ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Πτώσις και Ανάστασις Πολλών

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Πτώσις και Ανάστασις Πολλών


 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'


ΠΤΩΣΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΠΟΛΛΩΝ

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑΝ ΓΡΑΦΗΝ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Εισαγωγή: 


Ό γέρων προφήτης Συμεών παρακινούμενος από τό "Αγιον Πνεύμα μεταβαίνει εις τον ναόν. Τότε καταφθάνει έκεΐ ό ’Ιωσήφ και ή Παναγία κρατούσα τό βρέφος Ίησούν. Ό Συμεών τό έναγκαλίζεται καί συγκεκινημένος λέγει τό «νύν άπολύεις». Φωτιζόμενος δε άπό τό "Αγιον Πνεύμα λέγει ότι ή διά Χριστού σωτηρία έχει έτοιμασθή «κατά πρόσωπον πάντων των λαών», δηλ. ού μόνον διά τούς Ίσαρηλίτας άλλά καί διά τούς Εθνικούς (είδωλολάτρας). Ό ’Ιωσήφ καί ή Μαριάμ θαυμάζουν διά τά λεγάμενα, ό δε Συμεών λέγει προς τήν μητέρα: «’Ιδού οΰτος κεΐται εις πτώσιν καί άνάστασιν πολλών έν τώ ’Ισραήλ καί εις σημεΐον αντιλεγόμενον» (Λουκ. ν' 34). Βαθύς ό λόγος καί δυσνόητος ή μάλλον άκατανόητος τότε. 

«Εις πτώσιν καί άνάστασιν πολλών καί εις σημεΐον άντιλεγόμενον». Τό δεύτερον αιτιολογεί τό πρώτον. Τό αίνιγμα έχει ήδη διαλευκανθή. Πόση άντιλογία περί τό πρόσωπον τού Χριστού Ημείς τώρα γνωρίζομεν, ότι όλοι οί λόγοι, όλα τά έργα, άκόμη καί «οί διαλογισμοί των καρδιών» των άνθρώπων φέρουν τήν σφραγίδα ή τής άποδοχής τού Σωτήρος ή τής άρνήσεως Αυτού. ’Αποφασιστικόν ρόλον παίζει τό περιεχόμενον τής καρδίας έκάστου. ’Εδώ λαμβάνει χώραν ένας φοβερός διχασμός καί διαχωρισμός. Εις «ύψηλοκαρδίους» καί «ταπεινούς τή καρδία». Οί άνθρωποι οί όποίοι θά διέλθουν έκ τοϋ πλανήτου αύτοΰ, θά εύρεθοΰν άναποφεύκτως ενώπιον Του, θά τον άντιμετωπίσουν κατά πρόσωπον και θά άναγκασθοϋν, έκόντες άκοντες, νά λάβουν θέσιν έναντι Αύτοΰ. Άλλως δεν γίνεται ούδετερότης ή άδιαφορία δεν είναι δυνατή, δεν χωρεΐ. Αύτός είναι ό μεγάλης βουλής Άγγελος, τον όποιον θά συναντήσουν οπωσδήποτε εις τον δρόμον των, άπό τοϋ όποιου δεν θά δυνηθοΰν νά έκκλίνουν ούτε δεξιά ούτε άριστερά ώς καί ό Προφήτης Βαλαάμ (Αριθ. κβ' 22-23).

Παρακαλοΰμεν τον άναγνώστην νά μη όκνήση ν’ άναγνώση μετά προσοχής τά πρώτα ένδεκα κεφάλαια τής προς Ρωμαίους έπιστολής, όπου ό θείος άπόστολος όμιλεΐ περί τής έξ υπερηφάνειας πτώσεως τοϋ αρχαίου είδωλολατρικοΰ (Έθνικοϋ) κόσμου καί τοϋ Ισραήλ. Συνιστά δε εις τον νέον ’Ισραήλ, τούς πιστεύσαντας δηλαδή εις Χριστόν, νά προσέξουν μήπως καί αύτοί ύποστοϋν τά ίδια. ’Εδώ, τοϋτο μόνον άναφέρομεν ότι οί Εθνικοί εν τή ύπερηφανεία των «κατέχοντες την άλήθειαν έν άδικία», «έματαιώθησαν εν τοϊς διαλογισμοΐς αύτών, καί έσκοτίσθη ή ασύνετος αύτών καρδία φάσκοντες είναι σοφοί (ένω ισχυρίζονται ότι είναι σοφοί) έμωράνθησαν» (Ρωμ. α' 21  22). Διό καί κατήντησαν «εις πάθη άτιμίας», εις αίσχη άνομολόγητα. Διά τοϋτο οί Εθνικοί προσεβλέποντο ύπό των ’Ιουδαίων μετά περιφρονήσεως καί άπεκαλοϋντο κύνες. ’Αλλά καί οί ’Ιουδαίοι ένεκα τής ύπερηφανείας των εκεί κατήντησαν καί έκλήθησαν «κύνες». (Φιλ. γ' 2).


Καί τώρα προσοχή φωνάζει προς ήμάς τούς πιστεύσαντας Εθνικούς ό Παύλος. «Μη κατακαυχώ (= μη ύψηλοφρονής άλαζονικώς) των κλάδων» (καταφρονών τούς ’Ισμαηλίτας οϊτινες είναι φυσικοί κλάδοι τού δένόρου). «Συ τή πίστει έστηκας. Μή ύψηλοφρόνει, άλλα φοβοΰ» (Ρωμ. ια' 20). Ό ’Ισραήλ θά έπιστρέψη. Σύ, εθνικέ, προηγήθης εις την πτώσιν χρονικώς και αφού έζεματίσθης έπέστρεψες ένωρίτερον. Τό ’Ιουδαϊκόν έθνος έπεσε βραδύτερον, διό και βραδύτερον θά έπιστρέψη, άφοΰ γευθή και αύτό τάς πικράς συνέπειας τής άποστασίας του. Τότε «πας ’Ισραήλ σωθήσεται» (Ρωμ. ια' 26). Τότε πραγματοποιηθήσεται πλήρως ή προφητεία του αποστόλου Παύλου «ϊνα τούς πάντας έλεήση». 'Όταν πάντες θά έχουν ταπεινωθή και μετανοήσει. Έπιμένομεν εις τό σημεΐον αύτό, διότι έπιμένει και ό απόστολος Παύλος. "Οσα έγραψε προς τούς Ρωμαίους, τά έγραψε και προς τούς Κορινθίους.


Ενδιαφέρουν, λοιπόν, αμέσως και ήμάς τούς "Ελληνας, τον νέον ’Ισραήλ, όπως θέλουν νά ονομάζουν μερικοί τον λαόν μας. Καί τί μάς λέγει; «Ταϋτα δε πάντα τύποι συνέβαινον έκείνοις έγράφη δε προς νουθεσίαν ήμών, εις ούς τά τέλη των αιώνων κατήντησεν, ώστε ό δοκών έστάναι βλεπέτω μή πέση» ώστε εκείνος, ό όποίος  έχει τήν ιδέαν (εξ αύτοπεποιθήσεως), ότι ϊσταται άσφαλής (εις τήν πίστιν), άς προσέχη μήπως πέση (A' Κορ. Τ 11 - 12).


Τούς "Ελληνας τής εποχής μας θά πρέπη νά συγκλονίζη διαρκώς τό ερώτημα: Μήπως πάθωμεν καί ήμεΐς τά ίδια; Κατά πολλά όμοιάζομεν προς τον παλαιόν ’Ισραήλ. Έδουλεύσαμεν καί ήμεΐς, όπως εκείνοι έπί τετρακόσια έτη. Διήλθομεν διά πυρός καί ύδατος καί έξήγαγεν ήμάς εις άναψυχήν, όπως καί έκείνους. «ΟΙ Ίσραηλϊται, ών ή υιοθεσία καί ή δόξα καί αί διαθήκαι... ών οί Πατέρες» (Ρωμ. θ' 4, 5), έπεσαν Και εις ήμάς έδόθη διά τοΰ βαπτίσματος ή υιοθεσία, καί εις την γλώσσαν μας έγράφησαν αί Διαθήκαι αί όμιλοϋσαι διά τάς μεγάλας προς τούς Χριστιανούς επαγγελίας (ύποσχέσεις), καί, τέλος, 'Έλληνες είναι οί μεγαλύτεροι Πατέρες τής Εκκλησίας ή οποία «ώδίνησεν» (= έκοιλοπόνησεν), έως ού «έτεκε» τό ορθόν περί Χριστού δόγμα (Άποκ. ιβ' 15).


Λοιπόν, μήπως έπιφυλάσσηται καί εις ήμάς κάποια μεγάλη πτώσις ένεκα τής άποστασίας μας; Διότι καί εις τούτο δυστυχώς ώμοιώθη προς έκείνους ό Ελληνικός λαός· «καί αύτός διήγαγε τά τέκνα αύτού εν πυρί» (Β' Παραλ. λγ')· εις εκατοντάδας χιλιάδων έτησίως ύπολογίζονται άπό άρμοδίους καθηγητάς αί έκτρώσεις έν Έλλάδι Καί οί "Ελληνες, λοιπόν, «έξέχεαν άθώον αίμα, τό όποιον δεν ήθέλησεν ό Θεός νά συγχώρηση». Καί ήμεΐς έξεπέσαμεν εις την νεοειδωλολατρείαν τοΰ χρήματος καί τής σαρκός. Καί ήμεΐς έδείξαμεν κατάπτυστον άχαριστίαν προς τον έξαγαγόντα ήμάς έκ τής άγαρινής δουλείας. Ποία, λοιπόν, ή διαφορά μας; Ούδεμία «Προητιασάμεθα γάρ (= διότι κατηγορήσαμεν προηγουμένως) Ιουδαίους καί "Ελληνας πάντας ύφ’ άμαρτίαν είναι» (Ρωμ. γ' 9). ’Αλλά καί ή Δικαιοσύνη τοΰ Θεού δεν άργεΐ. Ούκ έστι προσωποληψία παρά τώ Θεώ. Τά ίδια εγκλήματα επισύρουν τάς ιδίας ποινάς. Μή γένοιτο, Κύριε Μετά τήν παρένθεσιν αύτήν, ας έπανέλθωμεν εις τήν σειράν τού λόγου περί τών αίτιων τής πτώσεως τοΰ ’Ισραήλ.


α) Ή πτώσις τοΰ ’Ισραήλ


Είναι όντως περίεργον αύτό τό όποιον συνέβη εις τούς Φαρισαίους. Διότι δεν πρέπει να λησμονώμεν, ότι  οί άνθρωποι αυτοί δεν ήσαν άρχικώς δπως κατόπιν κατέληξαν. Ό Σουί'δας λέγει ότι  Φαρισαίοι = οί χωρισμένου οί διακρινόμενοι έναντι δλων «των άλλων εις τε τό καθαρώτατον τοΰ βίου καί άκριβέστατον εις τα τοΰ νόμου έντάλματα». Διά τούτο ήτο έξόχως τιμητικόν ν’ άνήκη κανείς εις την τάξιν των ανθρώπων αύτών, οί όποιοι έθεωροΰντο «κατά δικαιοσύνην την εν νόμω άμεμπτοι», ώς λέγει δι’ έαυτόν ό απόστολος Παύλος, ό όποίος  καί ουτος άνήκεν εις την τάξιν αύτήν προ τής μετάνοιας του (Φιλιπ. γ' 4  6). Άλλα πώς έξέπεσαν καί κατήντησαν εις τόσην διαστροφήν; Είναι δε άξιοπρόσεκτον, ότι  την μεγάλην διαφθοράν τής καρδιάς των είχεν έπισημάνει καί έλέγξει δριμύτατα προ τοΰ Χριστού καί ό Βαπτιστής διά τών ίδιων άκριβώς λέξεων, χαρακτηρίσας αύτούς «γεννήματα έχιδνών» (Ματθ. γ' 7). Την μυστικήν αιτίαν, τον κεκρυμμένον κακοήθη όγκον άπεκάλυψεν ό Κύριος διά λόγου τον όποιον «έλάλησε τοϊς δχλοις καί τοΐς μαθηταΐς αύτοΰ», ώς άναφέρεται εις τό κγ' κεφ. τού Ματθαίου. "Ας κάμη τον κόπον ό άναγνώστης να μελετήση τό κεφάλαιον τούτο, διά να διαφωτισθή πλήρως1.
[1. Σημ. Καλόν είναι, ό άναγινώσκων το παρόν βιβλίον, νά εχη πάντοτε παραπλεύρως καί την 'Αγίαν Γραφήν, διά τάς παραπομπής.]

 Έπί τού ίδιου θέματος ώμίλησεν ό Κύριος καί άλλοτε λέγων «Πώς δύνασθε ύμεΐς πιστεύσαι, δόξαν παρά άλλήλων λαμβάνοντες;» (Ίω. ε' 44). «Την αιτίαν τής άπιστίας αύτών τίθησι» (Χρυσόστομος). Διά τούτο καί διέπραξαν τό μέγιστον άνοσιούργημα
’Ίδετε ελεγον προς άλλήλους· «ό κόσμος όπίσω αύτοΰ άπήλθε».

 'Όθεν, «διά φθόνον παρέδωκαν αύτόν» (Ματθ. κζ' 18). Ό φθόνος είναι έχιδνα, γέννημα έχίδνης, της φιλοπρωτίας.
«Είναι δ’ ή φιλοπρωτία νόσος έκ τών επαράτων καί σε φέρει άπ’ εύθείας έως ’Άδου τών έσχατων.
Αρκεί δε να ύπεισέλθη έστω καί επ’ ολίγον μόνον καί γεννά εις την ψυχήν σου τέκνον γνήσιον τον φθόνον»1. [1 Τα ποιήματα τοΰ Καλόγερου, εκδοσις Ι.Μ. Θηβών και Λεβαδείας Άθήναι 1973. Τομ. 6', σελ. 85.]

Οί άπιστοΰντες ’Ιουδαίοι κατείχοντο ύπό τής επιθυμίας τής άνθρωπίνης δόξης... Ή ρίζα τής πνευματικής ταύτης πτώσεως ήτο, ώς πάντοτε, ή ύπερηφάνεια. Ταλαίπωρε ’Ισραήλ, καί τώρα, μετά πάροδον δύο χιλιάδων έτών, συγκεντρώνεσαι εις τό «τείχος τών θρήνων» εν Ιερουσαλήμ, διά νά άναπολήσης «περασμένα μεγαλεία καί διηγώντας τα νά κλαΐς». Είθε καί τώρα, μετά τάς τρομεράς συνέπειας, τάς όποιας προεΐπεν ό Κύριος (Ματθ. κγ' 3739) καί έδοκίμασες, άκόμη καί εις την εποχήν μας, νά άρθή «τό κάλυμμα» άπό τής καρδίας σου (Β' Κορ. γ' 1417), νά διανοιχθοϋν οί τυφλωθέντες έκ τής ύπερηφανείας οφθαλμοί σου, διά νά «ΐδης τό φώς τό άληθινόν, νά εϋρης πίστιν άληθή» καί «τότε πας ’Ισραήλ σωθήσεται» (Ρωμ. ια' 26).
Άκουέτω ταΰτα καί ό νέος ’Ισραήλ τής χάριτος. Οί Ίσραηλΐται, θέλοντες νά στήσουν την ΐδικήν των άντίληψιν περί δικαιώσεως διά τών ίδικών των έργων, δεν ύπετάγησαν εις τήν δικαίωσιν, τήν όποιαν τούς προσέφερεν ό Θεός διά τής πίστεως εις τον Ίησοΰν Χρίστον. «Ταΰτα δε έλεγε δεικνύς ότι  άπό φιλονεικίας μάλλον ή εξ άγνοιας έπλανήθησαν». Ή φιλονεικία (μέ ει) είναι, κατά τον Σ. Βυζάντιον, ή πείσμων ΐσχυρογνωμοσύνη καί έρις ν’ απόδειξη ότι  έχει δίκαιον. Είναι δηλαδή ή λογομαχία των ύπερηφάνων, έπιθυμούντων διά παντός τρόπου να έπιβάλουν την γνώμην των καί τό θέλημά των. Δι’ αύτό έπεσεν ό ’Ισραήλ, ώς λέγει ό ιερός Χρυσόστομος. Καί αύτοί μέν έν τη υπερηφάνεια «συνεποδίσθησαν καί έπεσαν, ημείς δε άνέστημεν καί ήνωρθώθημεν». Εύλογητός ό Θεός



"Οταν ό Κύριος είπε προς αύτούς, ότι έάν ένεκολποΰντο τον λόγον του, θά έγίνοντο έλεύθεροι, έθίγησαν καί «άπεκρίθησαν αύτώ σπέρμα ’Αβραάμ έσμεν καί ούδενί δεδουλεύκαμεν πώποτε» (Ίω. η' 3133). «Έκαυχώντο διά την καταγωγήν των έκ τοϋ ’Αβραάμ». Πράγματι, ό ’Αβραάμ ύπήρξε μέγας· άλλα διατί; Μάς τό λέγει ή Γραφή· «Αβραάμ μέγας Πατήρ πλήθους εθνών καί ούχ εύρέθη όμοιος έν δόξη δς συνετήρησε νόμον Ύψίστου... καί έν πειρασμώ εύρέθη πιστός» (Σοφ. Σειράχ μδ' 19). ’Ενώ αύτών ή διαγωγή ήτο άντίθετος.


Ό πρωτομάρτυς Στέφανος κατέκλεισε τήν μακράν δημηγορίαν του λέγων «Σκληροτράχηλοι καί άπερίτμητοι τή καρδία καί τοϊς ώσίν, ύμεΐς άεί τώ Πνεύματι τώ Αγίω άντιπίπτετε (= έναντιοϋσθε), ώς καί οί πατέρες ύμών» (Πράξ. ζ' 51). Ούτε ένώπιον τοΰ Θεού δεν ήθελον νά κάμψουν τον τράχηλον (= αύχένα) καί νά ταπεινωθούν καί ύπακούσουν. Καθώς καταφαίνεται άπό τάς προφητείας τής Παλ. Διαθήκης, ό Ίσραηλιτικός λαός ήτο άνέκαθεν σκληροκάρδιος (Ρωμ. Γ 19).


Μία άκόμη άπόδειξις, ότι ό σωβινισμός, όμοΰ μετά τών λοιπών μεγάλων άμαρτιών, κατέστρεψε τονΙσραήλ, είναι καί τα Ιστορούμενα έν Πράξ. κβ' 123. Οί ’Ιουδαίοι ήκουον τον Παύλον μέχρι τού σημείου πού έφθασαν εις την εντολήν την οποίαν τού έδωσεν ό Χριστός λέγων «Πορεύου, ότι  (= διότι) έγώ εις έθνη μακράν έξαποστελώ σε». Τότε έξέσπασαν εις κραυγάς «λέγοντες  προς τον Χιλίαρχον  αιρε άπό τής γης τον τοιοΰτον (= φόνευσέ τον)». Διατί έπραξαν τούτο; Θεωρούντες άποκλειστικώς καί μόνον εαυτούς τον λαόν τού Θεού δεν ήδύναντο νά άνεχθώσι την σκέψιν, ότι  τα έθνη έμελλε νά τεθώσιν έπί τής αύτής εύνοϊκής βαθμίδος, έπί τής όποιας καί αύτοί. Ίδέ πώς έξεδηλώθη παρ’ αύτοΐς τό θηριώδες αύτό αίσθημα «Κραυγαζόντων αύτών καί ριπτόντων τά ίμάτια καί κονιορτόν βαλλόντων εις τον άέρα». Δικαίως οί κοινωνιολόγοι χαρακτηρίζουν τον σωβινισμόν άκρατον, άδιάλλακτον, έξαλλον καί παράλογον εθνικισμόν. Ή γενεά μας έγνώρισε την άπαισίαν ταύτην μορφήν του. Ό σκληροτράχηλος αύτός λαός δεν έστερείτο μόνον ταπεινώσεως, άλλά καί άγάπης, ή όποια είναι τό άλλο βασικόν χαρακτηριστικόν τών τέκνων τού Θεού. Τό τονίζει ό άπόστολος Παύλος λέγων «κωλυόντων ημάς τοίς έθνεσι λαλήσαι ϊνα σωθώσιν» (Α' Θεσ. 6' 16). Τό αύτό είπε καί κατά την άπολογίαν του ενώπιον τού Άγρίππα (Πράξ. κς' 20). Ταλαίπωρος λαός Καί έαυτόν άπώλεσε καί την σωτηρίαν τού κόσμου λυσσωδώς έπολέμησε.


6) Ή κλήσις τών Εθνικών


’Αλλά καί τώρα, μετά την έκβασιν τών γεγονότων καί την έπαλήθευσιν τών προφητειών (Ματθ. κα' 43), ελάχιστοι είναι οί γνωρίζοντες κατά βάθος την στενήνσχέσιν τής πτώσεως τοϋ ’Ισραήλ προς τήν άνάστασιν τών ’Εθνικών. «Μυστήριον» χαρακτηρίζει τοϋτο ό άπόστολος Παϋλος (Ρωμ. ια' 25). Ό μέγας νους τοϋ Παύλου, ό όποίος  έξ άνωθεν άποκαλύψεως έγνώρισε τό μυστήριον, ώς προείπομεν άνωτέρω, έκπληκτος άναφωνεί· «ώ βάθος πλούτου καί σοφίας καί γνώσεως Θεού ώς άνεξερεύνητα τά κρίματα αύτοϋ καί άνεξιχνίαστοι αί οδοί αύτοϋ» (στίχ. 33). Είναι λοιπόν άνάγκη νά έπιμείνωμεν ολίγον επ’ αύτοϋ, διότι αποτελεί γεγονός παγκόσμιον, όχι μόνον είς έκτασιν, άλλα καί εις χρόνον, διότι άφορα εις όλους τούς λαούς, όλων τών αιώνων. 


'Όταν έγραφε τ’ άνωτέρω ό Παϋλος, διεσώζετο άκόμη τό έθνικόν κέντρον τοϋ Ίουδαϊσμοϋ, καί μόλις έλάμβανεν άρχήν ή κλήσις τών Εθνικών. Ημείς ήδη εΐμεθα είς θέσιν, μετά πάροδον δύο χιλιετιών, νά διακρίνωμεν σαφώς τά εν τώ κόσμω γιγαντιαϊα βήματα τής θείας παντοδυναμίας. Είτε τό θέλουν εϊτε δεν τό θέλουν οί άνθρωποι, ό Χριστός είναι τό κεντρικόν πρόσωπον τής ιστορίας. Αύτός «δεσπόζει τών ’Εθνών» καί «Βασιλεύει είς τούς αιώνας».


Ή σχέσις τής άποδοκιμασίας τών ’Ισραηλιτών προς τήν είσοδον τών ’Εθνικών είναι στενή καί βαθυτάτη. Ό έξετάζων προχείρως τά δύο ταϋτα προβλήματα κινδυνεύει νά μείνη είς τήν έπιφάνειαν καί νά είπη’Εκείνοι ήπίστησαν καί άπεδοκιμάσθησαν, ημείς έπιστεύσαμεν καί κατέστημεν λαός Θεοϋ. Πρώτος ό μέγας Μωϋσής ρίπτει τό άμυδρόν φώς τοϋ Προφητικού λύχνου προς διαφώτισιν τοϋ βάθους τοϋ μυστηρίου τούτου, λέγων εκ προσώπου τοϋ Θεοϋ προς τούς Ίσραηλίτας· εγώ παραζηλώσω ύμάς (= θά σάς κάμω νά ζηλεύετε)... έπί έθνει άσυνέτω... (= διά τήν τιμήν καί τάς δωρεάς πού θά κάμω προς τούς έθνικούς είδωλολάτρας). Άλλ’ όταν ώμίλει ό Παύλος περί τού μυστηρίου αύτοΰ, είχε πλέον διαυγάσει ή ήμερα και ό φώσφορος άνατείλει, διό και τό ριπτόμενον ύπ’ αύτοΰ φως ήτο άπλετον. ΤΗτο ό καιρός τής έκβάσεως των πραγμάτων, τής πληρώσεως τών προφητικών ρήσεων και αινιγμάτων. «Κατά μεν τό Εύαγγέλιον εχθροί δι’ ύμάς» (Ρωμ. ια' 28). Διότι, έάν ό ’Ισραήλ μετά τού άλαζονικοϋ του πνεύματος καθίστατο άντιπρόσωπος τής Βασιλείας τού Μεσσίου, οί έθνικοι θ’ άπεκλείοντο.


’Αλλά, συμφώνως προς τάς επαγγελίας, θέλημα τού Θεού ήτο νά σωθούν διά Χριστού πάντα τά έθνη. Διό και ή άποδοκιμασία τού ’Ισραήλ κατέστη άναπόφευκτος. ’Ιδού ή στενή σχέσις τών δύο γεγονότων. Εκείνο τό όποιον ήρνήθησαν οί σκληροτράχηλοι ’Ιουδαίοι, τό προσέφερον οί ’Εθνικοί. "Αν προσέξωμεν τάς άπαρχάς τών ’Εθνών, τούς πρώτους δηλαδή οί όποιοι έπίστευσαν εξ αύτών, ήτοι τήν Χαναναίαν, τον Εκατόνταρχον τής Καπερναούμ, τον Εκατόνταρχον τής Καισαρείας Κορνήλιον, ό όποίος  «πρώτος έξ άπιστων εθνικών μετετέθη» (Ιερός Χρυσόστομος), καί τήν Λυδίαν τών Φιλίππων, ή οποία είναι ό πρώτος άνθρωπος είς τήν Ευρώπη ό δεχθείς τό κήρυγμα τού Παύλου, θά διαπιστώσωμεν τήν βαθεΐαν ταπείνωσίν των. ’Αλλά καί ή πτώσις τού ’Ισραήλ τον αύτόν σκοπόν έξυπηρέτει. Διό καί ό Προφήτης Δαυίδ λέγει «καί τον νώτον αύτών διά παντός σύγκαμψον (= ϊνα καμφθώσιν ύπό τού μεγέθους τής δυστυχίας βαθέως ταπεινούμενοι»).


Ό κήρυξ τών ’Εθνών άπόστολος Παύλος λέγει, ότι  ή πτώσις τών ’Ισραηλιτών έγένετο σωτηρία τών Εθνικών. "Οσοι δυσκολεύονται ν’ άντιληφθούν τήνσχέσιν τής άποστασίας τοΰ ’Ισραήλ προς την είσοδον είς την πίστιν τών Εθνικών (ειδωλολάτρων), ας προσέξουν τό θαΰμα τής θεραπείας τών δέκα λεπρών. Τό γεγονός τοΰτο αποτελεί μικρογραφίαν διαφωτιστικήν καί πειστικήν περί τοΰ ζητήματος τούτου. Οί εννέα ήσαν Ίσραηλΐται, δηλαδή τέκνα, ό δε εις Σαμαρείτης, δηλαδή ξένος, άλλογενής. Αύτός έσκέπτετο όπως ή Χαναναία, διό καί έπλημμύρισεν ή καρδία του έξ εύγνωμοσύνης, τήν όποιαν με τοσαύτην ταπεινοσύνην έξεδήλωσεν. ’Ενώ τα εννέα τέκνα όποιαν άβυσσον άγνωμοσύνης έδειξαν Διατί; Διότι έθεώρησαν τό μέγα αύτό θαΰμα ώς φυσικόν, ως τί, τό όποιον ό Θεός ώφειλε προς αύτούς. Ίδικός των ήτο ό Μεσσίας Καί συμπεριεφέρθησαν όπως τα δύστροπα έκεΐνα παιδία, τα όποια, τάς μέχρις αύτοθυσίας εύεργεσίας τής μητρός των, θεωρούν φυσικάς καί όφειλομένας, διό καί ούδένα σεβασμόν ή εύγνωμοσύνην έκδηλώνουν προς αύτήν. Ή εικόνα αύτή τής φιλοστόργου μητρός έχρησιμοποιήθη ύπό τοΰ ίδιου τοΰ Θεού λέγοντος· «όλην τήν ήμέραν έξεπέτασα τάς χεΐρας μου προς λαόν άπειθοΰντα καί άντιλέγοντα» (Ήσ. ξε' 2). Πατρός φιλοστόργου καί μητρός φιλόπαιδος κηδεμονίαν έπιδεικνύμενος έρμηνεύει ό Χρυσόστομος. Άλλ’ έπειδή ό πρωτότοκος υιός Του ’Ισραήλ έπέμενε είς τήν άνυπακοήν, έκαμεν δ,τι καί ή μητέρα, καλοΰσα εν ξένον καί πτωχόν παιδίον καί προσφέρουσα είς αύτό τά διά τον υιόν της προοριζόμενα, με τήν έλπίδα νά παρακίνηση είς ζηλοτυπίαν τό ίδικόν της τέκνον (Ρωμ. Τ 12-21, ια' 13, 14).


Είπομεν, ότι ήτο προαιώνια βουλή τοΰ Θεού ή σωτηρία όλου τοΰ κόσμου διά Χριστού. Τοΰτο διεκήρυξε καί ό Κύριος λέγων «καί άλλα πρόβατα έχω, ά ούκέστίν έκ τής αύλής ταύτης· κάκεϊνά με δει άγαγεχν» (Ίω. χ' 16). Είναχ όμως άξχοσημείωτον τό πότε καί πώς εγχνεν αύτό. Έγχνεν, όταν οχ Ίουδαΐοχ, μετά την άνάστασχν τοΰ Λαζάρου καχ την θρχαμβευτχκήν είσοδον είς τά 'Ιεροσόλυμα (Κυρχακή Βαχων), άπεφάσχσαν να τον φονεύσουν. ’Από τής στχγμής έκείνης ό Κύρχος προσκαλεΐ τά ’Έθνη. ΤΗσαν αχ έσπερχναί ώραχ τής Μεγάλης Τετάρτης, ότε «έκρύβη» άπό τούς ’Ιουδαίους. Άλλ’ άκρχβώς την στιγμήν εκείνην προσήλθον «τχνές 'Έλληνες τω Φχλίππω... λέγοντες· Κύρχε θέλομεν τον Ίησοΰν ίδεΐν». Καί τότε ό ’Ιησούς εχπεν «έλήλυθεν ή ώρα χνα δοξασθή ό υ'χός τού άνθρώπου», όπερ, κατά τον Χρυσόστομον, σημαίνεχ· «καχρός επί τον σταυρόν έλθεχν», «μετά γάρ τον θάνατον καί την άνάστασχν έμελλε δοξασθήναχ εν πάσχ τοΐς ’Έθνεσχ».
Έκ φθόνου καί ύπερηφανείας εμεχνεν έξω τό μέγχστον μέρος τού ’Ισραήλ, ώς έφανέρωσεν ό Κύρχος καί δχά τής παραβολής τοΰ άσώτου. ’Ιδού οί ύπεροπτχκοί λόγοχ τοΰ πρεσβυτέρου, τοΰ πρωτοτόκου υιού «τοσαΰτα έτη δουλεύω σοχ καί ουδέποτε εντολήν σου παρήλθον». Ταΰτα κομπορρημονεχ ό στερούμενος σπλάγχνων οίκτχρμών προς τον αδελφόν του Άλλ’ ή πτώσχς τοΰ παλαχοΰ ’Ισραήλ πρέπεχ νά προκαλή φόβον καί εις ημάς τον νέον ’Ισραήλ. Ή προφητεία τήν οποίαν εχπεν ό Κύρχος έξ άφορμής τής πίστεως τοΰ βαθύτατα ταπεχνόφρονος έκατοντάρχου «οί δε υχοΐ τής Βασχλείας έκβληθήσονταχ έξω» (Ματθ. η' 12), ώς προφητεία, έχει έφαρμογήν επί όλων των υχών. ’Άν εκείνοι ήσαν υιοί τής Βασχλείας «τή επαγγελία καί τή ύποσχέσεχ» (ιερός Χρυσόστομος), ημείς εϊμεθα υχοί αύτής πράγματχ.


Ή πτώσις τής νοητής Βαβυλώνος


Τό άνομα Βαβυλών προσέλαβε καί συμβολικήν ή μεταφορικήν έννοιαν ήδη άπό τών άποστολικών χρόνων, ώς έμφαίνεται έκ τοΰ Α' Πέτρ. ε' 13 («ή έν Βαβυλώνι συνεκλεκτή»), καί Άποκ. ιζ' 5 («Βαβυλών ή μεγάλη, ή μήτηρ τών πορνών καί βδελυγμάτων τής γής», καί ιη' ένθα «προεξαγγέλλεται ούρανόθεν ή έπικειμένη καταστροφή τής νοητής Βαβυλώνος», ήτοι τοϋ συνόλου «τών προχριστιανικών καί μεταχριστιανικών άντιθέων κρατών» (Π.Τρεμπέλας). Αύτά έχουν καταδουλώσει και τυραννοΰν τον λαόν τοΰ Θεοΰ, την 'Αγίαν πόλιν Σιών «Σιών τε καί 'Ιερουσαλήμ άκούων εν τούτοις (τοϊς λόγοις) μή πόλεις απλώς τάς έκ λίθων έγηγερμένας (= ώκοδομημένας) καταδηλοΰσθαι νομίσης. Σημαίνει δε μάλλον τής προφητείας ό λόγος των κεκλημένων διά τής πίστεως την όμήγυριν (δηλ. τό σύνολον των πιστών χριστιανών), ήγουν Εκκλησίαν έκ τε τών Ιουδαϊκών ταγμάτων και έξ έθνών» (Κύριλλος Αλεξανδρείας). Ή ιδέα τής ύπό τοΰ Θεοΰ άπελευθερώσεως τοΰ ’Ισραήλ άπό τής δουλείας και τής αιχμαλωσίας τής Βαβυλώνος μεν ύπό τοΰ Κόρου, ώς τύπου όμως τής διά τοΰ Μεσαίου άπολυτρώσεως και σωτηρίας, ή οποία προφητεύεται και ύπό τοΰ Ήσαΐου κεφ. μ'  μη', είναι προφανές ότι  άφορά και εις τον νέον ’Ισραήλ τής Χάριτος.


Προκαλεΐ έντύπωσιν, ότι  ή εντολή τοΰ Θεοΰ προς τον έν Βαβυλώνι αιχμάλωτον ’Ισραήλ, δπως «έξέλθη έκ μέσου αύτών», (ή όποια ύπεδείχθη ύπό τοΰ Παύλου καί προς τούς χριστιανούς τής εποχής του (Β' Κορ. ς' 17), επαναλαμβάνεται καί εις τήν Άποκάλυψιν ή οποία είναι τό τελευταιον βιβλίον τοΰ θεογράφου νόμου καί όμιλεΐ περί τοΰ μέλλοντος τοΰ κόσμου μέχρι τής συντέλειας. Τοΰτο σημαίνει, ότι  ή εντολή, ή όποια άπευθύνεται προς τον λαόν τοΰ Θεοΰ, έχει διαιώνιον χαρακτήρα. ’Ισχύει δι’ όλας τάς γενεάς τοΰ λαοΰ τοΰ Θεοΰ. Εις τήν Άποκάλυψιν άναγινώσκομεν «Έξέλθετε έξ αύτής (δηλ. τής Βαβυλώνος) ό λαός μου, ϊνα μή συγκοινωνήσητε ταϊς άμαρτίαις αύτής καί ϊνα έκ τών πληγών αύτής μή λάβητε» (Άποκ. ιη' 4). Οϋτω διασαφηνίζεται πλήρως τό ζήτημα. Ποιος είναι σήμερον ό λαός τοΰ Θεοΰ; Είναι τα πιστά τής ’Εκκλησίας τέκνα,ώς χαρακτηρίζει ταϋτα καί ό απόστολος Πέτρος (Α' 6' 9, 10). Είναι, λοιπόν, άδιανόητος καί απαράδεκτος τελείως ή εύθυγράμμισις καί συνταύτισις καθ’ οίονδήποτε τρόπον τοΰ λαοϋ τοΰ Θεοΰ μετά τών άποστατών εις τά νεκρά τής άμαρτίας έργα, ένεκα τών όποιων οΰτοι ύπ’ άλλήλων δακνόμενοι αναλίσκονται.
Ό πονηρός καί ό άνομος


Γνωρίζομεν έκ τής Αγίας Γραφής, ότι  ό έκπεσών έωσφόρος παρέσυρεν είς τον όλεθρόν του καί πολλούς άλλους άγγέλους, έχοντας τά αυτά προς αύτόν φρονήματα. «Καί έβλήθη... ό καλούμενος διάβολος καί ό σατανάς, ό πλανών την οικουμένην δλην, έβλήθη είς την γήν, καί οί άγγελοι αύτοΰ μετ’ αύτοϋ έβλήθησαν» (Άποκ. ιβ' 9). Είναι, λοιπόν, πολλά «τά πνεύματα τής πονηριάς», προς τά όποια έχομεν πόλεμον καί πάλην, δπως λέγει καί ό Άπ. Παύλος (Έφ. ς' 10). 'Όμως, ό Κύριος είς την Κυριακήν προσευχήν διετύπωσε τό αίτημα είς ένικόν άριθμόν, είπών «... ρΰσαι ημάς άπό τοΰ πονηρού». Καί ό Εύαγγελιστής ’Ιωάννης γράφει «ότι  νενικήκατε τον πονηρόν» (Α' Ίωάν. 6' 13, 15). Ώς νά έπρόκειτο περί ένός μόνον πονηρού πνεύματος. Πώς εξηγείται τούτο; Απάντησις: Τό πλήθος αύτό τών πονηρών πνευμάτων είναι ώργανωμένον είς εν στράτευμα, έχον ένότητα φρονημάτων καί ένεργειών. 


"Οτι είναι στρατιωτικώς ώργανωμένοι άπεκαλύφθη καί κατά την θεραπείαν τού Γεργεσηνού δαιμονιζομένου. «Τί όνομά σοι;», έρώτησεν ό Κύριος, καί τό πονηρόν πνεύμα διά στόματος τού δαιμονιζομένου άπεκρίθη «λεγεών όνομά μοι, ότι  πολλοί έσμεν» (Μαρκ. ε' 9). Λεγεών έστί λέξις ρωμαϊκή, λέγει ό Ν. Δαμαλάς, και δηλοϊ μοίραν στρατού έκ δέκα λόχων και 300 'ιππέων. Έν γένει δέ στράτευμα, στρατόν ολόκληρον. Περί τής όργανώσεως τού πονηρού αύτού στρατού καί τού σκληρού πολέμου τον όποιον διεξάγομεν προς αυτόν, όμιλεϊ καί ό ’Απόστολος Παύλος, λέγων «άδελφοί μου, ένδυναμοΰσθε έν Κυρίω καί έν τω κράτει τής ισχύος αύτού. Ένδύσασθε την πανοπλίαν τού Θεού προς τό δύνασθαι ύμάς στήναι προς τάς μεθοδείας τού διαβόλου ότι  ούκ έστιν ή πάλη προς αίμα καί σάρκα, άλλα προς τάς άρχάς, προς τάς έξουσίας, προς τούς κοσμοκράτορας τού σκότους τού αίώνος τούτου, προς τά πνευματικά τής πονηριάς...» (Έφ. ς' 10  12). Ό Κύριος μάς άπεκάλυψεν, ότι  τά δαιμόνια προς έπιτυχίαν τού σκοπού των συνεργάζονται μεταξύ των «... τότε πορεύεται (τό άκάθαρτον πνεύμα) καί παραλαμβάνει μεθ’ εαυτού έπτά έτερα πνεύματα πονηρότερα έαυτού, καί είσελθόντα κατοικεί έκευ καί γίνεται τά έσχατα τού ανθρώπου έκείνου χείρονα τών πρώτων» (Ματθ. ιβ' 45).
Έκ τών άνωτέρω γίνεται φανερόν, διατί ό Κύριος καί οί άπόστολοι, όμιλούντες περί τού έσμοΰ αύτού τών πονηρών πνευμάτων, χρησιμοποιούν πολλάκις ενικόν. Διότι ό διαβολικός αύτός στρατός είναι συντεταγμένος εις μίαν δύναμιν. ’Έχει ένα άρχηγόν, τον έωσφόρον. Εις αύτόν πειθαρχεί καί αύτού τάς έντολάς έπιτελεΐ. 'Όλοι οί δαίμονες έχουν ένα θέλημα, καί ένα σκοπόν, αύτόν τον όποιον έχει ό άρχηγός των, ό όποίος , άποτυχών ΐνα στήση τον θρόνον του παρά τον θρόνον τού Θεού έν ούρανοΐς, καί κατακρημνισθείς έκεϊθεν, έστησεν αύτόν έπί τής γής, όπου καί αγωνίζεται νά άναγνωρισθή «ό αρχών τού κόσμου τούτου».

Ταυτότης και χαρακτήρ τού ανόμου


’Αλλά ποιος θά είναι αύτός ό άνομος και ποια τα χαρακτηριστικά του, άπό τα όποια θά τον γνωρίσωμεν; Το Πνεύμα ηύδόκησε νά διαφώτιση την ’Εκκλησίαν διά τού Παύλου ό άνομος θά είναι άνθρωπος «ό άνθρωπος τής άμαρτίας, ό υιός τής άπωλείας», ό όποίος  «κατ’ ενέργειαν τού σατανά», θά κάμη τέρατα και σημεία (Β' Θεσ. 6' 3, 9). Θά κάμη τά διαβολικά αύτά σημεία «ύπεραιρόμενος» (= ύπερυψώνων τον έαυτόν του)., ώστε αύτόν εις τον ναόν τού Θεού ώς Θεόν καθίσαι». Θά προσπαθήση δηλαδή νά εξαπάτηση τούς άνθρώπους, ότι  είναι Θεός. Οϋτω, θά έπαναληφθή επί τής γής ή παλαιά εκείνη άπόπειρα τού σατανά, όπως στήση τον θρόνον του παρά τον θρόνον τού Θεού καί γίνη «όμοιος τώ Ύψίστω».


Είναι άξιοσημείωτοι οί χαρακτηρισμοί τού άποστόλου Παύλου. Διά των ιδίων λέξεων χαρακτηρίζει καί τον άνομον καί τούς πειθομένους εις αύτόν. «Υιόν άπωλείας» έκεΐνον, «άπολλυμένους» αυτούς, τούς όποιους θ’ άποπλανήση «εν πάση άπάτη τής άδικίας» καί οί όποιοι «δεν έπίστευσαν τή άληθεία, άλλ’ ηύδόκησαν εν τή αδικία» (Β' Θέσ. 6' 3, 10, 12). Ποία δε είναι ή άδικία αύτή; Ή ύπερηφάνεια, περί τής όποιας ό Προφήτης λέγει «άδικίαν εις ύψος έλάλησαν» (Ψαλμ. οβ' 8). Έν τή ύπερηφανεία αύτών έβλασφήμησαν κατά τού Ύψίστου. Ώς έχοντες δε τά αύτά φρονήματα καί ό άντίχριστος καί οί υιοί τής άπειθείας «εις απώλειαν ύπάγουν». Ό ιερός Χρυσόστομος ύποδεικνύει καί έτερον χαρακτηριστικόν τού άντιχρίστου λέγων «έλθόντος τού αντίχριστου, έπιταθήσεται τά πάθη τής σαρκός».
To είδος καί ό (αντικειμενικός σκοπός τοΰ μεγάλου αύτοΰ άοράτου πολέμου γίνονται φανερά καί από τα χρησιμοποιούμενα όπλα. «Τά γάρ όπλα τής στρατείας ημών ού σαρκικά, άλλα δυνατά τώ Θεώ προς καθαίρεσιν οχυρωμάτων». Τά κρημνιζόμενα δε δι’ αύτών έχθρικά οχυρώματα είναι «πάν ύψωμα έπαιρόμενον κατά τής γνώσεως τοΰ Θεοΰ» (= πάσα ύψηλοφροσύνη, ή όποια ώς πύργος υψώνεται καί έμποδίζει τούς άνθρώπους νά γνωρίσουν τον αληθινόν Θεόν) (Β' Κορινθ. Τ 4, 5).


Αί αιρέσεις

Πτώσιν εκ τής άληθείας καί κατάπτωσιν εις τό βάραθρον τής πλάνης άποτελοΰν καί οί αιρέσεις. Ό ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί εύστόχως, ότι ή πλάνη καί ή αϊρεσις προέρχονται άπό ύπερηφάνειαν καί άτοπον νοΰ περιέργειαν. 'Όταν όναγινώσκη κανείς τον άποχαιρετιστήριον λόγον τοΰ άποστόλου Παύλου προς τούς κληρικούς τής ’Εφέσου έν Μιλήτω συγκινεΐται. Τό πρώτον τό όποιον τούς ύπευνθυμίζει είναι τό «πώς μεθ’ ύμών τον πάντα χρόνον έγενόμην, δουλεύων τώ Κυρίω μετά πάσης ταπεινοφροσύνης καί πολλών δακρύων». Τούς προλέγει, ότι  δεν θά τον έπανίδουν πλέον καί ότι  πρέπει νά άγρυπνοΰν διά τό ποίμνιον, διότι διά τοΰ προφητικού του χαρίσματος προεΐδεν, ότι  μετά τήν άναχώρησίν του θά είσορμήσουν «λύκοι βαρείς εις ύμάς μή φειδόμενοι τοΰ ποιμνίου καί έξ ύμών αύτών (= άπό σάς τούς ίδιους) άναστήσονται άνδρες λαλοΰντες διεστραμμένα τοΰ άποσπάν τούς μαθητάς όπίσω αύτών» (Πράξ. κ' 16  38). ’Ιδού, λοιπόν, κατά τον άπόστολον Παύλον ή αιτία τών αιρέσεων. Ή φιλοπρωτία ή επιθυμία τών αίρεσιαρχών νά είναι άρχηγοί.

Ό Ιστορικός και Επίσκοπος Θεοδώρητος είς την Εκκλησιαστικήν ιστορίαν αύτοΰ, γραφών έξ αφορμής τής αίρέσεως τοΰ Άρείου, λέγει, ότι  ό σατανάς «άνδρας εύρών, τής μεν χριστιανικής προσηγορίας ήξιωμένους, φιλοτιμία δε καί κενή δόξη δεδουλωμένους, όργανα τούτους τών οικείων πέφηνε τεχνασμάτων». Πράγματι, ό ’Άρειος «ίδών τον ’Αλέξανδρον τής άρχιερωσύνης έγχειρισθέντα τούς οϊακας, ούκ ήνεγκε τοΰ φθόνου την προσβολήν, άλλ’ ύπό τούτου νυττόμενος άφορμάς έριδος έπεζήτει... (καί) τον κατά τοΰ Θεοΰ Σωτήρος ύμών άνερρίπιζε πόλεμον».


Την παλαιάν αύτήν κακίαν τής ύπερηφανείας τών αίρεσιαρχών εύκόλως την διακρίνομεν καί είς τούς διαδόχους των, τούς σημερινούς αιρετικούς. Με Φαρισαϊκόν άλλα καί εωσφορικόν εγωισμόν «φιλοΰσι την πρωτοκλισίαν» (= την πρώτην θέσιν) έν τοΐς δείπνοις καί τάς πρωτοκαθεδρίας έν ταΐς συναγωγαΐς» (Ματθ. κγ' 6). «Ταϋτα καί πόλεις καί Εκκλησίας άνέτρεψε. Καί μοι καί δακρΰσαι έπεισι νΰν (= καί μοϋ έρχεται να δακρύσω τώρα), όταν τάς πρωτοκαθεδρίας άκούσω καί τούς άσπασμούς, καί λογίσωμαι πόσα εντεύθεν έτέχθη κακά ταΐς Έκκλησίαις τοΰ Θεοΰ» (ιερός Χρυσόστομος).





Εισαγωγή κειμένων  και αναρτήσεων σε πρώτη αποκλειστική δημοσίευση  στό Ορθόδοξο Διαδίκτυο από το Βιβλίο :

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑΝ ΓΡΑΦΗΝ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Η ηλεκτρονική επεξεργασία αναρτήσων κειμένων, τίτλων  και εικόνων έγινε από τον N.B.B

Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή κειμένων σε Ορθόδοξα Ιστολόγια, αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα ,χωρίς περικοπές που πιθανόν να το αλλοιώνουν για μη εμπορικούς σκοπούς,με βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή :

© ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ




Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Follow by Email

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Γίνεται Μέλος στο Ιστολόγιο

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |