνατοί τά άσθενήματα τών άδυνάτων βαστάζειν, καί μή έαυτοΐς άρέσκειν. 'Έκαστος ήμών τώ πλησίον άρεσκέτω εις τό άγαθόν προς οικοδομήν καί γάρ ό Χριστός ούχ έαυτώ ήρεσεν, άλλά καθώς γέγραπται, οί όνειδισμοί τών όνειδιζόντων σε έπέπεσαν επ’ εμέ. "Οσα γάρ προεγράφη, εις ήμετέραν διδασκαλίαν προεγράφη» (Ρωμ. ιε' 12).


Ό άγιος Γρηγόριος ό θεολόγος, εξ αφορμής τών θρησκευτικών ερίδων μεταξύ τών μελών τής Εκκλησίας τής έποχής του, διά τάς όποιας μεγάλην εύθύνην καταλογίζει εις τήν έξ ύπερηφανείας τάσιν πολλών, δπως γίνουν διδάσκαλοι, τονίζει, ότι  μόνον ζήτημα πίστεως δικαιολογεί τον χωρισμόν άπό τών άλλων, ένώ είναι άνόητον νά διασπά κάποιος τήν ένωσιν καί νά διεγείρη ταραχάς διά ζητήματα μή άφορώντα εις τήν πίστιν. Ύποθέτομεν ότι , έκ τών λεχθέντων έν συντομία έν τή παραγράφω ταύτη, άπεδείχθη έπαρκώς, έκ τής διδασκαλίας καί τής ζωής τού Κυρίου, ότι  τό μετ’ αύταπαρνήσεως καί πάσης ταπεινοφροσύνης δουλεύειν είναι τό ίσχυρότερον ένωτικόν μέσον. Οΰτω λοιπόν, δυνάμεθα καί ήμεΐς «δουλεύοντες άλλήλοις» (Γαλ. ε' 13), νά άποκαταστήσωμεν την διασπασθεΐσαν ένότητά μας. «Επειδή γάρ άλλήλων άρχειν βουλόμενοι διεσχίσθητε, δουλεύσατε άλλήλοις· οΰτω γάρ συναχθήσεσθε πάλιν» (ιερός Χρυσόστομος). ’Εμπρός λοιπόν οι Χριστιανοί δουλεία καί δουλειά Κατ’ αύτόν τον τρόπον επιτυγχάνεται ή ένότης καί ή σωτηρία ημών καί όλων των άνθρώπων οί όποιοι θά έλκυσθοΰν.
’Εξεταζόμενη εις την ούσίαν της ή ενωσις αύτή παρουσιάζεται ώς άπομίμησις καί ώς πεπερασμένη έπανάληψις εκείνου, τό όποιον υπάρχει φύσει έν τή Θεότητι. ’Ίσως κανείς βλέπων πόσον μακράν εύρίσκεται ή γενεά μας άπό τό ιδανικόν αύτό, νά εϊπη ότι τούτο θά πραγματοποιηθή κατά τον μέλλοντα αιώνα. Καί είναι μέν άληθές, ότι ή πλήρης καί τελεία πραγμάτωσίς του θά γίνη εις τον μέλλοντα αιώνα, όμως ούδείς δύναται ν’ άρνηθή, τηρουμένων τών άναλογιών, ότι έπραγματοποιήθη καί έδώ ύπό τών Χριστιανών έκείνων τών όποιων «ήν ή ψυχή καί ή καρδία μία» (Πραξ. δ' 32). Καί μεταξύ τών όρθοτομησάντων τον λόγον τής άληθείας Πατέρων, ώς καί μικροτέρων ομάδων καί άτόμων έπετεύχθη τούτο. Τί ήτο ή άγια έκείνη έν Χριστώ φιλία μεταξύ Μ. Βασιλείου καί Γρηγορίου τού θεολόγου, οί όποιοι έφαίνοντο ώς μία ψυχή είς δύο σώματα;


Τί είναι ένότης;


"Εν φρόνημα, είς νούς, μία γλώσσα, έν στόμα όλοι. Θαύμά ηθικόν δηλαδή. Θαύμα, όπερ συντελεΐται διά τής Θείας Χάριτος είς έκείνους, οί όποιοι συντρίβουν τον έγωϊσμόν τους, άπαρνούνται τά θελήματά τους καί έγκολποΰνται όλοι έν καί μόνον θέλημα, έν καί μόνον έγώ, τό θέλημα καί τό έγώ τού Χριστού. Ή άνάγκη τής ένότητος καί ομοφωνίας είς τήν ’Εκκλησίαν είναι τόσον μεγάλη, ώστε ό άπόστολος Παύλος, ό έχων την μέριμναν πασών τών ’Εκκλησιών, να γραφή και να έπανέρχηται πολλάκις και έντόνως έπι τοϋ ζητήματος τούτου. Οΰτω, ένώ εις την Α' προς Κορινθίους άποδεικνύει, ότι  αιτία τών διαιρέσεων και διχογνωμιών καί φατριασμών είναι ό έγωϊσμός, ή ματαιοδοξία καί ύπερηφάνειά των, διά τά όποια καί τούς επιπλήττει έντόνως, εις την προς Έφεσίους κεφ. δ' τονίζει τούς λόγους ένεκα τών οποίων πρέπει να αίσθάνωνται καί νά είναι ηνωμένοι.
Ό Παύλος έχει δύο όψεις. Την παρακλητικήν ή Ιλαράν καί την δυναμικήν ή αύστηράν. Ό ιερός Χρυσόστομος τον χαρακτηρίζει λέοντα, στρατηγόν, μονομάχον, άγγελον κτ.λ. Τά όπλα τής στρατείας του είναι δυνατά καί τά χρησιμοποιεί ώς έμπειρος μαχητής, άναλόγως προς τάς έκάστοτε περιστάσεις καί τούς άντικειμενικούς σκοπούς, τούς όποιους έχει. Προκειμένου όμως περί τού μεγίστου θέματος τής ένότητος τών χριστιανών, τά χρησιμοποιεί όλα. Ούτως εις τήν Α' προς Κορινθίους άπειλεΐ, επιτίθεται, πλήττει, άνατρέπει, κατεδαφίζει καί καθαιρευ άκόμη καί ειρωνεύεται καυστικώς (Α' Κορ. δ' 8). Διότι γνωρίζει, ότι όπισθεν τής άκαταστασίας καί άναστατώσεως εύρίσκεται ό άρχιεπαναστάτης σατανάς, ό όποίος  έμφυσά καί μεταδίδει εις τούς άνθρώπους τήν ιδικήν του θανάσιμον άσθένειαν.


Με συλλογισμούς γρανιτώδεις άποδεικνύει τί δεν είναι οί άνθρωποι καί τά άνθρώπινα. ’Ενώ, είς τήν προς Έφεσίους, ύποδεικνύει τί είναι ό Χριστός διά τήν Εκκλησίαν. Έδώ ώς σοφός άρχιτέκτων οίκοδομεΐ. Άλλ’ έπι τό έν, τό μοναδικόν καί άναντικατάστατον θεμέλιον, τον Χριστόν. Τό δ' τούτο κεφ. τής προς Έφεσίους, προστιθέμενον εις τά τρία πρώτα τής Α' προς Κορινθίους, δύναται κάλλιστα ώς ένιαία συγγραφή να θεωρηθή, διά τό μέγα θέμα τής ένότητος.
Εις την διαπραγμάτευσιν τοϋ θέματος δεσπόζουσαν θέσιν κατέχει ή ιδέα τής ταπεινώσεως, άπορρέουσα έκ τής βασικής καί θεμελιώδους άρχής «εις Κύριος». Πάντες οί άλλοι οί πεπιστευμένοι διακόνημά τι έν τή Εκκλησία είναι δούλοι Του. Άξιοσημείωτον είναι, ότι  δλους τούς δούλους Του ό Χριστός, τόσον τούς καλοπροαιρέτους πιστούς καί άγαθούς, δσον καί τούς κακούς, «τούς μη θέλοντας αύτόν επ’ αύτούς 6ασιλεΰσαι» ήχμαλώτισεν ύψωθείς έπί τού Σταυρούτούς μεν έλκύσας, τούς δε κατατροπώσας καί θριαμβεύσας. Χαρακτηρίζομεν δε τούτο ώς άξιοσημείωτον, διότι ό Σταυρός άποτελεΐ τό κορύφωμα όχι μόνον τής άγάπης, άλλα καί τής ταπεινώσεως τού Κυρίου. Επομένως τρόπαιον αύτών είναι καί τό κατόρθωμα τούτο.


Έκ τής μελέτης τής αγίας Γραφής καί τών Πατέρων τής ’Εκκλησίας συνάγεται ότι  κατά θείαν ενέργειαν ή καί παραχώρησιν γίνεται πάν δ,τι συμβαίνει εις την ζωήν τών πιστών άλλά καί εις τον κόσμον ολόκληρον. Ό ούρανοβάμων Παύλος γράφων προς τούς Κορινθίους λέγει χαρακτηριστικώς: «Δεν θέλω νά άγνοήτε άδελφοί, περί τής θλίψεώς μας τής γενομένης εις ήμάς έν τή ’Ασία, διότι ύπερβολικώς έκινδυνεύσαμεν, ύπέρ τήν δύναμίν μας, ώστε νά φθάσωμεν εις άπορίαν καί άπελπισίαν ακόμη καί περί τής ζωής μας». Καί διατί ό Θεός παρεχώρησεν όλα αύτά; Τό λέγει έν συνεχεία ό άπόστολος· «ΐνα μη πεποιθότες ώμεν έφ’ έαυτοΐς άλλ’ έπί τώ Θεώ...» (Β' Κορ. α' 8, 9). ’Ιδού ό πρώτος στόχος: ή ταπείνωσις.
Διά τοΰτο παρεχωρήθη και ό καταποντισμός τοϋ Πέτρου έν τή θαλάσση τής Τιβεριάδος και έν τή αύλή τοΰ άρχιερέως. Διά νά απαλλαγή τής αύτοπεποιθήσεως και ταπεινιοθή. Παρά τά όσα ήκουσαν και εΐδον οί μαθηταί, έτι πρόσγεια έφρόνουν. Ήγνόουν κατά βάθος τό θεανδρικόν πρόσωπον τοΰ Σωτήρος. Διά τοΰτο ό Κύριος ώδήγησεν αυτούς εις την περιπέτειαν αύτήν δίς. «Και Ιδού σεισμός μέγας έγένετο έν τή θαλάσση, ώστε τό πλοΐον καλύπτεσθαι ύπό των κυμάτων Αυτός δε έκάθευδε (= έκοιμάτο). Και προσελθόντες οί μαθηταί αύτοΰ ήγειραν αύτόν λέγοντες Κύριε, σώσον ημάς, άπολλύμεθα (= χανόμεθα). Καί λέγει αύτοΐς· τί δειλοί έστε, ολιγόπιστοι; τότε έγερθείς έπετίμησε τοϊς άνέμοις καί τή θαλάσση καί έγένετο γαλήνη μεγάλη. Οί δε άνθρωποι  δηλαδή τό πλήρωμα καί οί μαθηταί έθαύμασαν λέγοντες· ποταπός έστιν ούτος (= ποιος λοιπόν, τί άνθρωπος είναι αύτός), ότι καί οί άνεμοι καί ή θάλασσα ύπακούουσιν αύτώ;» (Ματθ. η' 24, 27). Ιδού ή άγνοιά των, ιδού καί ή άποκάλυψις. Τώρα ήρχισαν ν’ άνοίγουν τά μάτια των, ότι  δεν είχον ενώπιον των κοινόν τινα άνθρωπον. «Ό μέν γάρ ύπνος καί τό φαινόμενον άνθρωπον έδείκνυ ή δε θάλαττα καί ή γαλήνη Θεόν ένέφαινεν». (ιερός Χρυσόστομος).


Καί αύτά μέν έγένοντο κατά τό πρώτον ταξίδιον. ’Αλλά καί κατά τό δεύτερον, μετά τον χορτασμόν των πεντακισχιλίων, τά αύτά περίπου συνέβησαν μετ’ έπιτάσεως μάλιστα. Διότι δεν ήτο μαζί των ό ’Ιησούς καί σκοπίμως ένεφανίσθη την χαραυγήν περίπατων έπί τής θαλάσσης, δτε οί μαθηταί έξέλαβον αύτόν ώς φάντασμα καί έκραξαν έκ φόβου. Άλλ’ ό Κύριος τούς ένεθάρρυνε λέγων «θαρσεΐτε, έγώ είμυ μη φοβεΐσθε»
 (Ματθ. ιδ' 27). Μετά δέ τον καταποντισμόν τοϋ πάντοτε θερμόαιμου και αύτοπεποιθότος Πέτρου, και την σωτηρίαν αύτοΰ ύπο τοϋ Κυρίου, «έμβάντων αύτών εις τό πλοΐον έκόπασεν ό άνεμος· οί δέ έν τφ πλοίω έλθόντες προσεκύνησαν αύτώ λέγοντες· αληθώς Θεοΰ υιός εΐ (είσαι)». ’Ιδού, λοιπόν, ή πραγματοποίησις καί τοϋ δευτέρου στόχου: ή άναγνώρισις, προσκύνησις καί ομολογία τής κυριότητος καί θεότητος τοϋ Ίησοΰ.


Άλλα καί οί δύο αύτοί στόχοι συγκλίνουν εις ένα καί τον αύτόν σκοπόν. Διό καί ό άπόστολος Παύλος, ένοποιών αύτούς, διδάσκει καί προφητεύει περί τοϋ μέλλοντος καί τής καταλήξεως ολοκλήρου τοϋ κόσμου έπουρανίου, έπιγείου καί καταχθονίου  λέγων «ϊνα πάν γόνυ κάμψη καί πάσα γλώσσα έξομολογήσηται ότι Κύριος Ίησοϋς» (Φιλιπ. 6' 10). Αύτό είναι τό τέρμα εις τό όποιον κατευθύνει τον κόσμον ό Δημιουργός καί Κυβερνήτης αύτοϋ. Πώς θά γίνη τοϋτο; Διά μέσου τής ’Εκκλησίας Του  τής Μιας, Αγίας, Καθολικής καί Άποστολικής ’Ορθοδόξου ’Εκκλησίας Του  ή όποια είναι στύλος καί έδραίωμα τής ’Αλήθειας. ’Εάν, λοιπόν, ούτως έπαιδαγώγει τότε τούς άποστόλους Του ό Χριστός, διατί δεν θά έσυνέχιζε τό έργον αύτό καί διά τούς διαδόχους των καί τό πλήρωμα γενικώς τοϋ θεοτεύκου καί θεοκυβερνήτου σκάφους τής ’Εκκλησίας Του;


”Ας έχωμεν ταϋτα ύπ’ όψιν οί ολιγόπιστοι καί όλιγόψυχοι. Ό άγιος Γρηγόριος ό θεολόγος, συνοψίζων την Εκκλησιαστικήν κατάστασιν τής εποχής του, λέγει· «’Έρρει τά καλά, γυμνά τά κακά, ό πλοϋς έν νυκτί, πυρσός (= φώς) ούδαμοϋ, Χριστός καθεύδει (= κοιμάται)». Γνωρίζει ό Κύριος ποιος ύπεγείρει τον σάλον, άλλά σιωπά, φαίνεται ότι κοιμάται. ’Αναμένει να λάβωμεν τό μάθημα και νά τοΰ φωνάξωμεν «’Ανάστα, Κύριε, ινα τι ύπνοϊς»; Ού μέλλει σοι ότι  άπολλύμεθα; Και τότε θά δώση τό πρόσταγμα· «σιώπα, πεφίμωσο» 'Όσα προεγράφη εις ήμετέραν διδασκαλίαν προεγράφη. Άν εϊχον ταΰτα ύπ’ όψιν οί μαθηταί, δεν θά έκινδύνευον νά καταποντισθοΰν εις τό πέλαγος της άθυμίας μετά την σταύρωσιν, ούτε θά έλεγον οί πορευόμενοι προς Έμμαούς έκεΐνο τό μελαγχολικόν «ημείς ήλπίζομεν ότι  αυτός έστιν ό μέλλων λυτροϋσθαι τον ’Ισραήλ» (Λουκ. κδ' 21). ’Έχασαν λοιπόν την ελπίδα; Αύτό έκινδύνευσαν νά πάθουν οί χριστιανοί καί έπί των ημερών τοΰ Μ. Βασιλείου, όταν εΐδον νά πολεμήται καί χειμάζεται έκ των έξω καί έσω ή Εκκλησία. Διό καί έγραφεν ό μέγας Πατήρ· «Μία τοιαύτη τακτική (τοΰ έχθροϋ) μάς έξέπληξε καί παρ’ ολίγον νά χάσωμεν τον νοΰν μας... σκεπτόμενοι μήπως ό Κύριος έγκατέλειψε τούς δούλους του; Μήπως είναι έσχάτη ώρα;»
Αύτό έπαθε καί ή άγια ’Ολυμπίάς μετά την έξορίαν τοΰ Χρυσοστόμου, περιπεσοΰσα εις μεγάλην μελαγχολίαν. Άς μη σπεύδουν λοιπόν μερικοί εις τούς καιρούς μας νά έξαγάγουν τό μελαγχολικόν συμπέρασμα «Γκρεμίστηκαν όλα Δεν έμεινε τίποτα δρθιο». Διότι πράγματι μεν «ένα μεγάλο γκρέμισμα» γίνεται εις την εποχήν μας, άλλ’ έκεΐνο τό όποιον κρημνίζεται είναι τό ’Εγώ μας. ’Ανάγκη ταπεινώσεως δεν έχει μόνον ό μακράν τοΰ Θεοΰ κόσμος, άλλά καί ή ’Εκκλησία εν τώ συνόλω της. Καί προς αύτήν την κατεύθυνσιν κρατεί σταθερά τό πηδάλιον ό άόρατος Κυβερνήτης αύτής. Αύτός δίδει τό πρόσταγμα· «εμπρός ολοταχώς προς την ταπείνωσιν» «Θαρσεϊτε, έγώ είμί μη φοβεΐσθε». «Έγώ ό Θεός σου (είμαι ό) ταράσσων την θάλασσαν καί ήχων τά κύματα αύτής. Κύριος σαβαώθ όνομά μοι (= Κύριος των δυνάμεων είναι τό όνομά μου). (Ήσ. να' 15). Αύτός ταράττει την θάλασσαν διά τής δυνάμεως αύτοΰ, καί διά τής συνέσεως αύτοϋ καταδαμάζει την ύπερηφανίαν αύτής· «ίσχύϊ κατέπαυσε την θάλασσαν, επιστήμη δε έστρωσε τό κήτος» (Ίώβ κς' 12). Τούς τυχόν άμφιβάλλοντας είσέτι παραπέμπομεν εις τό «όπως μη καυχήσηται πάσα σάρξ ενώπιον τού Θεού» (Α' Κορ. α' 29). «Πάντα ό Θεός διά τούτο ποιεί... ϊνα τό καυχάσθαι καθέλη» (ιερός Χρυσόστομος).

Αλλ’ ό Κύριος, ό όποίος  παραχωρεί εις τήν Εκκλησίαν Του τήν τρικυμίαν προς ταπείνωσιν, όταν πραγματοποιηθή ό σκοπός αύτός, χαρίζει εις αύτήν καί τήν γαλήνην. "Οταν δέ πάλιν εύρίσκη αύτήν φοβισμένην, συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην, δίδει εις αύτήν καί τήν ειρήνην, όπως κατά τήν ήμέραν τής Άναστάσεως, ότε «ήσαν οί μαθηταί συνηγμένοι διά τον φόβον τών Ιουδαίων ήλθεν ό ’Ιησούς καί έστη είς τό μέσον καί λέγει αύτοΐς· Ειρήνη ύμΐν». (Ίωάν. κ', 19).

Ό σατανάς, μετά τήν άποτυχίαν του νά συλλάβη είς τήν παγίδα τής κενοδοξίας έν τή έρήμω (Ματθ. δ' 1  11) τον ’Αρχηγόν τής προετοιμαζομένης τότε ’Εκκλησίας, έστράφη διά τού αύτού όπλου κατά τού πρωταρχικού πυρήνος αύτής, τού κύκλου δηλαδή τών μαθητών. Τή ύποκινήσει του, βεβαίως, οί υιοί Ζεβεδαίου έζήτησαν πρωτοκαθεδρίας, οί δέ άλλοι ήγανάκτησαν, εκ τού αύτού πνεύματος φυσηθέντες καί αύτοί. Ό Κύριος έγνώριζεν, ότι τό τυφωνικόν αύτό πνεύμα θά έμάστιζεν ώς λαΐλαψ τήν ’Εκκλησίαν όλων τών αίώνων. Ή δοθεϊσα, λοιπόν, αφορμή την στιγμήν εκείνην ήτο εκτάκτως σοβαρά. Θά άνέμενε κανείς, ότι ό Διδάσκαλος θά διερρήγνυε τά ίμάτιά του, και θά τούς έλεγε αύτά, λοιπόν, σάς διδάσκω τρία χρόνια; Άλλ’ ό σοφός ιατρός έγνώριζεν, ότι ή φιλοπρωτία τών μαθητών ήτο έκδήλωσις τής φοβέρας άσθενείας, τήν οποίαν ό φονεύς τής άνθρωπότητος μετέδωκεν εις τον γενάρχην μας Άδάμ. Τούς οίκτείρει, λοιπόν, ως βαρέως άσθενεΐς καί τούς καλεΐ με στοργήν πλησίον Του. Προσέχετε, τούς λέγει, μή παρασύρεσθε άπό τό παράδειγμα εκείνων, οί όποιοι καταδυναστεύουν έν τή ύπερηφανεία των τούς λαούς. Δεν θά κάμετε καί εσείς τά ίδια, άλλ’ αύτά τά όποια κάμνω έγώ· «καί γάρ ό υιός τού ανθρώπου ούκ ήλθε διακονηθήναι, άλλά διακονήσαι (= δεν ήλθε νά ύπηρετηθή, άλλά νά ύπηρετήση ώς δούλος), καί δούναι τήν ψυχήν αύτού λύτρον αντί πολλών», ήτοι, νά δώση τήν ζωήν του, νά αύτοθυσιασθή διά τήν σωτηρίαν τού κόσμου. (Μάρκ.ι’ 35 45).

Τούς ύπέδειξε, λοιπόν, ώς φάρμακον τήν μέχρις αύτοθυσίας ταπείνωσιν. Οί μαθηταί δεν ήννόησαν τότε πολλά πράγματα. Άλλ’ εις ήμάς, τώρα οί όποιοι γνωρίζομεν, τί έσήμαινεν ή πρόρρησις αύτή τού Λυτρωτού μας, πρέπει νά φέρη εις τούς οφθαλμούς μας θερμά δάκρυα κατανύξεως καί ευγνωμοσύνης, με τά όποια νά βρέχωμεν τούς διατρήτους άχράντους πόδας Του, καί νά «μή γινώμεθα κενόδοξοι, άλλήλους προκαλούμενοι, άλλήλοις φθονούντες» (Γαλ. ε' 26). Ταύτα πάντα δι’ ήμάς γέγραπται τούς έν τή ’Εκκλησία καί όχι διά τούς έξω.
Ή προτροπή τού Κυρίου προς τούς άποστόλους, να μή φέρωνται, όπως οι άρχοντες τών εθνών, άποτελεΐ και προφητείαν. Προλέγει την εξουσίαν, την οποίαν εντός ολίγου θά ήσκουν αύτοί έπί τής Εκκλησίας, ή οποία άποτελεΐ τό «’Έθνος τό άγιον» (Α' Πέτρ. 6' 9). Καθορίζει δε σαφώς την συμπεριφοράν των, τόσον προς τούς συναδέλφους, δσον καί προς τον λαόν τοΰ Θεού. Μετά δε την δύναμιν, την οποίαν έλαβον έξ ύψους έπελθόντος τοΰ 'Αγίου Πνεύματος, τοιουτρόπως έφήρμοσαν την έντολήν αύτήν τοΰ Κυρίου οί άπόστολοι, «Έπισκοποΰντες μή άναγκαστώς, άλλ’ έκουσίως, μηδέ αισχροκερδούς, άλλα προθύμως, μηδ’ ώς κατακυριεύοντες τών κλήρων (= καταδυναστεύοντες τό κληρωθέν εις αύτούς ποίμνιον), άλλα τύποι (= ύποδείγματα) γινόμενοι τοΰ ποιμνίου» (Α' Πέτρ. ε' 2, 3). Την παρακαταθήκην δε ταύτην παρέδωκαν τή ’Εκκλησία προς φύλαξιν μέχρις δτου έλθη ό Κύριος (Β' Τιμ. α' 12  14). 4

4.  Υψώνει


Ή πλάνη τοΰ κοσμικοΰ πνεύματος θά ήρμήνευε πάντα ταΰτα ώς κήρυγμα αύτοεξευτελισμοΰ καί έξουθενώσεως. Ό άπόστολος Παύλος όμως, συνεχίζουν, παραθέτει τάς ενδόξους συνέπειας τής ταπεινώσεως τοΰ Χριστοΰ, λέγουν «διό καί ό Θεός αύτόν ύπερύψωσε» (Φιλ. 6' 9). Προσοχή εις την λέξιν «διό», ή όποια άποτελεΐ την κλείδα διά την κατανόησιν τοΰ δλου ζητήματος. Διό, σημαίνει: Διά τούτο. Καθορίζει την σχέσιν μεταξύ ταπεινώσεως καί ύψώσεως, ή όποια είναι σχέσις αιτίας καί άποτελέσματος. Επειδή έταπείνωσεν έαυτόν, διά τούτο ό Θεός ύπερύψωσεν αύτόν. Ή ύπερτάτη αύτή ΰψωσις έγινε διά τής άναλήψεως, κατά τήνοποίαν άνυψώθη προς τούς ουρανούς ή τεθεωμένη άνθρωπίνη φύσις Αύτοΰ. Τότε έδοξάσθη καί ώς άνθρωπος «τή δόξη ή εΐχε προ τού τον κόσμον είναι» (κατά Ίωάν. ιζ' 5). «Εις δπερ ήν προ σαρκός άξίωμα, εις τούτο δή πάντως καί μετ’ αύτής άναδραμών τής σαρκός» (Κύριλλος Αλεξανδρείας).


Οΰτω, ή ταπεινωθεΐσα εν Αύτώ Αδαμιαία φύσις κατέστη συγκάθεδρος τώ Θεώ. Συνεχίζων δε ό άπόστολος Παύλος την έξιστόρησιν τών συνεπειών τής ταπεινώσεως τού Χριστού λέγει «καί έχαρίσατο αύτώ (ό Θεός) όνομα τό ύπέρ παν όνομα, ϊνα έν τώ όνόματι ’Ιησού παν γόνυ κάμψη έπουρανίων καί έπιγείων καί καταχθονίων, καί πάσα γλώσσα έξομολογήσηται ότι Κύριος ’Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού Πατρός» (Φιλιπ. 6' 9  11). Εις τό χωρίον τούτο καί εις τό Έβρ. Τ 13, όμιλεΐ ό Παύλος καί περί καταχθονίων εχθρών. Κατά τούς Χρυσόστομον καί Θεοφύλακτον διά τούτου νοούνται οι δαίμονες καί οί τούτοις άκολουθήσαντες άμετανόητοι άμαρτωλοί, οί όποιοι, καίπερ άκοντες, ύποκλιθήσονται καί αύτοί. «ΤΗτο προωρισμένον, ϊνα ό Κύριος διά τής ταπεινώσεως νικήση τον διάβολον καί ούχί διά τής δυνάμεως» (άγιος Ιερώνυμος).
Ό άγιος Νεκτάριος Αίγίνης χαρακτηρίζει την ταπείνωσιν ύψοποιόν. Άν θέλης άπόδειξιν τής έξυψωτικής της δυνάμεως ίδέ τον ληστήν. ΤΗτο «κακούργος», έπομένως εύρίσκετο εις τό έσχατον βάθος τής καταπτώσεως. Ή ταπεινή, όμως, παραδοχή καί ομολογία τής ενοχής του τον άνύψωσεν είς ύψος δυσθεώρητον Ούτε οί ’Απόστολοι κατά τον χρόνον εκείνον έτρεφον τόσον διαυγείς ελπίδας περί τής βασιλείας τού Χριστού. 'Ομολογεί Αύτόν Κύριον καί βασιλέα έχοντα Βασιλείαν καί έρχόμενον έν τη βασιλεία ταύτη... 'Ο Χριστός διατελεΐ τώρα είς τό βάθος τής ταπεινώσεώς Του, έγκαταλελειμμένος από τούς μαθητάς, εξευτελιζόμενος ύπό τοΰ ’Έθνους Του, θνήσκων έπί τοΰ σταυρού ώς έγκληματίας. Καί ό ληστής κάμνει τάς ομολογίας αύτάς προτού να σημειωθούν τά έξ ούρανοΰ σημεία... Μικρόν έλεος ζητεί ό ληστής. Καί ό Χριστός τού παραχωρεί θέσιν μεθ’ έαυτού έν τώ Παραδείσω. Τού τήν παραχωρεί δε, όχι είς άπώτερον μέλλον, άλλ’ άμέσως καί κατ’ αύτήν τήν ημέραν τού παθήματος. «Καί είπεν αύτώ ό Ιησούς· αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ εμού έση (= θά είσαι) έν τώ παραδείσω». (Λουκ. κγ' 43).


5. Σώζει


Ή ταπεινοφροσύνη αποτελεί άκριβώς τον αντίποδα τής έωσφορικής ύπερηφανείας. Διά τούτο καί ό Μύγας ’Αθανάσιος είς τον περί παρθενίας λόγον, λέγει«Μέγα φάρμακόν έστι σωτηρίας ή ταπεινοφροσύνη... Ή ύπερηφάνεια έν τώ διαβόλω έστίν ή δε ταπεινοφροσύνη έν τώ Χριστώ». ’Εντεύθεν δ’ έξηγεΐται ή γιγαντιαία δύναμις αύτής. Ό Μέγας Βασίλειος λέγει, ότι  «ό τελώνης έφυγεν άπό τον ναόν άθώος... Διότι πολλάκις ή ταπεινοφροσύνη σώζει καί έκεΐνον ό όποίος  ήμάρτησε πολλά καί μεγάλα άμαρτήματα» (Λόγος περί ταπεινοφροσύνης).
Ό όσιος Έφραίμ γράφει «πειθέσθω σε ( = ας σε πείση) ό έπί Ήλιοΰ πεντηκόνταρχος, δς διά τής ταπεινοφροσύνης έξευμενισάμενος τον προφήτην, διεσώθη άπό τής οργής αύτός καί οί πεντήκοντα (στρατιώται) μετ’ αύτοΰ». Ή Δ' Βασιλειών κεφ. α' περιγράφει τό καταπληκτικόν αύτό γεγονός ώς έξης Ό άσεβής βασιλεύς των ’Ιουδαίων Όχοζίας, υΙός πονηρών γονέων  τοΰ Άχαάβ καί τής διαβόητου Ίεζάβελ , ήσθένησεν εις την Σαμάρειαν καί άπέστειλεν άνθρώπους να έρωτήσουν τό εϊδωλον Άκκαρών, αν θά ζήση ή αν θά άποθάνη. Τούτους συνήντησε καθ’ οδόν ό προφήτης Ήλίας καί τούς είπε: Δεν ύπάρχει Θεός εις τον ’Ισραήλ, καί πορεύεσθε νά έρωτήσετε τον Βάαλ τον Θεόν των μυγών εις την Άκκαρών. Καί έν συνεχεία ό προφήτης τούς είπεν, ότι  ό βασιλεύς Όχοζίας θ’ άποθάνη. Τότε άπέστειλεν ό Όχοζίας αξιωματικόν με 50 άνδρας, διά νά φέρουν τον Ήλίαν, ό όποίος  έκάθητο επί κορυφής όρους. 'Όταν ό πεντηκόνταρχος έφθασεν έκεΐ, τον διέταξε νά κατέλθη, διότι τον έκάλεσεν ό βασιλεύς. ’Αλλά τότε, κατέβη πϋρ έξ ούρανοΰ καί κατέκαυσε καί τούς 50. Τό αύτό έπαθε καί τό δεύτερον στρατιωτικόν άπόσπασμα, τό όποιον άπέστειλε πάλιν ό Όχοζίας.


Έκ τοΰ παθήματος τών δύο προηγουμένων διδαχθείς ό τρίτος άποσταλείς πεντηκόνταρχος, όταν έφθασεν έκεΐ «έκαμψεν έπί τά γόνατα αύτοΰ (δηλ. έγονάτισε) κατέναντι Ήλιου καί έδεήθη αύτοΰ καί έλάλησε προς αύτόν καί είπεν άνθρωπε τοΰ Θεοΰ έντιμωθήτω δη ή ψυχή μου καί ή ψυχή τών δούλων σου τούτων τών πεντήκοντα έν όφθαλμοΐς σου...». Ή 6αθεΐα αυτή ταπείνωσις τοΰ τρίτου άποσπάσματος έσωσεν αύτό άπό τον όλεθρον καί ό προφήτης κατελθών ένεφανίσθη προς τον βασιλέα καί ήλεΥξεν αύτόν διά την άσέβειάν του, προεΐπε δε προς αύτόν καί τον θάνατόν του, ό όποίος  καί έπήλθε μετ’ ολίγον «κατά τό ρήμα Κυρίου, δ έλάλησεν Ήλιοΰ» (Δ' Βασιλειών α'17). Πραγματικόν άλεξικέραυνον άπεδείχθη ή ταπείνωσις εις την περίπτωσιν τοΰ τρίτου πεντηκοντάρχου.
Ό ιερός Χρυσόστομος χαρακτηρίζει την ταπεινοφροσύνην ώς μίαν έκ τών πέντε οδών μετάνοιας, βασίζων την γνώμην του ταύτην έπί τής παραβολής τοΰ Κυρίου περί τοΰ τελώνου και τοΰ Φαρισαίου (Λουκ. ιη' 9 14). «Ό μεν γάρ (Φαρισαίος) δικαιοσύνην προεβάλετο καί νηστείαν καί δεκάτας· ούτος δε (ό τελώνης) ρήματα ψιλά καί πάντα άπέθετο τά αμαρτήματα. Ού γάρ τών ρημάτων ήκουσεν ό Θεός μόνον, άλλά καί την διάνοιαν, μεθ’ ής ταΰτα προεβάλετο, είδε, καί τεταπεινωμένην εύρών καί συντετριμμένην, ήλέησε καί έφιλανθρωπεύσατο». (Χρυσ. περί διοικήσεως άνθρωπίνων όμιλ. 6'). Ό τελώνης χωρίς ούτε χρήματα νά καταβάλη, ούτε πελάγη νά διάσχιση, οΰτε πολλήν οδόν νά όδοιπορήση, ούτε φίλους νά παρακαλέση, οΰτε χρόνον πολύν νά καταναλώση, αλλά διά ταπεινοφροσύνης άπέκτησε δικαιοσύνην, γενόμενος άξιος τής Βασιλείας τών ούρανών». «’Αρκεί τοΰτο τό πλεονέκτημα τής ταπεινοφροσύνης ιλεω ποιήσαι τον Θεόν» (ιερός Χρυσόστομος).


«Καί ϊνα μάθης όσον έστίν άγαθόν μηδέν μέγα περί έαυτοΰ φαντάζεσθαι, άρματα δύο ποίησον τώ λόγω (= με την σκέψιν σου), ζεΰξον δικαιοσύνην καί άπόνοιαν (= ύπερηφάνειαν), καί άμαρτίαν μετά ταπεινοφροσύνης, καί όψει (= θά ϊδης) τό ζεύγος τής άμαρτίας, προλαμβάνον την δικαιοσύνην, ού παρά την οίκείαν δύναμιν, άλλά παρά την ίσχύν τής συζύγου ταπεινοφροσύνης (όχι διά την δύναμιν τής άμαρτίας, άλλά τής όμοζύγου ταπεινοφροσύνης), κάκεΐνο πάλιν έλαττούμενον (έκεΐνο δε τό άλλο ζεύγος υστερούν), όχι διά την ασθένειαν τής δικαιοσύνης, άλλά διά τό βάρος καί τό όγκον τής ύπερηφανείας.» Έν συνεχεία, λέγει ό ιερός Πατήρ· «διότι όπως ή ταπεινοφροσύνη διά το ύπερβάλλον αύτής ύψος νικά την βαρύτητα τής αμαρτίας, και φθάνει προς τον ούρανόν άναβήναι, οϋτω και ή ύπερηφάνεια, διά τό πολύ βάρος αύτής και τον όγκον, νικά την όμόζυγόν της δικαιοσύνην και σύρει κάτω εύκόλως αύτήν.» 'Πς άπόδειξιν φέρει ό άγιος Πατήρ τον φαρισαΐον καί τον τελώνην... Δεν ήκουσεν μόνον τού λόγους ό Θεός, άλλά καί την διάθεσιν, μετά τής όποιας ταΰτα προέβαλε ό τελώνης, είδε, καί τεταπεινωμένην εύρών καί συντετριμμένης ήλέησε καί έφιλανθρωπεύσατο. (Χρυσ. Λόγ. ε' περί άκαταλήπτου).


Ό άγιος Νικόδημος ό άγιορείτης λέγει, ότι ή ταπεινή γνώσις τού έαυτοϋ μας πρέπει νά τιμάται περισσότερον άπό τό ύψος όλων τών επιστημών, καί είναι άνωτέρα άπό τό νά κάμωμεν θαύματα, ή νά άναστήσωμεν νεκρούς
1[1. Νικοδήμου 'Αγιορείτου, ’Αόρατος Πόλεμος, κεφ. ζ'.]
 Ό όσιος ’Ισαάκ ό Σύρος λέγει, ότι «ή ταπείνωσις καί χωρίς τών έργων, πολλά συγχωρεΐ πλημμελήματα». «Καί ίσχύν πολλών άμαρτημάτων δύναται συντρίψαι». «Ταύτην εάν κτησώμεθα υιούς ήμάς ποιεί τού Θεού καί χωρίς έργων αγαθών παριστά ήμάς τώ Θεώ». «Αύταρκεΐ αΰτη μόνη άβοηθήτως ϊστασθαι ενώπιον τού Θεού, καί λαλεΐν ύπέρ ήμών». Είναι ή ιατρεία τού ψυχικού εκείνου πνιγμού, ό όποίος  λέγεται ακηδία.


Προς άπόδειξιν τής σωτηριώδους δυνάμεως τής ταπεινώσεως, ό Ιερός συγγραφεύς τής Κλίμακος φέρει παραδείγματα έκ τής Παλαιάς καί Καινής Διαθήκης. Ήμάρτησεν ό Δαυίδ. «Καί άπέστειλε Κύριος τον Νάθαν τον Προφήτην προς Δαυίδ» «και είπε... σύ ει ό άνήρ ό ποιήσας τοΰτο·... τί ότι  έφαύλισας τον λόγον Κυρίου τοΰ ποιήσαι τό πονηρόν έν όφθαλμοϊς αύτοΰ». «Καί είπεν Δαυίδ τώ Νάθαν ήμάρτηκα τώ Κυρίω. Καί είπεν Νάθαν προς Δαυίδ καί Κύριος παρεβίβασεν (= παρέβλεψε) τό αμάρτημά σου, ού μη άποθάνης» (Β' Βασ. ι6'). Έγνώριζε, λοιπόν, έκ πείρας ό Δαυίδ την δύναμιν τής ταπεινώσεως, όταν βραδύτερον έγραφε «θυσία τώ Θεώ πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ό Θεός ούκ έξουδενώσει» (Ψαλμ. ν' 19).
’Αναφέρει, επίσης, ό ιερός συγγραφεύς τής Κλίμακος την πρίπτωσιν τοΰ Βασίλειος των ’Ιουδαίων Μανασσή, ό όποίος , ως γνωστόν, περιέπεσεν εις έγκληματικήν άσέβειαν, παρέσυρε δε εις αύτήν καί δλον τον λαόν. «Καί ήγαγεν Κύριος έπ’ αύτούς» τα Βαβυλωνιακά στρατεύματα «καί κατέλαβον τον Μανασσή έν δεσμοΐς» καί έρριψαν αύτόν σιδηροδέσμιον εις τάς φυλακάς. «Καί ώς έθλίβη, έζήτησεν τό πρόσωπον Κυρίου τοΰ Θεού αύτοΰ καί έταπεινώθη σφόδρα... καί προσηύξατο... καί έπήκουσεν αύτοΰ... καί έπέστρεψεν αύτόν εις Ιερουσαλήμ· έπί τήν βασιλείαν αύτοΰ» (Β' Παραλειπ. λγ'). Τον Μανασσήν άποθανόντα έν ειρήνη διεδέχθη ό υιός αύτοΰ Άμών, ό όποίος  «έποίησεν τό πονηρόν ένώπιον Κυρίου... καί ούκ έταπεινώθη έναντίον Κυρίου, ώς έταπεινώθη Μανασσής ό πατήρ αύτοΰ», διό καί έδολοφονήθη ύπό τών τέκνων του (αύτόθι).


Περισσότερον σαφής καί ισχυρά καταφαίνεται ή δύναμις τής ταπεινώσεως έκ δύο παραδειγμάτων, τα όποια άναφέρει ό ιερός συγγραφεύς έκ τής Καινής Διαθήκης. Τής δικαιώσεως τοΰ τελώνου, καί τής σωτηρίας τοΰ έκ δεξιών τοΰ Χρίστου σταυρωθέντος ληστοϋ. Διά τον φαρχσαΐον, λέγει ό Κύριος, ότι  άπεδοκιμάσθη άπό τον Θεόν, ενώ ό τελώνης έδικαιώθη, άπηλλάγη τών αμαρτιών του. Και πώς συνέβη τούτο; Τό στόμα Κυρίου έφανέρωσε την αιτίαν. 'Η κατηραμένη ύπερηφάνεια κατεδίκασε τον φαρισαΐον, ενώ ή ταπείνωσις έσωσε τον τελώνην. «'Ότι πας ό ύψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ό δε ταπεινών εαυτόν ύψωθήσεται» (Λουκ. ιη' 14).


Αύτή ή εύλογημένη ταπείνωσις είναι εκείνη ή οποία ηρπασε κυριολεκτικώς άπ’ αύτό τό στόμα τοΰ άδου τον έκ δεξιών τοΰ Χριστού κρεμάμενον ληστήν καί είσήγαγεν αύτόν αύθημερόν εις τον Παράδεισον. «Καί ήμεΐς μεν δικαίως· άξια γάρ ών έπράξαμεν άπολαμβάνομεν», έλεγε προς τον έξ άριστερών ληστήν (Λουκ. κγ' 41). Άντιθέτως, ό έξ άριστερών ληστής «καίτοι άντεμετώπιζεν ήδη τήν άγωνίαν τοΰ θανάτου, έν τούτοις δεν έταπεινοΰτο τό ύπερήφανον πνεύμα του, ούτε έδιδάσκετο ούτος άπό τήν γλώσσαν τοΰ έτέρου συσταυρωμένου συναδέλφου του». Διά τον έκ δεξιών ληστήν ό ιερός Χρυσόστομος λέγει· «είδες έξομολόγησιν άπηρτισμένην; είδες πώς έν τώ σταυρώ τά άμαρτήματα άπεδύσατο (= άπέβαλε); Ούδείς (τόν) ήνάγκασεν, ούδείς έβιάσατο, άλλ’ αυτός έαυτόν έξεπόμπευσεν, (δηλ. έξηυτέλισε δημοσίως)». Βλέπε τήν συνέχειαν τών συνεπειών τής ταπεινώσεως. (Α' Κορ. ιε' 20  28). «Επειδή ή ύπερηφάνεια πεποίηκε τινάς έξ άγγέλων δαίμονας, πάντως ή ταπείνωσις δύναται νά καταστήση άγγέλους άπό δαίμονας, άν έταπεινοΰντο. Διά τούτο, δσοι έπταισαν καί θέλουσι μέν, όμως δεν δύνανται νά ποιήσωσιν άλλους κόπους άναλόγους με τάς άμαρτίας
των, ας έχωσι προς τον Θεόν το θάρρος των διότι άφοΰ παύσωσι τά κακά και μετανοήσωσι, δύνανται εύκόλως να λάβωσιν έκ Θεοϋ έλεος καί νά σωθώσι με τήν ταπεινοφροσύνην» (Ίω. Κλίμακος λόγος νθ')·


Οϋτω εξηγείται ό βασικός ρόλος, τον όποιον διαδραματίζει ή ταπείνωσις εις τό ζήτημα τής σωτηρίας τοΰ άνθρώπου. «Εγγύς Κύριος τοϊς συντετριμμένοις τήν καρδίαν και τούς ταπεινούς τώ πνεύμαται σώσει» (Ψαλμ. λγ' 19). Ό Θεός «θέλει πάντας σωθήναι», διό καί δυνάμει τής άπολυτρωτικής θυσίας τοΰ Χριστού προσφέρει δωρεάν τήν Χάριν Του προς πάντας άνεξαιρέτως. ’Αλλά μόνον «οί πτωχοί τώ πνεύματι» άναγνωρίζουν καί παραδέχονται τήν πτωχείαν των, καί τείνουν τήν χεΐρα διά νά λάβουν τό προσφερόμενον θειον έλεος. "Οποιος τυχόν, παρά τά προλεχθέντα μέχρι τοΰδε, έχει άκόμη κάποιαν άμφιβολίαν περί τής σωτηριώδους δυνάμεως τής ταπεινώσεως, ας άκούση Αύτόν τον Κύριον λέγοντα «Μακάριοι οί πτωχοί τώ πνεύματι (οί ταπεινόφρονες) ότι αύτών έστιν ή βασιλεία τών ούρανών» (Ματθ. ε' 3).


Οί Μαθηταΐ έρωτοΰν τον Κύριον ποιος θά είναι ό μεγαλύτερος εις τήν βασιλείαν τών ούρανών; Έρωτοΰν ούτως άορίστως, διότι έντρέποντο νά έρωτήσουν φανερώς αυτό τό όποιον διελογίζοντο, ώς λέγει ό ιερός Χρυσόστομος. Ό γινώσκων, όμως, τούς διαλογισμούς τών άνθρώπων τούς άπαντα κατά τρόπον συγκλονιστικόν «εάν μή στραφήτε καί γένησθε ώς τά παιδία, ού μή είσέλθητε είς τήν Βασιλείαν τών ούρανών. "Οστις ούν ταπεινώσει εαυτόν ώς τό παιδίον τούτο, ούτος έστιν ό μείζων έν τή βασιλεία τών ούρανών» (Ματθ. ιη' 1  4). Με άλλους λόγους ό Κύριος τους άπαντά: Τι έρωτάτε ποιος θά είναι ό μεγαλύτερος, καθ’ ήν στιγμήν διατρέχετε τον κίνδυνον ούδέ καν νά είσέλθητε εις την βασιλείαν των ούρανών, έάν δεν ταπεινωθήτε δπως τά παιδιά Έκ τούτων, λοιπόν, συνάγεται, ότι  άνευ ταπεινώσεως είναι άδύνατον νά σωθή ό άνθρωπος. Ή ταπείνωσις είναι τό άσφαλέστερον είσιτήριον διά την βασιλείαν τών ούρανών, καί ό ύψηλότερος τίτλος έκείνων οί όποιοι θά διακριθοΰν εις αυτήν. «Τίποτε δεν σώζει τόσον άσφαλώς τον άνθρωπον, όσον ή βαθεΐα ταπεινοφροσύνη. Αύτή είναι ό θρόνος τής άγάπης καί όλων τών άλλων άρετών» (’Ισίδωρος Πηλουσιώτης).


Τά περί τελώνου καί Φαρισαίου είναι παραβολή. ’Έχομεν, όμως, καί γεγονός άκριβώς όμοιον, τό όποιον πιστοποιεί καί έπιβεβαιώνει τούς λόγους αύτούς τοΰ Κυρίου. Είναι τό λαβόν χώραν εις την οικίαν Σίμωνος τοΰ φαρισαίου, ό όποίος  έκάλεσε τον Κύριον νά φάγη εις τον οίκον του. Καί ό μεν Σίμων καί οί όμοιοι του Φαρισαίοι άπωλέσθησαν, διότι εν τή ύπερηφανεία των ένόμιζον ότι δεν είναι άμαρτωλοί, ενώ ή άμαρτωλός γυνή, ή όποια μέ τόσην ταπείνωσιν έβρεχε κατά την διάρκειαν τοΰ φαγητοΰ τούς πόδας τοΰ Κυρίου μέ τά δάκρυά της καί έσπόγγιζε τούτους διά τών τριχών τής κεφαλής της, έσώθη (Λουκ. ζ' 34  50). Πόσον δίκαιον, λοιπόν, είχεν ό Κύριος όταν τούς έλεγε «ότι οί τελώναι καί αί πόρναι προάγουσιν ύμάς (= σάς προλαμβάνουν) εις την βασιλείαν τοΰ Θεοΰ» (Ματθ. κα' 31).

Τοΰτο διδάσκει καί ό Εύαγγελιστής ’Ιωάννης λέγων «έάν εΐπωμεν ότι άμαρτίαν ούκ έχομεν, έαυτούς πλανώμεν καί ή άλήθεια ούκ έστιν έν ήμΐν. Έάν όμολογώμεν τάς άμαρτίας ημών, πιστός έστι καί δίκαιος  (ώς ύπεσχέθη), ϊνα άφή ήμΐν τάς αμαρτίας καί καθαρίση ημάς άπό πάσης άδικίας» (Έπιστ. Α' κεφ. α' 8). "Ωστε όταν άκούης «τις άναβήσεται εις το δρος Κυρίου; καί τίς στήσεται έν τόπω άγίω αύτοϋ; (δηλ. εν τω ούρανώ), άθώος χερσί καί καθαρός τή καρδία» (Ψαλ. κγ' 2, 3) νόει ούχί τον μηδέποτε άμαρτήσαντα, άλλα τον διά τής Χάριτος τοΰ Θεοΰ καθαρισθέντα. Μορφωμένος καί πεπειραμένος πνευματικός έλεγε προς τά πνευματικά του τέκνα όταν θά ύπάγωμεν εκεί επάνω, θά ίδωμεν, ότι  δσοι πρόκειται να σωθούν, θά φέρουν εις τό μέτωπόν των μίαν ταινίαν, εις την οποίαν θά είναι γραμμένον τό έξης: «'Αμαρτωλός μετανοήσας».

Λοιπόν αύτοί θά σωθούν Ποιοι; οί άναμάρτητοι; Τοιαύτης μορφής άνθρωποι δεν ύπάρχουν, άλλά μόνον άμαρτωλοί. 'Όσον παράδοξον καί άν φαίνεται τούτο, είναι όμως άληθές μέχρι κεραίας. Τό στόμα Κυρίου είπε ταύτα «ούκ ήλθον καλέσαι δικαίους, άλλά άμαρτωλούς εις μετάνοιαν» (Ματθ. θ' 13). Δοθέντος δε ότι  «ούκ έστι δίκαιος ούδέ είς», διότι «πάντες ήμαρτον» (Ρωμ. γ' 10, 23), έπεται ότι  θά σωθούν μόνον δσοι συναισθάνονται ότι  είναι άμαρτωλοί καί θά μετανοήσουν. Αύτή είναι ή έννοια των λόγων τού Κυρίου, θά σωθούν μόνον οί ταπεινοί τελώναι, ενώ οί «πεποιθότες έφ’ έαυτοΐς ότι  είσί δίκαιοι» (Λουκ. ιη' 9) «έκβληθήσονται είς τό σκότος τό εξώτερον» (Ματθ. η' 12).


Ό Απόστολος Παύλος εΐσέδυσε τόσον βαθέως είς την άλήθειαν αύτήν καί την έτόνισε τόσον πολύ, ώστε μερικοί, είτε πλανώμενοι είτε συκοφαντούντες αύτόν, έλεγον, ότι  έδίδασκεν «ποιήσωμεν τά κακά ϊνα έλθη τά άγαθά». Ένώ αύτός ήθελε νά πείση τούς «πάντας ύφ’ αμαρτίαν είναι». «Ή καύχησις έξεκλείσθη» (Ρωμ. γ' 9, 27). ’Άρα πάντες έπρεπε νά αναγνωρίσουν τό ναυάγιόν των, διότι μόνον οϋτω ταπεινούμενοι καί μετανοοϋντες ήτο δυνατόν νά σωθούν «διά τής πίστεως έν τώ αΐματι ’Ιησού Χριστού» (Ρωμ. γ' 25). «Ούκ έστιν έν άλλω ούδενί ή σωτηρία...» (Πραξ. δ' 12). Διά τούτου βέβαιοί ότι  διά θείας βουλής καί άποφάσεως ώρίσθη ό ’Ιησούς Σωτήρ τής άνθρωπότητος.
’Έχομεν άπόλυτον άνάγκην τού Σωτήρος διά νά σωθώμεν. Τούτο δεικνύει τήν άδυναμίαν μας, ή οποία ως προς τήν σωτηρίαν οδηγεί ημάς εις πλήρες ναυάγιον. Τό κακόν ύπό τού όποιου κατεχόμεθα, κατεκυρίευσεν ήμάς επί τοσούτον, ώστε εάν δεν είχε σταλή έξ ούρανοΰ Σωτήρ εις ήμάς, άναποφεύκτως οί πάντες θά κατελήγομεν εις τήν άπώλειαν. ’Αποκλείεται, λοιπόν, άφ’ ημών πάσα καύχησις, άφού άλλος έστίν ό σώζων ήμάς. ’Αλλά καί επιβάλλονται εις ήμάς ίδιαίτεραι ύποχρεώσεις απέναντι εκείνου, ό όποίος  έχρειάσθη νά χύση τό αίμα του, διά νά σωθώμεν ημείς. «Ήγοράσθητε τιμής» φωνάζει ό θείος Παύλος, καί δεν άνήκετε πλέον εις τον έαυτόν σας, άλλ’ είς εκείνον, ό όποίος  με τό άτίμητόν του αίμα σάς έξηγόρασε. 

6. Εφελκύει τήν Θείαν Χάριν


Πολλά εϊπομεν μέχρι τούδε διά τήν δύναμιν τής ταπεινώσεως. Αναμφισβητήτως, όμως, τό μεγαλύτερον καί λαμπρότερον έργον της είναι ότι  έφελκύει τήν Θείαν Χάριν, ή όποια τελεί όλα τά άλλα. Δεν είναι ίδικός μας λόγος αυτός, άλλα τού άποστόλου Πέτρου, ό όποίος  λέγει «τήν ταπεινοφροσύνην έγκομβώσασθε· οτι (διότι) ό Θεός ύπερηφάνοις άντιτάσσεται, ταπεινοΐς δε δίδωσι χάριν» (Α' Πέτρ. ε' 5). Κατά τό ποινικόν δίκαιον, χάρις είναι ή πράξις τοϋ άνωτάτου άρχοντος, διά τής όποιας αίρεται (χαρίζεται) εν όλω ή εν μέρει ή έκτέλέσις τής έπιβληθείσης, ύπό δικαστικής όποφάσεως, ποινής επί έγκλημάτων.

Εΐδομεν εις τό Α' κεφ. τοΰ παρόντος βιβλίου, ότι ό εξ ύπερηφανείας έπαναστατήσας άνθρωπος κατεδικάσθη εις θάνατον. Διά νά σωθή εΐχεν άνάγκην χάριτος. «Ή χάρις... διά Ίησοΰ Χρίστου έγένετο» (Ιω. α' 17). «Ή χάρις... βασιλέως (εργον είναι), μετά εξουσίας πάντα άφιέντος τά άμαρτήματα» (Χρυσόστομος). Ή ώς άνω όρισθεΐσα έννοια τής χάριτος, κατά τό άνθρώπινον ποινικόν δίκαιον, συμπορεύεται μέχρι ένός σημείου μετά τής έννοιας τής χάριτος κατά τό θειον δίκαιον. Λέγομεν μέχρις ένός σημείου, διότι ή Θεία Χάρις προχωρεί έπέκεινα, πολύ πέραν τοϋ σημείου αύτοϋ.

«Ή Χάρις κατάρχεται τοϋ έργου τής σωτηρίας ημών» (Ν. Καβάσιλας). Πώς; Αύτή κάμνει την πρώτην νύξιν εις τον «νεκρόν τοΐς παραπτώμασιν» άνθρωπον. Τοϋ ψιθυρίζει «έγειρε ό καθεύδων και άνάστα έκ τών νεκρών» (Έφ. ε' 14). «Καθεύδοντα καί νεκρόν εν άμαρτίαις» (Χρυσόστομος), άν άκούση ό άσωτος «έρχεται εις έαυτόν». (Ά, τί έπαθα; ποϋ βρίσκομαι; πώς κατήντησα;) Αύτή είναι ή συναίσθησις, ή συντριβή καί ταπείνωσις. Ακολουθεί ή μεταμέλεια, ή μετάνοια «πόσοι μίσθιοι τοϋ πατρός μου περισσεύουσιν άρτων, έγώ δε λιμώ άπόλλυμαι». "Επεται ή άπόφασις καί πραγματοποίησή τής επιστροφής. Αλλ’ ένώ ή συντετριμμένη καί τεταπεινωμένη ψυχή πορεύεται, παρεμβαίνει ό αιρετικός: Ποϋ πηγαίνεις, άθλια ψυχή; Παρήλθε δι’ εσέ ή ώρα τής Χάριτος. Παρεμβαίνει μετ’ ολίγον και ό μέγας άπελπιστής: Ποΰ πηγαίνεις, άσωτε καί ελεεινέ χοιροβοσκέ; Δεν ύπάρχει σωτηρία δι’ έσέ. «Ποΰ έστιν ό Θεός σου;» (Ψαλ. μα' 4). Άλλ’ ή μετανοημένη ψυχή, ρωμαλέως κρατουμένη από την Χάριν άπαντα: «διελεύσομαι έν τόπω σκηνής θαυμαστής έως τοΰ οίκου τοΰ Θεοΰ έν φωνή άγαλλιάσεως καί έξομολογήσεως ήχου έορτάζοντος. Ίνατί περίλυπος ει, ή ψυχή μου, καί ίνατί (= διατί) συνταράσσεις με;  έλπισον έπί τον Θεόν, ότι έξομολογήσομαι αύτώ» (Ψαλμ. μα' 5).

«Πάτερ, ήμαρτον εις τον ούρανον καί ενώπιον σου καί ούκέτι είμί άξιος κληθήναι υιός σου ποίησόν με ώς ένα των μισθίων σου (= των δούλων σου)». «Θάρσει τέκνον, άφέωνταί σοι αί άμαρτίαι» σου. «Καί κατεφίλησεν αύτόν». Αύτό ήτο τό βασιλικόν διάταγμα τής Χάριτος. ’Ακολουθεί ή άποκατάστασις εις την υιοθεσίαν. «Έξενέγκατε την στολήν την πρώτην... καί ένέγκαντες τον μόσχον τον σιτευτόν θύσατε, καί φαγόντες εύφρανθώμεν, ότι ό υιός μου νεκρός ήν καί άνέζησε, καί άπολωλός ήν καί εύρέθη». Οΰτω όλοκληροΰται ή Χάρις προς τον τέως θανατοποινίτην, διά τής Θείας Εύχαριστίας. «Καί ήρξαντο εύφραίνεσθαι» (Λουκ. ιε' 24).
Τότε μεγάλη «χαρά γίνεται ενώπιον των άγγέλων τοΰ Θεοΰ έπί ένί άμαρτωλω μετανοοΰντι» (στιχ. 10), καί άκούονται συμφωνίαι καί χοροί «μακάριοι ών άφέθησαν αί άνομίαι καί ών έπεκαλύφθησαν αί άμαρτίαι» (Ψαλμ. λα' 1). Εις τό σημεΐον τοΰτο, περατοΰται τό πρώτον στάδιον τής Χάριτος, διότι αί δωρεαί αύτής θά συνεχίζουν, τόσον εδώ όσον καί εις την άπέραντον αιωνιότητα, να έρχωνται ώς άλλεπάλληλα κύματα εις τον άνθρωπον, ό όποίος  θά «λαμβάνη χάριν αντί χάριτος» (Ιω. α' 16). «Τή άφέσει τών αμαρτιών, ήν επέτυχες διά τής Χάριτος» θά έπακολουθήση «ή άθανασία ώς αμοιβή και ή ζωή ή αιώνιος».
Άλλ’ έπεται και συνέχεια, διότι «οΰπω έφανερώθη τι έσόμεθα» (Α' Ιω. γ' 2). 'Όμως, ύπεράνω όλων άς σκεπτώμεθα, ότι ό Κύριος είναι ό τελών τά μυστήρια, ό φυλάσσων τήν Χάριν εις τήν ψυχήν μας και προπαρασκευάζων τον πιστόν νά δεχθή τήν Χάριν «χωρίς Έμοΰ  λέγει , ού δύνασθε ποιεΐν ούδέν». Οί λελυτρωμένοι χριστιανοί, όμως, γνωρίζουν έκ πείρας τήν ζωοποιόν δύναμιν τών ιερών Μυστηρίων, διά τών όποιων διοχετεύεται ή Θεία Χάρις, κατ’ άλλεπάλληλα κύματα, όλονέν άφθονωτέρα καί πλουσιωτέρα έκείνης, τήν όποιαν έλαβον διά τής άρχικής ταπεινώσεως καί μετάνοιας.

Μή λησμονώμεν, ότι ή λήψις τής χάριτος γίνεται συμφώνως καί προς τήν βαθμιαίαν αύξησιν τού δεχομένου αύτήν. 'Όταν κανείς είναι άκόμη νήπιος έν Χριστώ, δεν είναι δυνατόν νά μεταδοθή εις τούτον ή Χάρις, ή όποια παρέχεται εις τον γιγαντωθέντα εις τήν κατά Χριστόν ζωήν. Έδώ, κρίνομεν άναγκαΐον νά ύπενθυμίσωμεν πάλιν έκεΐνο τό όποιον εις τό κεφάλαιον Β' §4 λέγομεν, ότι ή Θεία Χάρις δεν έρχεται διά νά ύποκαταστήση καί έκμηδενίση τήν άνθρωπίνην θέλησιν, άλλ’ άντιθέτως επιζητεί τήν συνεργασίαν της. Σχετικώς καί ό άγιος Μακάριος λέγει, ότι «ή πάλη κατά τού σατανά είναι έργον ίδικόν μας, άλλά ή κατ’ αύτοΰ τελική νίκη είναι έργον τής Θείας Χάριτος». Αί όδοΐ καί οί τρόποι ένεργείας τής Θείας Χάριτος είναι άνεξιχνίαστοι. Πολλάκις «παραπονούμεθα διά τά νέφη καί την σκοτίαν, τά όποια μάς επικαλύπτουν καί τα όποια δεν είναι τίποτε άλλο παρά αί άπαραίτητοι μέθοδοι τής Χάριτος, διά των όποιων ταπεινοϋνται αί ψυχαί μας, νεκροΰνται αί άμαρτίαι μας, καί καθίστανται προσφιλείς εις τον Χριστόν». «Είναι άναγκαία καί άπαραίτητος ή σταθερά έξάρτησίς μας άπό τής χάριτος τοΰ Μεσσίου... Χωρίς τον Χριστόν δεν δυνάμεθα νά κάμωμεν τίποτε διά την δικαίωσίν μας... Τίποτε διά τον αγιασμόν μας... έξαρτώμεθα έκ τοΰ Χρίστου, όπως ό κλάδος άπό τής ρίζης (= τοΰ κλήματος), από τής όποιας λαμβάνει τον ζωοποιόν αύτόν χυμόν» (Ίω. ιε' 5). «Έάν μη τις μείνη έν έμοί, έβλήθη έξω ώς τό κλήμα καί έξηράνθη, καί συνάγουσιν αύτά καί εις τό πΰρ βάλλουσι» (Ίω. ιε' 56).

Έρωτ. Καί πώς θά μείνωμεν έν σοί, Κύριε;
Άπαν. Μείνατε έν τή άγάπη τή έμή.
        Καί πώς θά μείνωμεν έν τή άγάπη Σου;
        «Έάν τάς έντολάς μου τηρήσητε».


«Ό τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αίμα έν έμοί μένει» (Ιω. στ’ 56).
Χωρίς ταπείνωσιν, όμως, ή όποια είναι προΰπόθεσις τής ζώσης πίστεως (Ίωάν. ε' 44), άδύνατον νά μετάσχης άξίως τοΰ κρουνοΰ τής Ζωής. «Πολλοί ούν άκούσαντες έκ τών μαθητών (= άκροατών) αύτοΰ είπον σκληρός έστιν οΰτος ό λόγος· έκ τούτου πολλοί άπήλθον (= έφυγαν)».
Τί άκριβώς είναι ή Θεία Χάρις, ή άνθρωπίνη έπιστήμη αδυνατεί νά προσδιορίση. Γνωρίζομεν, όμως, καλώς τάς έπεμβάσεις της καί τά άποτελέσματα τής δυνάμεώς της, διά τής όποιας μεταβάλλει ληστάς εις αγίους καί άσωτους εις ίσαποστόλους. Κλασσικόν παράδειγμα άποτελεΐ ή περίπτωσις τής Σαμαρείτιδος. Τί είναι εκείνο τό όποιον μετέβαλε την πρώην άσωτον γυναίκα εις την Ίσαπόστολον Φωτεινήν; Ή Θεία Χάρις.

Εις την αρχήν τής παρούσης παραγράφου εΐπομεν, ότι  «ή Χάρις διά Ίησοΰ Χρίστου έγένετο». Ή λυτρωτική θυσία τοϋ Χριστού προσεφέρθη ύπέρ πάντων. 'Όμως, δεν μετεβλήθησαν δλοι οί άνθρωποι, ελάχιστοι δε έγένοντο καί ίσαπόστολοι ώς ή άγια Φωτεινή. Διατί; Ό Ιερός Χρυσόστομος έρμηνεύων τήν περικοπήν αύτήν παρατηρεί «Δεύτε γάρ ΐδετε άνθρωπον, φησίν, δς είπε μοι πάντα, όσα  έποίησα· Καίτοι γε ένήν είπεΐν έτέρως (= καίτοι θά ήδύνατο νά εϊπη διαφοροτρόπως) «δεύτε ΐδετε προφητεύοντα». Ένω αύτή «ούκ ήσχύνθη είπεΐν ότι , «είπε μοι πάντα όσα  έποίησα» (Χρυσόστομος). Αισχύνης καταφρονήσασα καί έαυτήν διαπομπεύσασα έταπεινώθη έως εδάφους. Ιδού τό μυστικόν τής έξυψώσεώς της καί άναδείξεώς της εις ίσαπόστολον. ’Αναγνωρίζεται δε υπό τής ’Εκκλησίας ώς Ίσαπόστολος, διότι δι’ αύτής έπίστευσεν ολόκληρος ή Σαμάρεια καί άλλοι πολλοί, ήξιώθη δε καί τού μαρτυρικού στεφάνου διά τήν μεγάλην ίεροποστολικήν της δράσιν.
Κατά τούς άπεράντους αιώνας τού αιωνίου μέλλοντος, θά γίνη άπολογισμός τού έργου τής Θείας Χάριτος διά τήν σωτηρίαν των ανθρώπων. Τούτο συνάγεται εκ των λόγων τού άποστόλου Παύλου λέγοντος· «ϊνα ένδείξηται (ό Θεός) έν τοΐς αίώσι τοΐς έπερχομένοις τον ύπερβάλλοντα πλούτον τής Χάριτος αύτού» (Έφεσ. 6' 7). Ό Θεός θά προβάλη καί θά δείξη προς τον ούράνιον κόσμον (άνθρώπων καί άγγέλων) τά τρόπαια τής Θείας Χάριτος. Διότι «όταν τοιούτοι άμαρτωλοί (ηθικώς νεκροί ένεκα τών αμαρτιών) θεραπευθοΰν πνευματικώς και άπό τοΰ βορβόρου, έντός τοΰ όποιου επί δεκάδας ετών έκυλίσθησαν, μεταπηδήσουν εις νέαν αγίαν ζωήν, άποτελοΰν τρόπαιον τής Θείας Χάριτος όχι μικρότερον μιάς νεκραστάσεως. Δικαίως θά λεχθή και περί αύτών «νεκροί ήσαν καί άνέζησαν», «καί τούτο ούκ έξ ήμών, Θεού τό δώρον ούκ έξ έργων, ϊνα μή τις καυχήσηται». Θά έξορισθή, λοιπόν, άπό τον ούρανόν ή ανθρώπινη καύχησις διά παντός. Μόνον ή Θεία Χάρις θά δικαιούται νά καυχάται έκεί διά τά τρόπαιά της.

«Γιά την άπόκτησι τής τελείας άγάπης καί πλουσίων χαρισμάτων καί θαυματουργικής καί προορατικής δυνάμεως, πολλοί βασανίζουν καί καταπονούν αδίκως τό σώμα τους. Έλησμόνησαν οί ταλαίπωροι ότι όχι οί κόποι, άλλά κυρίως ή ταπείνωσις είναι ή μητέρα όλων αύτών. "Οποιος άπαιτεί πνευματικά δώρα άντί τών κόπων του, έβαλε σαθρό θεμέλιο. "Οποιος όμως θεωρεί τον έαυτόν του χρεώστη δούλο, αύτός ξαφνικά θά λάβη άπό τον Θεό άνέλπιστο πνευματικό πλούτο».
1 [1. Ίω. Σιναΐτου Κλϊμαξ. ’Έκδοσις Ίερας Μονής Παρακλήτου Ώρωπός ’Αττικής. Λόγος κα' § 25.]




Εισαγωγή κειμένων  και αναρτήσεων σε πρώτη αποκλειστική δημοσίευση  στό Ορθόδοξο Διαδίκτυο από το Βιβλίο :
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑΝ ΓΡΑΦΗΝ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Η ηλεκτρονική επεξεργασία αναρτήσων κειμένων, τίτλων  και εικόνων έγινε από τον N.B.B
Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή κειμένων σε Ορθόδοξα Ιστολόγια, αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα ,χωρίς περικοπές που πιθανόν να το αλλοιώνουν για μη εμπορικούς σκοπούς,με βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή :

© ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Follow by Email

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Γίνεται Μέλος στο Ιστολόγιο

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |